Καστανίδης στο libre: Η κυβέρνηση αντί να διαφωτίζει, συσκοτίζει

 Καστανίδης στο libre: Η κυβέρνηση αντί να διαφωτίζει, συσκοτίζει

«Αν η κυβέρνηση ήταν ευαίσθητη σε θέματα δημοκρατικής νομιμότητας και ατομικών ελευθεριών, θα φρόντιζε να διευκολύνει την αποκάλυψη της αλήθειας και θα θωράκιζε την προστασία των πολιτών και των θεσμών με κανόνες σεβασμού της συνταγματικής τάξης», τονίζει στη συνέντευξή του στο libre o βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χάρης Καστανίδης με αφορμή την υπόθεση των υποκλοπών.

Μιλώντας για την γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, εξηγεί ότι «η εν λόγω γνωμοδότηση εκφεύγει των ορίων του νόμου στο μέρος της εκείνο με το οποίο υποδεικνύει στην ΑΔΑΕ το εύρος των αρμοδιοτήτων της».

Συνέντευξη

Κύριε Καστανίδη, το πολιτικό κλίμα έχει ενταθεί με αφορμή την γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, με την οποία καλεί επί της ουσίας την ΑΔΑΕ να μην ερευνά τυχόν αιτήματα παρακολούθησης. Προειδοποιεί μάλιστα «ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των σχετικών διατάξεων τόσο εκ μέρους κάποιου μέλους της ΑΔΑΕ όσο και εκ μέρους άλλων προσώπων». Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν συνηθίζεται ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί και αν πρέπει να ληφθεί ως βαρύνουσα η γνώμη του λόγω της θέσης του;

Καταρχάς, αμφισβητείται η δυνατότητα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί επί ερωτημάτων που διατυπώνουν ιδιώτες.

  • Το άρθρο 29 του  Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών, ναι μεν προβλέπει τη δυνατότητα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί επί νομικών ζητημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος, αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της ύλης και των θεμάτων που επιβάλλει το άρθρο αυτό για το σύνολο των εισαγγελικών λειτουργών, δηλαδή για ερωτήματα που υποβάλλουν υφιστάμενοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή για ερωτήματα που υποβάλλουν δημόσιες υπηρεσίες.

Η γνωμοδότηση του κυρίου Ντογιάκου περιλαμβάνει απειλές κυρώσεων κατά Ανεξάρτητης Αρχής που επιτελεί το καθήκον της, πράγμα απολύτως  ανοίκειο για ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό, καθώς το Σύνταγμα εφοδιάζει όχι μόνο τους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και τις ηγεσίες των Ανεξαρτήτων Αρχών με όμοια και απολύτως ισότιμη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.

  • Η τρίτη μου παρατήρηση είναι, ότι η εν λόγω γνωμοδότηση εκφεύγει των ορίων του νόμου στο μέρος της εκείνο με το οποίο υποδεικνύει στην ΑΔΑΕ το εύρος των αρμοδιοτήτων της, ορίζοντας ότι δεν μπορεί να επιχειρεί ελέγχους στην ΕΥΠ και σε παρόχους υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, όταν προηγουμένως έχει διατυπωθεί αίτημα πολίτη για την ενημέρωσή του.

Υπενθυμίζω, ότι ο ιδρυτικός νόμος της ΑΔΑΕ (ν. 3115/2003, άρθρο 6) προβλέπει πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να διενεργεί ελέγχους στις εγκαταστάσεις, τους εξοπλισμούς και τα αρχεία οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού παρόχου ή της ΕΥΠ, ελέγχοντας την τήρηση του νόμου, αρμοδιότητα που ασκείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από καταγγελία.

Συνεπώς, ακόμη κι αν έχει στερηθεί του δικαιώματος να ενημερώσει τον θιγόμενο πολίτη, δεν περιορίζεται στην άσκηση ελέγχου, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο η ΑΔΑΕ, πολύ περισσότερο που είναι υποχρέωσή της να ενημερώνει για κάθε θέμα άρσης του απορρήτου  τον Πρόεδρο της Βουλής, τους αρχηγούς των κομμάτων και τον υπουργό Δικαιοσύνης (άρθρο 8 του πρόσφατου ν.5002/2022).

Η αντίδραση της ΑΔΑΕ ήταν άμεση και ηχηρή. Καθώς μεταξύ άλλων τόνισε ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν μπορεί «να διατυπώνει γνώμη επί της ερμηνείας και εφαρμογής διατάξεων που αφορούν τις συνταγματικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, απευθύνοντας σε αυτήν κατευθυντήριες οδηγίες και απειλώντας μάλιστα με πρωτοφανή τρόπο τα μέλη της με βαρύτατες ποινικές κυρώσεις, αν ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους με τρόπο διαφορετικό από τον από αυτόν υιοθετούμενο». Είναι σωστή η θέση της Αρχής;

Η θέση της ΑΔΑΕ είναι απολύτως σωστή και ταυτίζεται με όσα σας είπα παραπάνω.

Πάντως αν δούμε το θέμα καθαρά «επικοινωνιακά», η γνωμοδότηση του κ. Ντογιάκου μάλλον βλάπτει την κυβέρνηση ,καθώς δημιουργεί υπόνοιες για «παρεμβάσεις» και προσπάθεια ενός νέου ελέγχου του σκανδάλου των υποκλοπών με τη χρήση του predator.  Να θυμίσω ότι το ΠΑΣΟΚ στην ανακοίνωσή του τονίζει μεταξύ άλλων ότι «η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φέρει βαριά την ευθύνη για το πλήγμα στους θεσμούς και το Κράτος Δικαίου».

Την κυβέρνηση ελάχιστα ενδιαφέρει η επικοινωνιακή βλάβη.

  • Αν η κυβέρνηση ήταν ευαίσθητη σε θέματα δημοκρατικής νομιμότητας και ατομικών ελευθεριών, θα φρόντιζε να διευκολύνει την αποκάλυψη της αλήθειας και θα θωράκιζε την προστασία των πολιτών και των θεσμών με κανόνες σεβασμού της συνταγματικής τάξης.

Απεδείχθη σε σύντομο χρονικό διάστημα ότι πρόκειται για κυβέρνηση που θέλει να κρατήσει ανομήματα στο σκοτάδι.

Σύμφωνα με δήλωση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Νίκου Φίλη «ο κ. Ντογιάκος είχε σπεύσει να διατάξει έρευνα για το πώς αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, και όχι για την ουσία του». Ποιος και πως ελέγχει τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε τέτοιου είδους περιπτώσεις;

Τον έλεγχο επί των πράξεων ή παραλείψεων του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έχει ο εκάστοτε υπουργός Δικαιοσύνης.

Κατά το άρθρο 91 του Συντάγματος, ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να κινήσει τη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού.

Αλλά, υποπτεύομαι ότι δεν θα το πράξει ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης.

Τελικά, αυτό που ονομάζεται «τοξικό κλίμα», ποιος και πως το προκαλεί;

Χρειάζεται να μιλήσω για τα αυτονόητα;

  • Έχουμε μια κυβέρνηση που, αντί να διαφωτίζει, συσκοτίζει.
  • Έχουμε μια κυβέρνηση που, παρά τη δημόσια ομολογία των λαθών της από τον πρωθυπουργό, επιβάλλει σε αρμόδιους κρατικούς λειτουργούς και πολιτικά στελέχη της, τείχος σιωπής, με την επίκληση του απορρήτου, απόρρητο που ουδείς νομίμως μπορεί να προβάλλει έναντι της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, εξεταστικών επιτροπών  ή έναντι της ΑΔΑΕ.
  • Έχουμε, επίσης, μια κυβέρνηση που προσφάτως νομοθέτησε για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, με την πρόθεση να καταστήσει ακόμη δυσκολότερο τον έλεγχο της δράσης ευαίσθητων υπηρεσιών ή ιδιωτών που σχετίζονται με την εμπορία ή τη χρήση κακόβουλων λογισμικών. Και κατόπιν αυτών με ρωτάτε, ποιος τροφοδοτεί το «τοξικό κλίμα»;