• 27 Ιουλίου, 2021

“Βόμβα” Αρείου Πάγου: Δικαίωση εργαζομένων ακόμα κι αν οι συμβάσεις τους κρίνονται άκυρες

 “Βόμβα” Αρείου Πάγου: Δικαίωση εργαζομένων ακόμα κι αν οι συμβάσεις τους κρίνονται άκυρες

Ακόμη και όταν οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου στο Δημόσιο κρίνονται άκυρες, οι εργαζόμενοι δικαιούνται πλήρως τις αποδοχές τους, βάσει απόφασης-“βόμβα” τουΑρείου Πάγου. Η απόφαση ανατρέπει τη μέχρι σήμερα νομολογία, σύμφωνα με την οποία εάν η πρόσληψη δεν ήταν καθ’ όλα νόμιμη, τότε ο εργαζόμενος όχι μόνο έχανε τη δουλειά του, αλλά και τα δεδουλευμένα του, παρ’ όλο που το Δημόσιο ή οι λοιποί φορείς του δημόσιου τομέα αποδέχονταν κανονικά την εργασία του.

Η υπόθεση που κρίθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (πρόεδρος η Αγγελική Αλειφεροπούλου και εισηγήτρια η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη) αφορά εργαζομένους στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου οι οποίοι εμφανίζονταν ως μαθητευόμενοι (stage) από το 2003, ενώ στην πραγματικότητα -όπως είχε αποφανθεί το Εφετείο Λάρισας- παρείχαν επί πολλά χρόνια την εργασία τους, όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους, οι οποίοι εργάζονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Self test: Αρχίζει ξανά η διάθεσή τους στα φαρμακεία – Ποιες ομάδες αφορά

Με την απόφαση 4/2021 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, αλλά και γενικότερα σύμβασης παροχής υπηρεσιών (συμβάσεις έργου, ορισμένου χρόνου, stage κ.λπ.), ο πλουτισμός του εργοδότη συνίσταται σε αυτήν καθ’ εαυτήν την εργασία που έλαβε και η οποία ενσωματώθηκε στην υπάρχουσα περιουσία του, από την οποία και δεν μπορεί πλέον να αποχωριστεί. Δηλαδή, σύμφωνα με τους αρεοπαγίτες, ο πλουτισμός του εργοδότη υπάρχει ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως εάν η σύμβαση είναι άκυρη. Γιατί ακόμη και αν είναι άκυρη, ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του εργαζομένου του.

Σύμφωνα με τους αρεοπαγίτες, το αν ο εργοδότης θα απασχολούσε ή θα μπορούσε νομίμως να απασχολήσει άλλον εργαζόμενο, ή όχι, δεν ενδιαφέρει κανέναν αφού έχει ήδη λάβει την εργασία προς όφελός του. Ετσι, τον πλουτισμό αυτόν ο εργοδότης -ακόμη και αν είναι το Δημόσιο ή άλλος φορέας του δημόσιου τομέα- οφείλει να τον επιστρέψει στον εργαζόμενο. Στην περίπτωση αυτή η αμοιβή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις ή, αν δεν υπάρχουν τέτοιες, η αμοιβή που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Σε ένα αντίστοιχο παράδειγμα, αν ένα ιδιωτικό λεωφορείο έχει αναλάβει τη μεταφορά των μαθητών στο σχολείο τους και κρίθηκε ότι δεν είχε τηρηθεί ένας τυπικός όρος της σύμβασης, αυτό δεν σημαίνει ότι ο οδηγός δεν παρείχε υπηρεσίες στον δήμο και δεν πρέπει να του καταβληθούν τα δεδουλευμένα του, από τη στιγμή που ο δήμος έχει ήδη επωφεληθεί από την παροχή υπηρεσιών του. Ενα αντίστοιχο παράδειγμα αφορά τη σύμβαση μιας καθαρίστριας με έναν δημόσιο φορέα. Αν για οποιονδήποτε λόγο κριθεί μη έγκυρη, θα πρέπει η καθαρίστρια να πληρωθεί για το έργο που έχει ήδη παράσχει.

Τους εργαζομένους του Νοσοκομείου Βόλου εκπροσώπησαν ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δημήτριος Βερβεσός και οι δικηγόροι Διονύσης Καλαματιανός και Δημήτρης Βασιλείου.

«Ανοίγει ο δρόμος για τη διεκδίκηση χρηματικών ποσών που δεν έχουν καταβληθεί σε συμβασιούχους επειδή είχε κριθεί ότι παρείχαν έργο στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας. Μπορεί η ανάγκη τήρησης της νομιμότητας να είναι αυτονόητη, αλλά δεν μπορεί να χρησιμεύει ως πρόσχημα για να πλουτίζει ο εργοδότης αδικαιολόγητα σε βάρος του εργαζομένου, ακόμη και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο», δήλωσε ο Δ. Βερβεσός στην «Εφ.Συν.» και πρόσθεσε: «Το να πληρώνονται οι εργαζόμενοι κανονικά για όσο χρόνο εργάστηκαν αποτελεί στοιχειώδη κανόνα που απορρέει από θεμελιώδεις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας. Το να αρνείται ο εργοδότης, με διάφορα προσχήματα, να καταβάλει ό,τι θα κατέβαλλε κανονικά σε οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο για την εκτέλεση μιας εργασίας αποτελεί μία από τις χειρότερες μορφές εκμετάλλευσης. Δυστυχώς τέτοιες πρακτικές δεν ήταν άγνωστες μέχρι σήμερα ούτε στον δημόσιο τομέα».