Μεταξύ χαρωπής ευμάρειας και καταστροφής…
Αυτό που απουσιάζει, μεταξύ άλλων, από τη δημόσια συζήτηση και κατ΄ επέκταση την πολιτική αντιπαράθεση είναι ο νηφάλιος λόγος για τη χώρα. Και καθώς δύει κι αυτή η χρονιά η απουσία αυτή γίνεται πιό ηχηρή επειδή όσα έπονται (στην επόμενη που είναι και …προεκλογική) είναι μάλλον βέβαιο πώς δεν θα επιτρέψουν να ειπωθεί και να ακουστεί κάτι τέτοιο. Είναι δύσκολο, άλλωστε, όταν συγκρούονται συχνά δύο αφηγήματα: αυτό της ευμάρειας και το άλλο της μιζέριας.
Κορυφαίος υπουργός αισθάνθηκε την ανάγκη να διατυπώσει δημόσια πώς οι χιλιάδες άνθρωποι που κατέκλυσαν το εορταστικό κέντρο της Αθήνας με ανοιχτά τα εμπορικά καταστήματα, το Σαββατοκύριακο, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι η κοινωνία είναι χαρωπή και δουλεύει σαν καλοκουρδισμένο ελβετικό ρολόϊ. Άλλος, πρόσφατα, έλεγε με φουσκωμένη αυτοπεποίθηση ότι τα γεμάτα εστιατόρια αυτές τις γιορτινές μέρες δείχνουν ότι κυκλοφορεί χρήμα στην αγορά. Η κεντρική εκφώνηση μιλά για μία χώρα-υπόδειγμα που κινείται με ασφάλεια και αισιοδοξία όταν μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες παλινδρομούν. Στο φινάλε, όμως, η ευμάρεια δεν μετριέται από το εάν είναι γεμάτα τα μπουζούκια στον Ρέμο ή τον Αργυρό…
Στην αντίπερα όχθη η αντιπολίτευση περιγράφει σε μαύρο φόντο μία Ελλάδα σε κρίση υπό την δαμόκλειο σπάθη μιας απειλής οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Ούτε αυτό ισχύει.
Αμφότεροι επικαλούνται στοιχεία: οι μεν τις εγκωμιαστικές εκθέσεις διεθνών οίκων αξιολόγησης, οι δε αυτά της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ για τις ανισότητες και την ακρίβεια. Εν μέρει και οι δύο έχουν δίκιο, είναι θέμα οπτικής γωνίας που βλέπει καθένας τα πράγματα, μόνο που για να είναι ακριβείς πρέπει να τα δούν από απόσταση ώστε να φαίνεται η συνολική εικόνα.
Παντού και πάντοτε, ακόμα και στις δυσκολότερες περιόδους, η παραοικονομία τροφοδοτούσε την ιδιωτική κατανάλωση, άλλοτε απλώς την συντηρούσε, άλλοτε την εκτόξευε. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εξηγήσει επαρκώς ότι, ακόμα και με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής μέσω πλαστικού χρήματος, POS και καλύτερων πιά ελεγκτικών μηχανισμών, κυκλοφορούν μερικές δεκάδες δισ. ευρώ σε μαύρο χρήμα.
Εκτός εάν πέσει πυρηνική βόμβα, σε μία πόλη πέντε εκατομμυρίων πάντοτε θα υπάρχουν μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που θα έχουν τη δυνατότητα να καταναλώσουν πολλά περισσότερα από την συντριπτική πλειονότητα.
Αυτές οι χιλιάδες που περιδιαβαίνουν αυτές τις μέρες το Σύνταγμα και την Ερμού, άλλωστε, δεν σημαίνει ότι αποτελούν και καταναλωτές. Πολλοί μοιράζονται μόνο την χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα της πόλης έχοντας πληρώσει μόνο το εισιτήριο του μετρό για να φτάσουν στο κέντρο. Ωστόσο, ναι, υπάρχουν και οι άλλοι που θα γεμίσουν χειμερινούς προορισμούς και ακριβά ρεβεγιόν.
Ανάμεσα στα δύο αφηγήματα υπάρχει μια χώρα σε αναμφίβολα πολύ καλύτερη κατάσταση απ΄ ότι παλαιότερα –ιδιαίτερα εάν το μέτρο σύγκρισης είναι η εποχή των μνημονίων, όταν σε 2-3 χρόνια χάσαμε το 25% του ΑΕΠ και είδαμε να εκπλειστηριάζεται της γενιάς που αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό.
Αλλά και μια χώρα που ένα μεγάλο τμήμα της αγκομαχά να βγάλει το μήνα, και οι νεότεροι (από τους 25άρηδες αγρότες στα μπλόκα μέχρι τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους εξειδικευμένους τεχνικούς κ.ά) ακόμα και τώρα είτε φεύγουν είτε σκέφτονται να φύγουν έξω. Με ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που την ταλανίζουν να είναι η έλλειψη συμπερίληψης, οι πτωχότεροι και κυρίως οι νέοι δεν έχουν πιά την προσδοκία ότι θα μπορέσουν να προχωρήσουν, να γίνουν κι αυτοί κοινωνοί όσων απολαμβάνει η κοινωνική ομάδα της ευμάρειας.
Ένας δείκτης, άλλωστε, που αποδείκνυε ότι η Ελλάδα προοδεύει ήταν ότι οι γενιές ένοιωθαν πώς μπορούσαν να ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους, κι αυτό συνέβαινε. Τώρα αυτή η βεβαιότητα δεν υφίσταται, όσα πτυχία κι αν αποκτήσουν, όσο άξιοι κι αν είναι.
Για να είμαστε δίκαιοι: το γεγονός ότι οι οικονομικοί δείκτες ευημερούν δεν είναι μαγική εικόνα και κάτι σημαίνει, η χώρα έχει προχωρήσει και, ακόμα καλύτερα, έχει δυνατότητες να προχωρήσει ακόμα περισσότερο. Για να αποκτήσει αυτό, όμως, υπόσταση, για να συμβεί πραγματικά, πρέπει να γίνουν ακόμα πολλά και κυρίως πρέπει να αμβλυνθούν οι ανισότητες. Κι αυτό είναι θέμα πολιτικής κατεύθυνσης και πολιτικής βούλησης για να μην ευημερούν οι αριθμοί και αφήνουν πίσω τους σημαντικά τμήματα της κοινωνίας.
Όσο, όμως, συγκρούονται τα αφηγήματα του “παράδεισος-κόλαση”, είναι δύσκολο να κάνουμε τα επόμενα βήματα. Ο νηφάλιος λόγος και οι μίνιμουμ συναινέσεις στα βασικά είναι απαραίτητες προϋποθέσεις. Και τα κόμματα που άσκησαν εξουσία, που έχουν στόχο την διακυβέρνηση ή την συμμετοχή στη διακυβέρνηση πρέπει πρωτίστως να απεγκλωβιστούν από το διχαστικό αυτό δίπολο μεταξύ “όλα πάνε τέλεια” και “ζούμε την καταστροφή”. Ίσως επειδή, επιπλέον, μπορεί να έρθουν έτσι τα πράγματα που θα εξαναγκαστούν να συνομιλήσουν.