Ποιοί ακριβώς “είμαστε σε πόλεμο”;
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
✨Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει ειρήνη στην Ουκρανία και εξετάζει διάλογο με τη Ρωσία, ενώ ορισμένα κράτη υποστηρίζουν επανέναρξη συνομιλιών παρά τις διαφωνίες.
✨Η Ελλάδα, παρά τη στήριξη στον Ζελένσκι και την καταδίκη της ρωσικής εισβολής, θεωρείται υπερβολικό να δηλώνει ότι "είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία" λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.
✨Ο Τραμπ επιδιώκει συμφωνία ειρήνευσης, ενώ ευρωπαϊκές χώρες φαίνεται να προσανατολίζονται σε συμβιβαστική λύση και επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία μετά τον πόλεμο.
✨Η ρωσική κοινότητα στην Ουκρανία, που συνδέεται με την Ελλάδα, αντιμετωπίζει κινδύνους λόγω των ελληνικών πολιτικών επιλογών, προκαλώντας ανησυχίες για την προστασία της.
Στις 12 Ιανουαρίου η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι η Ευρώπη εργάζεται σκληρά για ειρήνη στην Ουκρανία και τόνισε πώς αυτό εξαρτάται από τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Λίγο νωρίτερα, ο Εμανουέλ Μακρόν και η Τζόρτζια Μελόνι είχαν ταχθεί υπέρ της επανέναρξης διαλόγου με την Μόσχα.
Ο Γάλλος πρόεδρος έχει δηλώσει πώς επιθυμεί να συνομιλήσει με τον Ρώσο ομόλογό του, τις τελευταίες ώρες, μάλιστα, ευρωπαϊκά μέσα αναφέρουν ότι έστειλε μυστικά τον διπλωματικό του σύμβουλο στη ρωσική πρωτεύουσα. Στις ευρωπαϊκές χώρες η ιδέα της επαναπροσέγγισης του Πούτιν αποκτά υποστηρικτές, κι αυτό γιατί η ΕΕ δεν θέλει να μείνει εκτός του κάδρου των συνομιλιών για το ουκρανικό και να αφήσει όλες τις πρωτοβουλίες στον Ντόναλντ Τραμπ.
Προς το παρόν αυτός που αντιδρά περισσότερο στην αποκατάσταση διαύλων επικοινωνίας με τους ρώσους είναι ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς. Ο τελευταίος έχει πει, μάλιστα, πώς “δεν ζούμε σε πόλεμο αλλά δεν ζούμε πλέον και μόνο σε ειρήνη”. Κρατήστε, πάντως, ότι λέει ότι “δεν ζούμε σε πόλεμο”...
Είναι σαφές πώς για την ΕΕ η Ρωσία αποτελεί “υπαρξιακή απειλή” και με αυτή την προσέγγιση προσπαθεί νωθρά και αμήχανα να οικοδομήσει τον σχεδιασμό της στρατηγικής αυτονομίας και της κοινής άμυνας. Λογικό και έως εδώ κατανοητό.
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όμως, αντιλαμβάνονται ότι ο Τραμπ θέλει όσο οτιδήποτε άλλο να παρουσιάσει μία συμφωνία ειρήνευσης στο ουκρανικό (άλλωστε το Νόμπελ Ειρήνης τον περιμένει…), γι αυτό και στέλνει τους συμβούλους του Γουίτκοφ και Κούσνερ σε συνομιλίες με τους ρώσους και τους ουκρανούς, ο δε Ζελένσκι έχει προ πολλού κατανοήσει πώς η συνέχιση του πολέμου με την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων του από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί προοπτική για τον Τραμπ. Όσο για τους ευρωπαίους, μέχρι να αποφασίσουν θα έχει τελειώσει και ο… τρίτος παγκόσμιος πόλεμος.
Αυτά, ως εκτεταμένη εισαγωγή για τα καθ΄ ημάς. Τίθεται το απλό ερώτημα: Σε μία Ευρώπη που έχει αρχίσει σχεδόν πλειοψηφικά να βλέπει την ανάγκη μιας συμβιβαστικής διεξόδου από το ουκρανικό, που αναζητά τρόπους να συνομιλήσει με τον Πούτιν και που διαισθάνεται πώς ο Τραμπ θα κάνει ότι μπορεί για να κλείσει –έστω και άρον άρον– μία συμφωνία, γιατί η Ελλάδα πρέπει να δηλώνει τόσο εμφατικά ότι “είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία”;
Πρωτοστατήσαμε – ΣΩΣΤΑ και με το βλέμμα στην Κύπρο- στην καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην (ανεξάρτητη) Ουκρανία, πρωτοστατήσαμε στην επιβολή οικονομικών και άλλων κυρώσεων, στηρίξαμε τον Ζελένσκι με στρατιωτική βοήθεια δυσανάλογη των δυνατοτήτων μας, ακόμα και παρά την προκλητική σιωπή του για το Κυπριακό (κι εκεί εισβολή και κατοχή έχουμε επί 50 χρόνια) και την προνομιακή σχέση του με τον Ερντογάν, σταθήκαμε μεταξύ των πιό θερμών υποστηρικτών του Κιέβου, αλλά το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο στο “είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία” δεν είναι μόνο αχρείαστο, είναι λάθος.\
Και μπορεί να αποδειχτεί ακόμα σοβαρότερο λάθος εάν ο Τραμπ κατορθώσει να κλείσει το με κάποια συμφωνία το ουκρανικό.
Διότι, όταν θα γίνει το “ταμείο” αυτού του πολέμου ευρωπαίοι και νατοϊκοί εταίροι θα αποκαταστήσουν εν ριπή οφθαλμού τις σχέσεις τους με το καθεστώς Πούτιν και η “ρωσική απειλή” πιθανόν να δώσει τη θέση της στον ρεαλισμό και τα συμφέροντα που θα προκύψουν από την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας και τους νέους γεωπολιτικούς συσχετισμούς.
Όταν ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιλαμβάνεται τον Πούτιν όχι μόνο ως ισότιμο συνομιλητή αλλά και ως δυνητικό σύμμαχο (απέναντι στην Κίνα), κι όταν οι ευρωπαίοι διχάζονται, πόσο φρόνιμο είναι να μπαίνουμε στην πρώτη γραμμή και να διατρανώνουμε ότι “είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία”;
Δεν προτείνει κανείς να αλλάξουμε στρατόπεδο. Η εισβολή είναι εισβολή, και μία χώρα όπως η Ελλάδα που θέλει να κρατά την βίβλο του Διεθνούς Δικαίου και να την επικαλείται έναντι της Τουρκίας δεν θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Επειδή, όμως, υπάρχει και ο ρεαλισμός και τα ευρύτερα ελληνικά συμφέροντα, κι επειδή, επιπλέον, στον κόσμο του Τραμπ ο αναθεωρητισμός βασιλεύει και οι κανόνες δικαίου γίνονται γεωπολιτικές “σερπαντίνες”, οι υπερβολές δεν συνάδουν με μία εξωτερική πολιτική που οφείλει να σχεδιάζει την επόμενη μέρα με οπτική ανοιχτού πεδίου.
Η κατακλείδα της δήλωσης- απάντησης στο “είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία” από το “γεράκι” της Μόσχας Σεργκέϊ Λαβρόφ μπορεί να θεωρηθεί έως και απειλητική. Όμως, ίσως και να είναι μία παράμετρος που υποτιμούμε και που στην ιστορική καμπή μιας πιθανής συμφωνίας ίσως αποβεί χρήσιμη.
” Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι εκεί (εννοεί στα ρωσόφωνα εδάφη της Ουκρανίας που διεκδικεί η Μόσχα) εδώ και αιώνες κατοικεί μια πολυάριθμη ελληνική διασπορά. Είναι τεράστια, φιλειρηνική, αγαπάει την ιστορική της πατρίδα, πάντα με κάθε δυνατό τρόπο να τους δεσμεύει και τις επαφές και ποτέ δεν συνέβαλε σε αρνητικές ή τάσεις.
Όμως η Αθήνα δεν τους σκέφτηκε. Δεν έλαβε υπόψη ότι εκεί ζουν τα αδέρφια τους που διατηρούν τις σχέσεις με την Ελλάδα, έχουν συγγενείς εκεί, και ότι οι ενέργειες της Αθήνας τους προκαλούν έναν κολοσσιαίο αριθμό όχι μόνο προβλημάτων, αλλά και άμεσους κινδύνους για τη ζωή και την υγεία τους.”, είπε χαρακτηριστικά.
Ασχέτως του τι λέει ο Λαβρόφ, ωστόσο, σε αυτή την ιστορική καμπή μιας (πιθανης) συμφωνίας πρώτοι στην ουρά έξω από το Κρεμλίνο θα βρεθούν οι περισσότεροι από τους ευρωπαίους ηγέτες που θα σπεύσουν να αποκομίσουν γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη για τις χώρες τους. Υπάρχει λόγος σε αυτή την ουρά η Ελλάδα να είναι τελευταία;