• 25 Ιανουαρίου, 2022

Μετά το “ναυάγιο” του EastMed, τι;

 Μετά το “ναυάγιο” του EastMed, τι;

Τα “σημεία” για εγκατάλειψη του φιλόδοξου σχεδίου για την κατασκευή του αγωγού EastMed είχαν αρχίσει να φαίνονται εδώ και καιρό. Η απουσία σχετικής αναφοράς στην ελληνοαμερικανική συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας είχε ξενίσει αρκετούς και επισημάνθηκε τότε από αναλυτές αλλά και την αξιωματική αντιπολίτευση.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Οι συζητήσεις για εναλλακτική διαδρομή μέσω της Αιγύπτου, η αλλαγή πολιτικής φρουράς στο Ισραήλ με τον Νετανιάχου -ο οποίος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της κατασκευής του αγωγού-, σε συνδυασμό με το γεγονός πως στο Στέϊτ Ντιπάρτμεντ δεν βρίσκεται πια ο Μάϊκ Πομπέο (κατά ορισμένους πολιτικός που εκπροσωπούσε τα συμφέροντα των πολυεθνικών), ο επαναπροσδιορισμός της στάσης της Ουάσιγκτον έναντι της Άγκυρας για γεωπολιτικούς λόγους, η σιωπηλή προσέγγιση του Ερντογάν με τον Χέρτζογκ εξαιτίας της πολιτικής συγκυρίας στην Ιερουσαλήμ, ήταν επίσης ίχνη μιας κυοφορούμενης αλλαγής.

Στο μπρίφινγκ των πολιτικών συντακτών η δημοσιογράφος του Ant1 (και του libre) Στεφανία Μουρελάτου έθεσε ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα στον κυβερνητικό εκπρόσωπο Γιάννη Οικονόμου και εισέπραξε μια απάντηση που εύλογα δημιουργεί ερωτηματικά.

ΣΤ. ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΥ: Επειδή παλαιότερα είχε υποστηριχθεί μια όδευση που θα παρέκαμπτε την Κύπρο και θα κατέβαινε από Αίγυπτο και από εκεί θα ανέβαινε πάνω σε εμάς. Υπήρξαν πολύ έντονες αντιδράσεις. Μάλιστα, από την Κύπρο, θεωρείται ότι ήταν και ένα unfair της ελληνικής Κυβέρνησης, που μετά, βεβαίως, αυτή η πληροφορία, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, δεν ευσταθούσε. Όταν λέτε «εναλλακτικές οδεύσεις» τι εννοείτε;

Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Σας είπα ότι εξετάζονται όλοι εκείνοι οι αγωγοί που από άποψη τεχνική και οικονομική θα μπορούν να είναι συμφέροντες. Και η Κύπρος έχει τις δικές της εναλλακτικές συμφωνίες. Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας στηρίζει και τον ευρωπαϊκό διασυνδετήριο αγωγό, έργο που αφορά την κατασκευή υποθαλάσσιου καλωδίου που θα συνδέει τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και τον αντίστοιχο αγωγό EuroAfrica. Συμφωνία την οποία έχει υπογράψει και η Κύπρος με την Αίγυπτο.

Στις 2 Ιανουαρίου 2020, μόλις δύο χρόνια πριν, οι Κυριάκος Μητσοτάκης, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, Νίκος Αναστασιάδης υπέγραψαν στο Ζάππειο την συμφωνία για την κατασκευή του EastMed. Μια ημέρα που χαρακτηρίστηκε “ιστορική” από την κυβέρνηση και τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης. Εκεί ο πρωθυπουργός επιχειρηματολόγησε ενθέρμως για τις γεωπολιτικές διαστάσεις του αγωγού. Εστίασε, δε, και στην χρησιμότητα και οικονομική βιωσιμότητα του έργου.

22078408
2 Ιανουαρίου 2020, η συνέντευξη Τύπου μετά την υπογραφή για τον EastMed στο Ζάππειο

“…ο νέος αυτός αγωγός είναι τεχνικά υλοποιήσιμος και είναι εμπορικά ανταγωνιστικότερος σε σχέση με άλλες επιλογές. Αυτό το αποδεικνύει μια σημαντική συμφωνία που υπογράφηκε ήδη σήμερα ανάμεσα στη ΔΕΠΑ και στην Energean για τη μεταφορά 2 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων αερίου μέσω του EastMed. Θυμίζω ότι η συνολική δυναμικότητα του αγωγού είναι 10 δισεκατομμύρια bcm. Και η συμφωνία του θα αναδειχθεί ακόμη περισσότερο, όταν η υπογραφεί και από την Ιταλία, κάτι το οποίο είμαι σίγουρος ότι θα γίνει πολύ σύντομα. Χαιρετίζω τη δήλωση στήριξης του έργου από τον Ιταλό Υπουργό Οικονομικής Ανάπτυξης, αρμόδιο για θέματα ενέργειας.

Και συνέχισε: “Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα τα οφέλη είναι πολλά. Προκύπτουν τόσο από τα έσοδα της παραγωγής, μεταφοράς και διανομής αερίου σε νέες περιοχές, όσο και από τη μείωση των τιμών στην τελική αγορά. Ο αγωγός αυτός προσβλέπουμε ότι θα μπορεί στο μέλλον να μεταφέρει και τους ενεργειακούς πόρους που ελπίζουμε να βρούμε νότια της Κύπρου, αλλά και στο Ιόνιο στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και έχει ακόμα μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο αγωγός αυτός θα τροφοδοτεί με φυσικό αέριο περιοχές της χώρας που δεν έχουν ακόμη πρόσβαση στο εθνικό δίκτυο, όπως η Κρήτη, η Πελοπόννησος και η Δυτική Ελλάδα...Ο EastMed, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένας αγωγός ενέργειας και οικονομικής προόδου, αλλά ένας αγωγός ειρήνης και συνεργασίας των λαών της περιοχής. Και αυτό είναι μια χαρμόσυνη είδηση στην αρχή μιας χρονιάς που εύχομαι σε όλους να φέρει υγεία, χαρά και προκοπή.

Για την Ελλάδα, λοιπόν, και προφανώς και για την Κύπρο και το Ισραήλ, δύο χρόνια πριν η κατασκευή του EastMed ήταν, πέραν όλων των άλλων, ένα τεχνικά υλοποιήσιμο και οικονομικά βιώσιμο έργο. Διέθετε, άλλωστε, το “πράσινο φως” και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αγορά υποδοχής του φυσικού αερίου), αλλά και των μεγάλων πολυεθνικών. Μπορεί, βεβαίως, να ισχυριστεί κανείς πως τα ενεργειακά δεδομένα έχουν αλλάξει. Με την παρούσα ενεργειακή κρίση παγκοσμίως, έχουν αλλάξει, όμως, επί τα χείρω ή επί τα βελτίω;

Σε όλα τα παραπάνω που είπε ο πρωθυπουργός, δύο χρόνια πριν, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρουσίασε, χθες, μια διαφορετική εκδοχή:

Η Κυβέρνηση, από την πρώτη στιγμή, έχει στηρίξει το εγχείρημα του EastMed. Ταυτόχρονα, όμως, έχει στηρίξει και στηρίζει μια σειρά από εναλλακτικές οδεύσεις, οι οποίες ενδεχομένως είναι οικονομικά και τεχνολογικά πολύ πιο βιώσιμες και τεχνικά εφικτές. Η Κυβέρνηση δεν είναι αυτή που αποφασίζει ποια λύση είναι οικονομικά και τεχνικά εφικτή. Αυτό το αποφασίζει η αγορά. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι ότι η χώρα μας δεν είναι παραγωγός. H χώρα μας είναι ένας ισχυρός διαμετακομιστικός κόμβος, ρόλο που θα τον έχει, ανεξαρτήτως του ποια διαδικασία όδευσης θα επιλεγεί.”

Προκύπτουν εύλογα τα ερωτήματα: έχει αποφασίσει η…αγορά πως δεν είναι πια οικονομικά και τεχνικά εφικτή η κατασκευή του EastMed; Πότε ακριβώς συνέβη κάτι τέτοιο; Πότε, δηλαδή, αξιολογήθηκε και από ποιούς ότι αυτό που ήταν τεχνικά εφικτό πριν δύο χρόνια (και μετά) έχει πάψει να είναι; Κι αν δεν είναι πια οικονομικά εφικτό εν μέσω παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης που εκτοξεύει την ζήτηση γιατί οι πολυεθνικές συνεχίζουν να κάνουν έρευνες και γεωτρήσεις στα “οικόπεδα” της Κύπρου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου; Γιατί, μόλις πρόσφατα, η ExxonMobil, η Total κ.ά ενδιαφέρθηκαν για αξιοποίηση και άλλων θαλάσσιων περιοχών στην κυπριακή ΑΟΖ; Υπάρχει κάποια νεώτερη μελέτη που επιβεβαιώνει πως έχει αρθεί η οικονομική βιωσιμότητα του έργου που διαφημιζόταν πριν δύο χρόνια (και μετά) από δύο πρωθυπουργούς και έναν πρόεδρο και στηριζόταν στρατηγικά από τις Βρυξέλλες;

Επιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί πως οι εταιρείες που εμπλέκονται στην κατασκευή του αγωγού αναφέρουν πως συνεχίζουν το project (;;;).

Σύμφωνα με σχετικές διαρροές “οι ΔΕΠΑ και Edison, συνεχίζουν κανονικά τις τεχνικές εργασίες και άλλες διαδικασίες που οδηγούν στην ωρίμανση του project, το οποίο σχεδιάστηκε προκειμένου να διαφοροποιήσει τις πηγές ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης. Υπενθυμίζεται ότι το project έχει ενταχθεί και στα έργα PCI της Ε.Ε. με αποτέλεσμα τη χρηματοδότηση σειρά μελετών.”

Μήπως,λοιπόν, όλα αυτά υποκύπτουν μόνο στην λογική του non paper του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ που επικαλείται: α. περιβαλλοντικούς λόγους, β. οικονομική βιωσιμότητα του έργου, γ. πηγή εντάσεων στην περιοχή;

Διότι η κατασκευή του EastMed αποτελεί κωρωνίδα της γεωπολιτικής στρατηγικής -όχι μόνο της Ελλάδας- κατά την τελευταία 10αετία (από την κυβέρνηση Παπανδρέου και εντεύθεν όλες οι κυβερνήσεις επέμειναν και ενίσχυσαν την προοπτική του έργου). Και ως τέτοια δεν μπορεί να εγκαταλείπεται από την Αθήνα με την ευκολία που υποδηλώνει η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου περί “εναλλακτικών οδεύσεων”.

Είναι σαφές πως οι δύο από τους τρεις λόγους στο αμερικανικό non paper υφίστανται -εφόσον όντως υφίστανται- εδώ και καιρό. Όντως, υπήρξαν κατά καιρούς αμφιβολίες και επιφυλάξεις για την βιωσιμότητα ενός τέτοιου αγωγού, επιχείρημα το οποίο αξιοποίησε και η Τουρκία που προτείνει τα τελευταία χρόνια την δική της “εναλλακτική όδευση” μέσα από τα εδάφη της και σε συνεργασία με το Ισραήλ. Ως εκ τούτου δεν ανακαλύφθηκαν τώρα.

Εκείνο που προφανώς θα έπρεπε να μας ανησυχεί είναι ο τρίτος λόγος που επικαλείται η αμερικανική διπλωματία, ήτοι το ό,τι ο αγωγός ίσως αποτελεί “πηγή εντάσεων” στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο, όμως, για να το πούμε απλά, ταυτίζεται με τις τουρκικές επιδιώξεις και τις απειλές πως τίποτε δεν μπορεί να συμβεί στην ΑΟΖ της Κύπρου χωρίς τη συναίνεση του Ταγίπ Ερντογάν. Είτε ως στοιχείο εκβιαστικής επίλυσης(;) του Κυπριακού προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, είτε δια της έμμεσης αποδοχής του τουρκολιβυκού συμφώνου.

Προκαλεί, ωστόσο, απορία πως αυτό που Μητσοτάκης, Νετανιάχου, Αναστασιάδης με την συνυπογραφή Πομπέο θεωρούσαν πως εδραιώνει την ασφάλεια και την ειρήνη στην περιοχή μετατρέπεται τώρα για τις ΗΠΑ σε εστία εντάσεων!

Για να είμαστε σαφείς:

Από την στιγμή που τα συμφέροντα των ΗΠΑ οδηγούνται στην θέση ότι το σχέδιο του EastMed “παροπλίζεται” επειδή αλλάζουν οι γεωπολιτικές προτεραιότητες στην ευρύτερη περιοχή (από το Ουκρανικό μέχρι τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική), η Ελλάδα μπορεί να κάνει ελάχιστα πράγματα. Και η Κύπρος (σημειώστε την παραίτηση του Νίκου Χριστοδουλίδη από το υπουργείο Εξωτερικών ως έχουσα πιθανώς και μια μικρή αλλά διόλου αμελητέα σύνδεση με αυτές τις εξελίξεις) ακόμα λιγότερα.

Η ελληνική διπλωματία, ωστόσο, οφείλει να προβληματιστεί σχετικά με το εάν είχε προβλέψει την εξέλιξη και εάν, τελικώς, ήταν ορθή επιλογή να αναγάγει σε “ιστορική” μια συμφωνία, όταν η αξία των υπογραφών Μητσοτάκη, Νετανιάχου και Αναστασιάδη άρχισε, ως φαίνεται, να εκπίπτει πριν καλά καλά στεγνώσει η μελάνη στο έγγραφο του Ζαππείου.

Οφείλει ακόμα να προβληματιστεί εάν έλαβε όσα έπρεπε και μπορούσε να λάβει από την ελληνοαμερικανική συμφωνία υπό το φως ότι ο EastMed (λυδία λίθος επί μια δεκαετία της στρατηγικής της χώρας στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου) θα κατέληγε μια ανενεργός επιδίωξη.

Επειδή, όμως, καμία αξία έχει να κλαίει κανείς πάνω από την καρδάρα με το χυμένο γάλα, η εξέλιξη πρέπει να προκαλέσει άμεσα τον επαναπροσδιορισμό της ελληνικής στρατηγικής. Είναι σαφές πως η διοίκηση Μπάϊντεν δεν επιθυμεί να απομονώσει την Τουρκία όπως σκιαγραφούσαν οι δηλώσεις, διαρροές και αναλύσεις στην Αθήνα. Ακόμα και την ώρα που το καθεστώς Ερντογάν εμφανίζει σημάδια κατάρρευσης ως προς την τουρκική οικονομία και τις πολιτικές πιέσεις που δέχεται στο εσωτερικό της χώρας του ο Τούρκος πρόεδρος, η Άγκυρα παραμένει ένας ισχυρός παίκτης στην περιοχή στα μάτια των συμμάχων μας.

Η απουσία του γεωπολιτικού ίχνους του EastMed από την εθνική στρατηγική οδηγεί εκ των πραγμάτων στην ανάγκη για μια νέα εθνική στρατηγική. Η Αθήνα οφείλει να διεκδικήσει άμεσα “αντίβαρα” σε αυτή την δυσμενή για τα δικά μας συμφέροντα εξέλιξη. Ακόμα κι αν αρκετοί στην Ελλάδα δεν πίστευαν πως αυτό το φιλόδοξο σχέδιο θα ολοκληρωνόταν αποτέλεσε κλειδί στην περιφερειακή πολιτική της χώρας.

Πρέπει να αναζητηθεί ένα νέο κλειδί. Η αναβάθμιση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ πρέπει να αποκτήσει πρόσθετη αξία και για να συμβεί κάτι τέτοιο πρέπει να την επιδιώξουμε. Η σιωπηρή αποδοχή του ναυαγίου του EastMed και ο συμβιβασμός με τα εναλλακτικά δίκτυα ή το γεγονός -δεν πρέπει να το υποτιμά κανείς- πως η Ελλάδα θα γίνει διαμετακομιστικός κόμβος δεν επαρκούν. Η δε επαναβεβαίωση εκ μέρους των ΗΠΑ της συμμαχίας “3+1”, αλλά χωρίς τον EastMed που έδρασε για αρκετά χρόνια ως σημείο συνοχής, πρέπει να αποκτήσει πρακτικό αντίκρυσμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: EastMed: Το non paper του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έφερε αμηχανία σε Αθήνα και Λευκωσία – Βήματα πίσω και από την Κομισιόν

Υ.Γ Στη δήλωση του εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αναφέρονται τα εξής:


Σε μια εποχή που η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης είναι -περισσότερο από ποτέ- ζήτημα εθνικής ασφάλειας, δεσμευόμαστε να εμβαθύνουμε τις περιφερειακές μας σχέσεις και να προωθήσουμε τεχνολογίες καθαρής ενέργειας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να υποστηρίζουν σθεναρά τις περιφερειακές προσπάθειες που ενισχύουν και προάγουν τη συνεργασία και την περιφερειακή σταθερότητα, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού 3+1 στον οποίο συμμετέχουν η Κυπριακή Δημοκρατία (ROC), η Ελλάδα, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Παραμένουμε προσηλωμένοι στη φυσική διασύνδεση της ενέργειας της Ανατολικής Μεσογείου με την Ευρώπη.

Μεταθέτουμε το ενδιαφέρον στις διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας που μπορούν να υποστηρίξουν τόσο το φυσικό αέριο όσο και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Υποστηρίζουμε έργα όπως η σχεδιαζόμενη διασύνδεση EuroAfrica από την Αίγυπτο προς την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα, και την προτεινόμενη διασύνδεση EuroAsia για τη σύνδεση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ευρώπης.

Τέτοια έργα όχι μόνο θα συνδέουν ζωτικής σημασίας αγορές ενέργειας, αλλά θα βοηθούν επίσης στην προετοιμασία της περιοχής για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια.