Ο Μητσοτάκης και οι φύλακες των συνόρων…
Για τη Ν.Δ το 2026 θα είναι εκ των πραγμάτων μία χρονιά προετοιμασίας για τις εκλογές της άνοιξης του 2027, αν και αρκετοί θεωρούν πώς η σχετική δέσμευση του πρωθυπουργού δεν αποκλείεται να παραμερισθεί και να επισπευσθεί ο χρόνος των εκλογών για το φθινόπωρο εφόσον οι δημοσκοπήσεις, τα νέα κόμματα και οι συσχετισμοί που θα διαμορφωθούν επιβάλλουν αναθεώρηση.
Το ξεκίνημα της νέας χρονιάς βρίσκει τον Κυριάκο Μητσοτάκη με το βάρος της επταετούς θητείας του και τις πληγές που έχει αφήσει, όμως ακόμα ανθεκτικό και χωρίς -προς το παρόν- αντίπαλο που να μπορεί να τον απειλήσει έναντι του διλήμματος περί σταθερότητας που φιλοτεχνεί και θα θέσει σκληρά στον κατάλληλο προεκλογικό χρόνο.
Εγκλωβισμένος εκ των πραγμάτων στη στρατηγική της αυτοδυναμίας ο πρωθυπουργός θα μελετά τις δημοσκοπήσεις και θα προσαρμόζει την τακτική του όχι τόσο ως προς την πρώτη θέση, που φαίνεται εξασφαλισμένη, όσο ως προς τις επιλογές που θα πρέπει να κάνει το βράδυ της πρώτης Κυριακής των εκλογών. Βασική επιλογή παραμένει η διαπίστωση του αδιεξόδου σχηματισμού κυβέρνησης και η επίρριψη ευθυνών στην αντιπολίτευση ώστε να σκληρύνει ακόμα περισσότερο το δίλημμα της ακυβερνησίας και να κερδίσει την αυτοδυναμία στις επαναληπτικές εκλογές.
Η Ν.Δ βλέπει τον χώρο εκλογικής της επιρροής να έχει συρρικνωθεί και το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2024 (28,3%) να καταγράφεται και δημοσκοπικά, κι έτσι να δυσκολεύει πολύ τον τελικό στόχο. Λογικό είναι να διεκδικήσει την διεύρυνση αυτής της επιρροής σε δύο κατευθύνσεις: αφενός προς την –κατά τον Ευ. Βενιζέλο– “άπω δεξιά“, όπου κυριαρχεί ο Κυριάκος Βελόπουλος και ίσως εμφανιστεί ο Αντώνης Σαμαράς με νέο κόμμα, αφετέρου προς το κέντρο όπου σημειώθηκαν σημαντικές απώλειες στις ευρωεκλογές.
Σε αυτή την προσπάθεια, ωστόσο, δεν είναι άοπλος.
Οι τελευταίες παρεμβάσεις των Άδωνι Γεωργιάδη και Θάνου Πλεύρη με το αντι-αριστερό κρεσέντο κατά διεθνών οργανισμών για το μεταναστευτικό, επιβεβαιώνουν ότι οι δύο υπουργοί είναι σταθερά οι φύλακες των δεξιών συνόρων, απέναντι στην Ελληνική Λύση και τις ηχηρές υπερδεξιές παρεμβάσεις της Αφροδίτης Λατινοπούλου.
Ποιό θα είναι το επιχείρημα;
Τι περισσότερο μπορούν να πουν (περί μεταναστών και άλλων τινών) στο σκληρά δεξιό ακροατήριο ο Βελόπουλος και η Λατινοπούλου που δεν το λένε -και δη από τον κυβερνητικό άμβωνα- οι Γεωργιάδης και Πλεύρης; Η παράμετρος Σαμαρά ίσως μεταβάλλει τα πράγματα καθώς οι δύο “σαμαρικοί” υπουργοί θα έχουν δυσκολία να αντιπαρατεθούν με τον πολιτικό τους μέντορα.
Από την άλλη, προς το κέντρο ο πρωθυπουργός έχει, πλην του δικού του διεισδυτικού προφίλ, έναν ακόμα σύμμαχο. Ο δημοφιλής πρόεδρος, πλέον, του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης είναι ο φύλακας της μεθορίου μεταξύ κεντροδεξιάς και κέντρου, ικανός πιθανώς να προσελκύσει κι εκείνο το τμήμα των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που βλέπουν πάντοτε θετικά μία επανάληψης της συγκυβέρνησης του 2012-15.
Όλα αυτά συγκροτούν ένα άθροισμα πιθανών τακτικισμών που μπορεί να είναι αποτελεσματικό μόνο εφόσον η κυβέρνηση αναμετρηθεί επιτυχώς με τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που έρχονται από τα προηγούμενα χρόνια και θα κρίνουν και τη νέα χρονιά.
Η κυβέρνηση είναι σοβαρά πληγωμένη, βασίζεται όμως στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν μπορεί να προβάλλει πειστικό αφήγημα διακυβέρνησης. Ο Νίκος Ανδρουλάκης παλεύει ακόμα με την “ακούνητη βελόνα” του ΠΑΣΟΚ στις μετρήσεις, η δε κεντροαριστερά παραμένει κατακερματισμένη και αμήχανη.
Ίσως ο πρωθυπουργός χρειάζεται επιπλέον έναν πραγματικό πολιτικό αντίπαλο και έναν αόρατο έμμεσο σύμμαχο. Ο πρώτος είναι ο Αλέξης Τσίπρας που, όπως ελπίζουν στην κυβέρνηση, με την ίδρυση νέου πολιτικού φορέα θα προκαλέσει συσπείρωση της δεξιάς και κεντρώας βάσης της Ν.Δ.
Ο δεύτερος θα ήταν ένα κόμμα υπό την Μαρία Καρυστιανού που θα προκαλέσει αναταράξεις και μετακινήσεις στην κεντροαριστερά. Ενδεχομένως κάποιοι υποτιμούν ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε οδό διαφυγής και για δεξιούς ψηφοφόρους, σε κάθε περίπτωση όμως ο χάος που θα προκληθεί ίσως αποδειχθεί …δημιουργικό για τον πρωθυπουργό που ελπίζει ότι έτσι θα ενισχύσει το προφίλ κυβερνησιμότητας του κόμματός του και του ιδίου.