Σε τούτα τα… Γλυπτά κακιά σκουριά δεν πιάνει

 Σε τούτα τα… Γλυπτά κακιά σκουριά δεν πιάνει

Έπρεπε να υπάρξει αυτός ο (προπαγανδιστικός) βομβαρδισμός δημοσιευμάτων από βρετανικά μέσα ενημέρωσης (Guardian, Daily Mail, Telegraph, Bloomberg κ.ά) για να παραδεχθεί -παρεμπιπτόντως, σε μία συνέντευξή του στην ΕΡΤ- ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης πως διεξάγονται συνομιλίες με την βρετανική πλευρά σχετικά με τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα;

Η ερώτηση έχει προφανή απάντηση. Και το γεγονός πως επί περίπου δέκα μέρες η κυβέρνηση δεν είχε τοποθετηθεί έναντι όσων δημοσιεύονται στο Λονδίνο δημιούργησε εύλογες απορίες και υποψίες. Ακόμα και στην πρόσφατη ανακοίνωση της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, ουδεμία αναφορά γίνεται περί των μυστικών συνομιλιών που αποκαλύφθηκαν από τον βρετανικό Τύπο.

Αλλά και ο κ. Γεραπετρίτης, ο οποίος φέρεται εξ αυτών που διεξάγουν τις μυστικές συνομιλίες, δεν είχε πει κάτι τόσο καιρό. Όσα είπε, δε, με καθυστέρηση εγείρουν ερωτήματα: α. γιατί οι συνομιλίες δεν διεξάγονται μουσείο (Ακροπόλεως) με (Βρετανικό) μουσείο, αλλά μεταξύ του πρωθυπουργού και του στενού συνεργάτη του υπουργού Επικρατείας με τον πρόεδρο του British Museum Τζωρτζ Όσμπορν, υπερφιλόδοξο πρώην υπουργό Οικονομικών- όπως γράφουν οι βρετανικές εφημερίδες; β. γιατί παρακάμφθηκε η βρετανική κυβέρνηση, η οποία -εκ του βρετανικού νόμου- θα αναλάβει την πρωτοβουλία να φέρει το θέμα -εάν υπάρξει συμφωνία- του επαναπατρισμού των Γλυπτών στο Κοινοβούλιο; γ. τι ακριβώς έχει συζητηθεί έως τώρα; δ. είναι ακριβείς οι αποκαλύψεις των μέσων ενημέρωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο περί “δανεισμού” και ανταλλαγής με άλλες αρχαιότητες που βρίσκονται στα ελληνικά μουσεία;

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και το ότι, οι συνομιλίες που επιβεβαίωσε ο υπουργός Επικρατείας με καθυστέρηση διεξήχθησαν μετά την άρνηση του Βρετανού πρωθυπουργού Ρίτσι Σούνακ (στην συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη), πιθανώς και την γνωστοποίηση της αδυναμίας εμπλοκής του στην υπόθεση από τον βασιλιά Κάρολο.

Στην ουσία τώρα: η ανακοίνωση της κ. Μενδώνη (μετά το μπαράζ του βρετανικού Τύπου) ότι δεν νοείται αναγνώριση “νομής, κατοχής και κυριότητας” των Γλυπτών στο Βρετανικό μουσείο, είναι, αναμφίβολα, μια καθαρή θέση και συντονίζεται πλήρως με την πάγια εθνική θέση.

Άρα, τίποτε άλλο δεν θα έπρεπε και δεν θα μπορούσαν να συζητούν με την βρετανική πλευρά (έστω και με τον προαναφερθέντα παράδοξο τρόπο) ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Επικρατείας.

Κανένα σενάριο μακροχρόνιου δανεισμού ή ανταλλαγής δεν θα μπορούσε να είναι ηθικά αποδεκτό, όπως επίμονα επισημαίνουν επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες η Μελίνα Μερκούρη, κυβερνήσεις, Πρόεδροι Δημοκρατίας (οι δύο σχετικές ομιλίες του Προκόπη Παυλόπουλου είναι σαφείς), αρχαιολόγοι, ιστορικοί και εγνωσμένου κύρους καθηγητές πανεπιστημίου.

Αλλά και η ίδια η συνείδηση του έθνους που κατηγορηματικά θεωρεί “κόκκινη γραμμή” ότι κάτι που είναι προϊόν κλοπής (Έλγιν) δεν μπορεί να δανειστεί, μόνο να επιστραφεί ως δωρεά (όπως έγινε με το θραύσμα Fagan και τις αρχαιότητες που επιστρέφονται από τη συλλογή του Βατικανού) και με πλήρη αναγνώριση της κυριότητας στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να απαιτήσουμε και μία συγγνώμη, αλλά, ας πούμε ότι παρέλκει…

Όλοι θέλουμε να δούμε τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Μουσείο της Ακρόπολης. Και η κυβέρνηση που θα επιτύχει -με βάση όλα τα παραπάνω- μία τέτοια συμφωνία, 200 χρόνια μετά, θα επιβραβευθεί ιστορικά. Όμως αυτή η ιστορική επιβράβευση δεν πρέπει να γίνει αντικείμενο ψηφοθηρίας και επίδειξης πατριωτισμού σε προεκλογικό χρόνο. Ούτε αντικείμενο πολιτικής πόλωσης. Και σε αυτό τον βωμό δεν δικαιούται κανείς να κάνει εκπτώσεις.

Όσος μιθριδατισμός κι αν έχει επικρατήσει σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας μας, ο επαναπατρισμός και η επανένωση των Γλυπτών δεν μπορεί να συμβεί όπως να΄ναι. Δεν μπορεί να γίνει με όρους περιοδεύοντος θιάσου αλλά μόνο με αυτό που ορίζει η έννοια της επανένωσης. Οριστικά, αμετάκλητα, και με ελληνική κυριότητα.

Γι αυτό επιβάλεται πλήρης διαφάνεια. Αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: αυτό που κατανοούμε πολλοί στην Ελλάδα, ήτοι την πίεση της προεκλογικής συγκυρίας και την ανάγκη ενός ακόμα επικοινωνιακού πυροτεχνήματος, την κατανοούν πλήρως και στο Λονδίνο. Δεν είναι κουτοί. Ίσως έτσι εξηγείται η πυκνότητα, η ένταση και οι λεπτομέρειες των βρετανικών δημοσιευμάτων. Προπαγανδίζουν την επιστροφή ως δήθεν προσφορά στον παγκόσμιο πολιτισμό και βρετανική γαλαντομία, ενώ πίσω από τις γραμμές επιδιώκεται μία συμφωνία που κρύβει διαβόλους στις λεπτομέρειες. Δηλαδή, την έμμεση αποδοχή εκ μέρους μας της βρετανικής κυριότητας.

Στο πλευρό της κυβέρνησης, λοιπόν, αλλά με διαύγεια και ευλαβική τήρηση της εθνικής θέσης που συμπαγώς αναφέρεται και στην σχετική τοποθέτηση της Unesco…

Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού
και στ’ αγεριού το πόδι

Εδώ το φως εδώ ο γιαλός
χρυσές γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν
τα σίδερα μασάνε

Γιάννης Ρίτσος