Άρση απορρήτου επικοινωνιών/Ένα αμφιλεγόμενο νομοθέτημα – Πέντε ειδικοί (συνταγματολόγοι, νομικοί) αναλύουν στο libre τα υπέρ και τα κατά

 Άρση απορρήτου επικοινωνιών/Ένα αμφιλεγόμενο νομοθέτημα – Πέντε ειδικοί (συνταγματολόγοι, νομικοί) αναλύουν στο libre τα υπέρ και τα κατά

Η «εθνική ασφάλεια» και το λεγόμενο «εθνικό συμφέρον», είναι μεταξύ εκείνων που επικαλούνται κατά καιρούς οι κυβερνώντες για να δικαιολογήσουν τους λόγους για τους οποίους κάποια πρόσωπα παρακολουθούνταν. Παλαιότερα από την ΚΥΠ και αργότερα από την ΕΥΠ.

Σ’ ό,τι αφορά τα πολιτικά ειδικά τα πρόσωπα η απόπειρα παρακολούθησης τους Νίκου Ανδρουλάκη μέσω ενός λογισμικού (predator) και στη συνέχεια η… επισύνδεση του κινητού από την ΕΥΠ, έφεραν στην επιφάνεια σειρά ζητημάτων και προβλημάτων που δεν επιλύθηκαν όμως στις συνεδριάσεις τόσο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής όσο και στην Εξεταστική Επιτροπή.

Τα προβλήματα για την άρση του απόρρητου επικοινωνίας των βουλευτών επιχειρεί να λύσει ένα νέο νομοθέτημα. Για τα υπέρ και τα κατά της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης γράφουν οι:

  • Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητή Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ
  • Κώστας Μποτόπουλος, Συνταγματολόγος
  • Ακρίτας Καϊδατζής, αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.
  • Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Δημήτρης Βερβεσός, Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Το απόρρητο της επικοινωνίας των πολιτικών προσώπων

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Η προτεινόμενη νέα ρύθμιση για την άρση του απορρήτου της επικοινωνίας των πολιτικών προσώπων για λόγους εθνικής ασφάλειας, διορθώνει ένα συνταγματικό λάθος της ισχύουσας νομοθεσίας, η οποία δεν προέβλεπε αυξημένες εγγυήσεις για την ενεργοποίηση της διαδικασίας της άρσης του απορρήτου στην περίπτωση των βουλευτών και άλλων πολιτικών θεσμικών παραγόντων.

Η παρακολούθηση από την ΕΥΠ του κινητού τηλεφώνου του ευρωβουλευτή και Προέδρου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, απλώς με εγκριτική διάταξη της αποσπασμένης στην ΕΥΠ εισαγγελέως, η οποία μάλιστα φέρεται να έχει δηλώσει ότι δεν θα δίσταζε να διατάξει άρση του απορρήτου ακόμα και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αν εκτιμούσε ότι αυτό επιβαλλόταν από λόγους εθνικής ασφάλειας, έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της τροποποίησης της σχετικής νομοθεσίας, ιδίως από τη στιγμή που η αρμόδια εισαγγελέας – αλλά σε μία πρώτη φάση και η Κυβέρνηση – δεν φαίνεται να είχαν συνειδητοποιήσει την αντισυνταγματικότητά της.

Πράγματι, στην περίπτωση των βουλευτών ή των ευρωβουλευτών, η άρση του απορρήτου, για λόγους εθνικής ασφάλειας, αλλά (κατά τη γνώμη μου) και για τη διακρίβωση εγκλημάτων, προϋποθέτει προηγούμενη άδεια της Βουλής ή αντίστοιχα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αφού η σχετική εισαγγελική διάταξη αποτελεί περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας των προσώπων αυτών και υπάγεται συνεπώς στις εγγυήσεις του ακαταδίωκτου κατά το άρθρο 62 Συντ.

  • Το ίδιο ισχύει και στην Ιταλία, με ρητή συνταγματική πρόβλεψη, η οποία θεωρείται ως εξειδίκευση της ratio του ακαταδίωκτου, αλλά και στη Γαλλία, χωρίς ρητή συνταγματική πρόβλεψη, με βάση την ερμηνεία της έννοιας του ακαταδίωκτου και την υπαγωγή των τηλεφωνικών υποκλοπών των βουλευτών στο νομικό πραγματικό του.

Στην προκειμένη περίπτωση είναι εύλογο η άδεια για την άρση του απόρρητου επικοινωνίας των βουλευτών να χορηγείται μόνο από τον Πρόεδρο της Βουλής, ώστε να μην υπάρχει δημοσιότητα της σχετικής διαδικασίας, αφού άρση του απορρήτου κατόπιν προειδοποιήσεως είναι σχήμα οξύμωρο. Ειδικότερα όμως όσον αφορά τους ευρωβουλευτές, η αρμοδιότητα χορήγηση της άδειας ανήκει σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Κατά την προτεινόμενη ρύθμιση οι αυξημένες εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου ισχύουν όχι μόνο για τους βουλευτές και του ευρωβουλευτές, αλλά και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τα μέλη της Κυβέρνησης και τους υφυπουργούς, τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή ( αν δεν είναι βουλευτές), καθώς και για τους δημάρχους  και τους περιφερειάρχες. Αλλά για τους τελευταίους αυτούς δεν υπάρχει συνταγματική κάλυψη (π.χ. άρθρο 62 για τους βουλευτές, άρθρο 49 για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, άρθρο 86 για τα μέλη της Κυβέρνησης) για την επαύξηση των εγγυήσεων του άρθρου 19§1 Συντ.

Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, απαιτείται ex ante η άδεια του Προέδρου της Βουλής ή όταν δεν υπάρχει Βουλή ή προηγούμενος Πρόεδρος της Βουλής η άδεια του Πρωθυπουργού. Νομίζω όμως ότι ειδικότερα στην περίπτωσή του Προέδρου της Δημοκρατίας, θα έπρεπε να απαγορεύεται απολύτως η άρση του απορρήτου, εκτός εάν έχει ανασταλεί η άσκηση των καθηκόντων του λόγω παραπομπής του σε δίκη για εσχάτη προδοσία ή παραβίαση με πρόθεση του Συντάγματος κατά το άρθρο 49 Συντ.

  • Με τη νέα ρύθμιση επιχειρείται η οριοθέτηση της έννοιας της «εθνικής ασφάλειας», την οποία δανείστηκε το άρθρο 19§1 του Συντάγματος του 1975 από το άρθρο 15 των «Συνταγμάτων» της δικτατορίας, όχι για λόγους υστεροβουλίας του συνταγματικού νομοθέτη του 1975, αλλά μάλλον επειδή την βρήκε πρόχειρη.

Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω στην εισήγησή μου στην Ημερίδα του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στις 20.10.2022, το γεγονός ότι η άρση του απορρήτου στο άρθρο 19§1 Συντ. τελεί υπό «δικαστική επιφύλαξη», άρα για λόγους απονομής της δικαιοσύνης, περιορίζει a priori την έκταση της έννοιας αυτής, η οποία δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε τυποποιημένα εγκλήματα κατά της εθνικής ασφάλειας, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η άρση του απορρήτου όχι μόνο για τη διακρίβωσή τους, αλλά και για την πρόληψή τους.

  • Ωστόσο και υπό τη νέα ρύθμιση η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» παραμένει αποσυνδεδεμένη από το ποινικό δίκαιο, ως εάν η εισαγγελική διάταξη να αποτελεί μια πράξη διοικητικής φύσης, κάτι όμως που προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 19§1 Συντ. αλλά και στην απαγόρευση άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς κατά το άρθρο 89§3 Συντ.

Συνταγματικώς προβληματική είναι και η ρύθμιση για την ενημέρωση του θιγομένου προσώπου, σε περίπτωση παρακολούθησης του για λόγους εθνικής ασφάλειας, μετά την πάροδο τριών ετών από την άρση του απορρήτου και μάλιστα υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή μόνον εάν δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο αυτό διατάχθηκε και μετά από απόφαση ειδικού τριμελούς οργάνου. Αυτό που διακυβεύεται περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση είναι το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του θιγομένου.

*Αναδημοσίευση από Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης» www.constitutionalism.gr

Επισυνδέσεις κι ανασυνθέσεις

Κώστας Μποτόπουλος, Συνταγματολόγος

Ας αρχίσουμε με τα αυτονόητα: οι υποκλοπές –«επισυνδέσεις», όπως τις μάθαμε στην επίσημη, και «καλλωπιστική», μορφή τους- αποτελούν, στο μέτρο που είναι παράνομες -όπως πιθανότητα ήταν στην «υπόθεση Ανδρουλάκη»- αντιδημοκρατική πρακτική, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, πόσο μάλλον αναδρομικά, με νομοθετικές παρεμβάσεις.

Από την άλλη, οποιαδήποτε βελτίωση στο νομικό πλαίσιο διαδικασιών που συνδέονται άμεσα με ατομικά δικαιώματα -όπως είναι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών- είναι καλοδεχούμενη, αρκεί:

– να μην εμφανίζεται ως πανάκεια

-δεν μπορεί, συνεπώς, και δεν πρέπει, οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση να αυτό-χαρακτηρίζεται «εξαντλητική», όπως γίνεται στο νομοσχέδιο που θα σχολιαστεί σε αυτές τις γραμμές, ούτε να αποτελεί την αιχμή «αντεπίθεσης» από μια κυβέρνηση που αναγκάστηκε να προσφύγει στη νομοθετική πρωτοβουλία λόγω δικού της ατοπήματος,

– να πηγαίνει στην ουσία των πραγμάτων -κάτι που είναι συζητήσιμο για το επίμαχο νομοσχέδιο,

– να σέβεται και να υπολογίζει τη λειτουργία ανεξάρτητων Αρχών που είναι επιφορτισμένες με την προστασία των δικαιωμάτων -κάτι που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έγινε, με αποτέλεσμα η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών να εκφράσει δημοσίως πρωτοφανή, όσο και δικαιολογημένη, διαμαρτυρία.

  • Τούτων δοθέντων, το πρόσφατα δημοσιοποιημένο και ήδη υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για το απόρρητο των επικοινωνιών (περιέχει επίσης διατάξεις για την κυβερνο-ασφάλεια και για τα προσωπικά δεδομένα), θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συγκροτείται από ένα μίγμα

α) παραδοχής σφαλμάτων ή κενών στην ως τώρα διαδικασία: κριτήρια επιλογής Διοικητή ΕΥΠ, κατάργηση απευθείας σύναψης απόρρητων συμβάσεων για προμήθεια λογισμικού από το Κέντρο Τεχνολογικής Ανάπτυξης της ΕΥΠ, έλλειψη ειδικών εγγυήσεων για τα πολιτικά πρόσωπα,

β) κάλυψης δια της θεωρίας επιλογών που μπορούν να κριθούν μόνο στην πράξη: προσδιορισμός έννοιας «εθνικού συμφέροντος», σύσταση μονάδας Εσωτερικής Επιθεώρησης εντός ΕΥΠ και γενικώς διοικητική αναδιοργάνωση της υπηρεσίας, «ποινικοποίηση», δικαιολογημένη αλλά και εν μέρει αποπροσανατολιστική, της χρήσης κακόβουλου λογισμικού, η οποία, με ευθύνη κυρίως της προηγούμενης κυβέρνησης, είχε υπερβολικά χαλαρώσει,

γ) ορισμένων αλλαγών ουσίας, που απαιτούν σύντομη ανάλυση:

i) ο περιοριστικός προσδιορισμός της δεξαμενής από την οποία θα μπορεί να επιλεγεί Διοικητής της ΕΥΠ (διπλωμάτης ή απόστρατος ανώτατος αξιωματικός) είναι, κατά τη γνώμη μου, άστοχος: ο στενός (και μάλλον αυθαίρετος) κύκλος, απλώς δυσκολεύει και τίποτα δεν εγγυάται. Για κάθε επιλογή προσώπων σημασία έχει η εύρεση των κατάλληλων και, προκειμένου περί ανεξάρτητων Αρχών, των λιγότερο επιρρεπών σε πιέσεις, καθώς και η εν τοις πράγμασι αποχή της πολιτικής ηγεσίας από τέτοιες πιέσεις και αναμίξεις,

ii) η θέσπιση ειδικής διαδικασίας για πολιτικά πρόσωπα είναι καταρχήν θετική, αλλά το σχέδιο διάταξης θεωρώ ότι παρουσιάζει δύο επιμέρους προβλήματα: την εμπλοκή, στην κρίση περί άρσης του απορρήτου, του Προέδρου της Βουλής, ενός πολιτικού, μη ουδέτερου και ίσως και μη σχετικού προσώπου, και την προσθήκη δεύτερου Εισαγγελέα χωρίς κατάργηση του «ειδικού» Εισαγγελέα της ΕΥΠ,

iii) η κατοχύρωση -υπό τη μορφή επανόδου πρόβλεψης που αδικαιολόγητα είχε καταργηθεί από την παρούσα κυβέρνηση- της ενημέρωσης του υποκειμένου εις βάρος του οποίου γινόταν η παρακολούθηση ήταν απαραίτητη. Θεωρώ ωστόσο εντελώς λανθασμένη -και, μαζί με την γενικότερη αποδυνάμωση της ΑΔΑΕ, ενδεικτική υπερτονισμού της «ασφάλειας» σε σχέση με την προστασία του απορρήτου- την υποχρεωτική πάροδο 3 χρόνων (σε περίπτωση που δεν ανευρίσκονται στοιχεία, η ενημέρωση θα έπρεπε να γίνεται άμεσα) και υπερβολικά «βαριά» τη διαδικασία διακρίβωσης του σκοπού (από 2 Εισαγγελείς και τον πρόεδρο της ΑΔΑΕ),

iv) η εξειδίκευση των εγκλημάτων για τα οποία χωρεί άρση του απορρήτου είναι θετική, όπως και η τυποποίηση της διαδικασίας καταστροφής των φακέλων (αν και τα 10 χρόνια μού φαίνονται υπερβολικά μεγάλο διάστημα, ιδίως σε περιπτώσεις που η παρακολούθηση δεν έχει δώσει αποτέλεσμα).

Συμπέρασμα: η νομοθετική πρωτοβουλία δεν είναι άχρηστη και πάντως σίγουρα δεν αποτελεί «νομοθετική ταφόπλακα», όπως, με τη γνωστή του αμετροέπεια, διακήρυξε στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη είναι μάλλον φλύαρη και άτολμη και δεν είναι σε θέση να «λύσει» ένα σημαντικό, και νομικά και πολιτικά, ζήτημα, για το οποίο απαιτείται δημοκρατική συναίσθηση, βούληση και πρακτική αυτοσυγκράτησης εκ μέρους της εκάστοτε κυβέρνησης.

Θεσμικά απρόσφορο το νομοσχέδιο για το απόρρητο των επικοινωνιών

Ακρίτας Καϊδατζής, Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Η πολυδιαφημισμένη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για το απόρρητο των επικοινωνιών είναι μια μεγάλη απογοήτευση. Πολύ ‘λίγη’ από κάθε άποψη. Με νομοτεχνικές αστοχίες, βαρύνεται με μια ασυγχώρητη θεσμική απρέπεια, περιέχει δύο εξόχως προβληματικές διατάξεις και αρκετές άλλες που προκαλούν ερωτηματικά. Κυρίως όμως δεν δίνει καμιάν απολύτως απάντηση στα μεγάλα προβλήματα που αναδείχθηκαν τους προηγούμενους μήνες.

Νομοτεχνικά, το νομοσχέδιο είναι εμφανές ότι καταρτίστηκε πρόχειρα και χωρίς προσεκτική και σε βάθος επεξεργασία. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι εξοπλίζει τον πρόεδρο της βουλής με μιαν αρμοδιότητα, την προηγούμενη άδειά του για την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, που όμως, τουλάχιστον όσον αφορά τους βουλευτές, μόνον από τον κανονισμό της βουλής θα μπορούσε να δοθεί και όχι με νόμο. Όσο δεν τροποποιείται ο κανονισμός, η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να ισχύσει.

Η ανεπαρκέστατη επεξεργασία του νομοσχεδίου οφείλεται βεβαίως και στο ότι από την κατάρτισή του αποκλείστηκαν αδικαιολόγητα οι κατεξοχήν ειδικοί για τα θέματα που ρυθμίζει, τα μέλη και οι επιστήμονες της ανεξάρτητης αρχής διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών. Που δεν είναι απλώς ειδικοί, αλλά οι κατά το σύνταγμα αρμόδιοι.

  • Η αγνόησή τους συνιστά βαρύτατη θεσμική απρέπεια. Που μεγεθύνεται από την παντελή έλλειψη προβλέψεων για τη θεσμική θωράκιση και τη λειτουργική ενίσχυση της αρχής, παρά τη συνταγματική κατοχύρωσή της στο άρθρο 19 παρ. 2 του συντάγματος ως εγγυητή του απορρήτου.

Τα μεγάλα προβλήματα των ρυθμίσεων του νομοσχεδίου είναι δύο.

  • Το άρθρο 3 δίνει έναν σοκαριστικά ευρύ ορισμό των λόγων εθνικής ασφάλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν άρση του απορρήτου. Περίπου τα πάντα μπορεί να θεωρηθεί ότι «επιφέρουν πλήγμα στις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές της χώρας». Η ενδεικτική, και όχι εξαντλητική, εξειδίκευση αυτής της αόριστης, και ευρύτατης, έννοιας κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Μπορούμε να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος, αν αναλογιστούμε ότι τις έννοιες αυτές θα κληθούν να τις εφαρμόσουν και άρα να τις ερμηνεύσουν τα στελέχη της ΕΥΠ, που, όπως με οδυνηρό τρόπο διαπιστώσαμε, απολαμβάνουν στην πράξη μιαν ιδιότυπη ασυλία υπεκφεύγοντας κάθε έλεγχο.
  • Το άρθρο 19 παρ. 1 του συντάγματος διακηρύσσει την «απόλυτη» προστασία του απορρήτου –ένας όρος που, σημειολογικά τουλάχιστον, είναι ανατριχιαστικά απών από το νομοσχέδιο και την αιτιολογική έκθεση που το συνοδεύει. Αυτό σημαίνει ότι κανόνας είναι το απόρρητο, ενώ η άρση του οφείλει να παραμένει η εντελώς οριακή εξαίρεση. Η πρωτοφανής διεύρυνση των λόγων εθνικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογήσουν την άρση συνιστά εν δυνάμει αντιστροφή της σχέσης κανόνα – εξαίρεσης και κατά τούτο θέτει ένα προφανές ζήτημα συνταγματικότητας.

Περαιτέρω, στο άρθρο 4 προβλέπεται ότι γνωστοποίηση της άρσης στον θιγόμενο μπορεί να γίνει μόνο μετά την παρέλευση τριετίας από την παύση της. Ο αδικαιολόγητα μακρύς αυτός χρόνος κατ’ αποτέλεσμα παρακωλύει, αν δεν αναιρεί, τη δυνατότητα ελέγχου νομιμότητας του μέτρου. Οτιδήποτε λιγότερο από την κατάργηση του διαβόητου άρθρου 87 του ν. 4790/2021 και επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος γνωστοποίησης στους θιγόμενους πρέπει να θεωρηθεί ότι αντίκειται όχι μόνο στο άρθρο 19 του συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, που επιμένει στη δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου νομιμότητας.

Όμως το νομοσχέδιο είναι απολύτως ανεπαρκές όχι τόσο για όσα περιέχει όσο γι’ αυτά που παραλείπει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που ανέκυψε από την αποκάλυψη του σκανδάλου των παρακολουθήσεων είναι ότι η μαζικότητα των άρσεων του απορρήτου τις καθιστά κατ’ αποτέλεσμα ανέλεγκτες.

Το 2021 εγκρίθηκαν από την αρμόδια εισαγγελέα περίπου 15.000 τέτοια αιτήματα. Αυτό σημαίνει ότι, με περίπου 250 εργάσιμες μέρες στο έτος, η εισαγγελέας ενέκρινε κατά μέσον όρο εξήντα αιτήματα την ημέρα, μετά από έλεγχο, υποτίθεται, της νομιμότητάς τους. Στην πραγματικότητα, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να έκανε οτιδήποτε άλλο από απλό rubber-stamping, μια απλή και προσχηματική υπογραφή μετά από υποτυπώδη ή ανύπαρκτο έλεγχο.

Η, κατά το σύνταγμα απόλυτη, προστασία του απορρήτου απαιτεί πραγματικούς και ενδελεχείς ελέγχους για την άρση του. Αυτό προϋποθέτει την επιβολή πλαφόν, ανώτατου ορίου των διατάξεων άρσης, σε αριθμούς που θα επιτρέπουν τον αποτελεσματικό έλεγχό τους. Το πλέον ενδεδειγμένο όργανο για έναν τέτοιο έλεγχο δεν είναι ένας ή περισσότεροι εισαγγελικοί λειτουργοί, αλλά ένα συμβούλιο δικαστών της διοικητικής δικαιοσύνης, που είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τον έλεγχο νομιμότητας της κατασταλτικής δράσης της διοίκησης.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και ο ρόλος της ΑΔΑΕ

Ξενοφών Κοντιάδης,  Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

1. Η δυνατότητα ενημέρωσης του παρακολουθούμενου 3 χρόνια μετά την παρακολούθηση είναι ασύμβατη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η καταστροφή του υλικού θα γίνεται μόλις 6 μήνες μετά την παύση ισχύος της σχετικής εισαγγελικής διάταξης, καθιστώντας την ενημέρωση αλυσιτελή.
2. Ο ορισμός της “εθνικής ασφάλειας” που προβλέπει το νομοσχέδιο είναι αντισυνταγματικός ως εξαιρετικά ευρύς, σε αντίθεση προς το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος που επιτάσσει στενή ερμηνεία.
3. Η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών δεν αποκτά τον συνταγματικά αρμόζοντα ρόλο στον έλεγχο της διαδικασίας άρσης του απορρήτου. Η ανεξάρτητη αρχή που συνέβαλε καθοριστικά στην αποκάλυψη του σκανδάλου των παρακολουθήσεων παραμένει υποβαθμισμένη, παρά τις σχετικές συνταγματικές ρυθμίσεις.

4. Το καθεστώς του ειδικού εισαγγελέα της ΕΥΠ διατηρείται ως έχει: “Iδρυματοποιημένος” και πρακτικά ενσωματωμένος στον μηχανισμό της. Οι οργανωτικές αλλαγές στην ΕΥΠ είναι επουσιώδεις, εκτός από την πρόβλεψη ότι καταργείται η δυνατότητα απόρρητων συμβάσεων στο διαβόητο Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτομίας. 

Νομοσχέδιο για την άρση του απορρήτου: μια ακόμα χαμένη ευκαιρία

Δημήτρης Κ. Βερβεσός, Πρόεδρος της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος

Η προ ημερών δημοσιοποίηση του κυβερνητικού νομοσχεδίου για την άρση του απορρήτου και τη λειτουργία της ΕΥΠ δεν ανταποκρίνεται στις εύλογες προσδοκίες των δημοκρατικών πολιτών, καθώς αποβλέπει σχεδόν αποκλειστικά στην επικοινωνιακή διαχείριση της συνεχιζόμενης δυσώδους υπόθεσης των παράνομων «επισυνδέσεων».

Η κυβερνητική πρόταση διαμορφώθηκε χωρίς ουσιαστική θεσμική διαβούλευση,  καθώς δεν συμμετείχαν ούτε οι λοιπές κοινοβουλευτικές δυνάμεις, ούτε η αρμόδια κατά το Σύνταγμα Ανεξάρτητη Αρχή (ΑΔΑΕ), ούτε άλλοι αρμόδιοι θεσμικοί φορείς, μεταξύ των οποίων και το δικηγορικό σώμα (που είναι εκ του νόμου, επίσημος σύμβουλος της Πολιτείας) και δεν αντιμετωπίζει τις παθογένειες ενός διάτρητου συστήματος προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι:

α) ο ενταγμένος στην δομή της ΕΥΠ Εισαγγελέας ειδικών καθηκόντων διατηρείται, χωρίς να ανατίθεται η αρμοδιότητα άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφαλείας  στο  δικαστικό συμβούλιο (που είναι πολυπρόσωπο όργανο συγκροτούμενο από δικαστικούς λειτουργούς), όπως συμβαίνει στην άρση απορρήτου για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα·

β) η υπό προϋποθέσεις ενημέρωση του θιγόμενου πολίτη μετά από τριετία δεν πληροί τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι θα έχει προηγηθεί η καταστροφή του σχετικού υλικού (κατά κανόνα σε έξι μήνες μετά την παύση ισχύος της σχετικής εισαγγελικής διάταξης)·

γ) είναι δυνατή στην πράξη η επ’ αόριστον άρση του απορρήτου με την επίκληση λόγων εθνικής ασφαλείας·

δ) ο Πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος θα χορηγεί άδεια άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών πολιτικών προσώπων για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν παρέχει τα ίδια εχέγγυα ανεξαρτησίας με την ΑΔΑΕ, καθώς εκλέγεται από την κυβερνητική πλειοψηφία και για το λόγο αυτό θα ήταν προτιμότερη η ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας, αν όχι στην κατά το Σύνταγμα ανεξάρτητη αρχή, σε άλλο πιο αντιπροσωπευτικό όργανο της Βουλής, όπως η διάσκεψη των Προέδρων, που είναι διακομματικό συλλογικό όργανο·   

ε) οι ελεγκτικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ παραμένουν κόλουρες·

στ)  η πολυδιαφημισμένη απαγόρευση των λογισμικών παρακολούθησης αμβλύνεται, καθώς εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Διοικητή της ΕΥΠ, ο οποίος συντάσσει κατάλογο απαγορευμένων λογισμικών.

Εν κατακλείδι, είναι σαφές ότι η Πολιτεία, εξακολουθεί να μην επιδεικνύει τα οφειλόμενα θεσμικά αντανακλαστικά για την λυσιτελή αντιμετώπιση ενός ζητήματος που τραυματίζει το δικαιοκρατικό κεκτημένο. Σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου διακυβεύεται η τήρηση του Συντάγματος και της ευρωπαϊκής δικαιϊκής τάξης, όσοι έχουν την ευθύνη της νομοθέτησης οφείλουν  να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.  Η δημοκρατία και ο νομικός μας πολιτισμός  δεν αντέχουν μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.