Η αντιπολίτευση εάν δεν υπήρχε ο Τσίπρας…
Τι θα συνέβαινε αν ο Αλέξης Τσίπρας οχυρωνόταν στον πολιτικό αναχωρητισμό μετά την παραίτησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ασφυκτιώντας στο στενό κοστούμι του βουλευτή ενός κόμματος που έχει περιέλθει σε δημοσκοπική και πολιτική κρίση; Πώς θα ήταν σήμερα τα πράγματα στο πολιτικό τοπίο, καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για τις επόμενες εκλογές, εάν περιοριζόταν στην επιδιόρθωση της υστεροφημίας του με την “Ιθάκη”, εάν έγραφε κι άλλα βιβλία και παρενέβαινε ανά διαστήματα για μεγάλα θέματα, όπως έχουν επιλέξει άλλοι πρώην πρωθυπουργοί;
Η απάντηση κρύβεται στα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων. Η αντιπολίτευση δηλώνει βαρύγδουπα ότι η μεγάλη πλειοψηφία επιζητεί πολιτική αλλαγή και βαθμολογεί αρνητικά την κυβέρνηση, την ίδια ώρα που οι πολίτες κρατούν το κόμμα το ΠΑΣΟΚ πάνω από δέκα ποσοστιαίες μονάδες πίσω από τη Ν.Δ και ωθούν τα άλλα κόμματα της κεντροαριστεράς στον πάτο του βαρελιού.
Ο δε “αντισυστημισμός” καλά κρατεί –σε διάφορες εκφάνσεις– φτάνοντας αθροιστικά σε ποσοστό μεγαλύτερο απ΄ αυτό του κυβερνώντος κόμματος, και ο πρωθυπουργός δικαίως διατηρεί τις φιλοδοξίες του να επιτύχει και τρίτη θητεία υπό το δίλημμα περί κινδύνου ακυβερνησίας και αφού ουδείς μπορεί να παρουσιάσει πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης.
Αυτή είναι η πραγματικότητα και για όποιον δεν θέλει να την δει τόσο το χειρότερο για τον ίδιο, όχι για την πραγματικότητα.
Η επιστροφή Τσίπρα και η πρόθεσή του να ιδρύσει νέο κόμμα με προοπτική διακυβέρνησης προκαλεί ρωγμές στην παγωμένη πολιτική λίμνη και δημιουργεί προϋποθέσεις για έναν ενδιαφέροντα ανταγωνισμό. Η πλήξη έδωσε τη θέση της σε επανυπολογισμούς και κινητικότητα, όποιο κι αν είναι τελικά το αποτέλεσμα.
Εάν λάβει κανείς υπόψιν του, επίσης, ότι σε ένα τοπίο χωρίς την προοπτική Τσίπρα θα εισέβαλλε μόνο η διέξοδος διαμαρτυρίας και …αναταραχής με το κόμμα Καρυστιανού (ιδιαίτερα μετά την αποκαλυπτική δήλωση για τις αμβλώσεις), τα πράγματα θα ήταν ακόμα χειρότερα για όσους υποτίθεται ότι μπορούν… να ρίξουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά καταγράφουν υποπολλαπλάσιο ποσοστό απ΄ αυτόν στις μετρήσεις καταλληλότητας για πρωθυπουργοί.
Χάρη στον Τσίπρα, όμως, αίφνης ο Νίκος Ανδρουλάκης δείχνει (με όσα είπε στο Μαρούσι) να μετακινείται από το “σύννεφο” της αυτονομίας και ανακαλύπτει τη… συστράτευση των προοδευτικών δυνάμεων και ξεκαθαρίζει πώς δεν πρόκειται το κόμμα του να συνεργαστεί σε μία κυβέρνηση με κορμό τη Ν.Δ. Και είναι η …σκιά του πρώην πρωθυπουργού που αναγκάζει τον Φάμελλο και τον Χαρίτση να ξαναδούν χωρίς εγωϊστικές περιχαρακώσεις την πιθανότητα συγκλίσεων.
Είναι προφανές ότι μερίδα των ψηφοφόρων της κεντροαριστεράς έχει αναθαρρήσει και ελπίζει στην αναβίωση ενός ανταγωνιστικού αντίπαλου πόλου στην μειωμένη αλλά εν ισχύ πολιτική κυριαρχία της Ν.Δ, και είναι ακόμα πιό προφανές ότι η προοπτική Τσίπρα επαναφέρει την αντιπαράθεση στο πεδίο της πολιτικής από αυτό της διαμαρτυρίας.
Εάν αυτό θα οδηγήσει κάπου θα κριθεί από τους ίδιους τους πολίτες, τις ηγεσίες των κομμάτων της κεντροαριστεράς και εν τέλει τον πρώην πρωθυπουργό, ως προς τις πραγματικές και όχι εικαζόμενες δυνατότητές του να επανατοποθετηθεί αξιόπιστα χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Τον τελευταίο λόγο τον έχει, ούτως ή άλλως, η κυβέρνηση και καλά θα κάνουν ορισμένοι να μην την υποτιμούν- αυτή έχει το σαφές δημοσκοπικό πολιτικό προβάδισμα και την ευχέρεια πρωτοβουλιών.
Σε κάθε περίπτωση, εάν δεν υπήρχε η προοπτική Τσίπρα (ό,τι κι αν πετύχει ή δεν πετύχει στην πορεία) η σημερινή κατάσταση μάλλον θα εξελισσόταν γραμμικά. Γι’ αυτό και όσοι, στην αντιπολίτευση, ξυνίζουν τα μούτρα και υιοθετούν παλιά σχήματα και παλιά σύνδρομα εναντίον του, εάν δεν υπήρχε θα έπρεπε να την εφεύρουν. Τώρα, τουλάχιστον, διακρίνονται κάποια “σημάδια ζωής”.