Μεγάλη έρευνα του ΕΚΠΑ για την περίοδο της καραντίνας – Στοιχεία έκπληξη για εκκλησία και ΕΕ (πίνακες)

 Μεγάλη έρευνα του ΕΚΠΑ για την περίοδο της καραντίνας – Στοιχεία έκπληξη για εκκλησία και ΕΕ (πίνακες)

Θα μπορούσε να αποκληθεί και ως η «ακτινογραφία» της περιόδου της καραντίνας: ο λόγος για την έρευνα που διεξήγαγε το Εργαστήριο Δημοσιογραφικών Σπουδών και Επικοινωνιακών Εφαρμογών του Τμήματος Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στην έρευνα συμμετείχαν 2.525 άτομα, σε διάστημα τριών περίπου εβδομάδων (29 Μαρτίου – 23 Απριλίου 2020), χωρίς τη διαστρωμάτωση που θα είχε μια πανελλαδική έρευνα γνώμης. 57% των ερωτηθέντων είναι στην ηλικιακή κατηγορία 25-44 έτη, ένα συντριπτικό ποσοστό (79%) είναι κάτοχος τίτλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, 66% είναι Αθηναίοι/ες, επίσης η έρευνα έδωσε μεγάλο «χώρο» στους μισθωτούς δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους επιστήμονες και φοιτητές.

Αν επιχειρούσε κανείς να δει ένα βασικό συμπέρασμα από την έρευνα, είναι ότι ο Έλληνας φοβάται: φοβάται για το ανεπαρκές ή αδύναμο ΕΣΥ, φοβάται για το τι του ξημερώνει στο πορτοφόλι του, φοβάται για τις ατομικές του ελευθερίες. Μεγάλοι «χαμένοι» αυτής της περιόδου, η Εκκλησία και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΔΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΕΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΜΕ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

  • Για τον κοροναϊό

Και πρώτα τι έχουμε μάθει για τον κοροναϊό: 17% πιστεύει ότι είναι προϊόν ανθρώπινης κατασκευής (σε εργαστήριο), 29% εκτιμά ότι σκοτώνει μόνο άτομα με υποκείμενο νόσημα και 54% διαφωνεί ότι είναι χειρότερος από τη γρίπη.

Τα μέτρα της κυβέρνησης απέναντι στην πανδημία ήταν αυστηρά/ αρκετά αυστηρά/ πολύ αυστηρά για το 73%. Στο ερώτημα δε, αν η κυβέρνηση έχει υπό έλεγχο τη νέα αυτή κατάσταση, «οι συμμετέχοντες στην έρευνα κατά 44% δείχνουν να συμφωνούν ότι η κυβέρνηση έχει τον έλεγχο της κατάστασης (…) ενώ αντίθετα κατά 34% διαφωνούν με την αποτελεσματικότητα των μέτρων».

Στο ερώτημα μήπως τα μέτρα είναι μεν σωστά, αλλά οι πολίτες δεν μπορούν να συμμορφωθούν, «ενώ υπάρχει μια ισχυρή τάση διαφωνίας (27%) ή και πλήρους διαφωνίας (18%) με την παραπάνω παραδοχή, που φαίνεται να υπερτερεί, αξιοσημείωτες σε αριθμό είναι και οι φωνές που ενστερνίζονται την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή οι Έλληνες δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τα κυβερνητικά μέτρα (περίπου συμφωνώ 19% και εν πολλοίς συμφωνώ 15%)».

Στο ερώτημα αν η χώρα μας αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τον τρόπο που αντιμετώπισε την πανδημία, 59% συμφωνεί ενώ 20% διαφωνεί.

  • Μερική εμπιστοσύνη σε Μητσοτάκη-αντιπολίτευση…

Εξάλλου, ένα συνολικό ποσοστό της τάξης του 48% δηλώνει –με διάφορες διαβαθμίσεις– ότι εμπιστεύεται την κυβέρνηση, ενώ «απέναντι» είναι το 35%. Αναφορικά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, 46% τον εμπιστεύεται ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον Βασίλη Κικίλια είναι 38%. Ψήφο εμπιστοσύνης στη στάση της αντιπολίτευσης δίνει το 41%, καταψηφίζει το 26%, ενώ στον ενδιάμεσο χώρο κινείται το 33%.

  • …ελάχιστη εμπιστοσύνη σε Εκκλησία- Ε.Ε.

Σε ό,τι αφορά τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, τα εμπιστεύεται το 14% και δεν τα εμπιστεύονται το 59%. Σε σχέση με την Εκκλησία, «έντονη είναι η έλλειψη αξιοπιστίας που αποδίδει το μεγαλύτερο μέρος των ερωτώμενων προς το θεσμό της εκκλησίας (67% δεν την εμπιστεύεται καθόλου), ενδεχομένως λόγω των συμβάντων μη τήρησης των μέτρων για την αντιμετώπιση της διασποράς της πανδημίας που έγιναν μέχρι το οριστικό κλείσιμο των εκκλησιών», εκτιμούν οι ερευνητές.

Όσον αφορά την αστυνομία και τη συμβολή της στην εφαρμογή των μέτρων το 43% του δείγματος απαντάει ότι την εμπιστεύεται ενώ ένα υψηλό επίσης ποσοστό της τάξης του 37% δεν την εμπιστεύεται.

  • ΕΣΥ, ο μεγάλος «ασθενής»

Σε πολύ υψηλά επίπεδα (89%) κυμαίνεται η εμπιστοσύνη προς τους πρωταγωνιστές της υγείας, ξεχωρίζοντας ιδιαίτερα το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της χώρας. Από την άλλη, δεν παραβλέπουν τα προβλήματα που παρουσιάζει το σύστημα υγείας της Ελλάδας, το οποίο -συγκριτικά με αυτό άλλων ευρωπαϊκών χωρών- «χαρακτηρίζεται κυρίως ως ανεπαρκές (26%), ως αδύναμο (25%) ή σχετικά αδύναμο (20%)».

Αυτό ίσως δικαιολογεί και τον φόβο (70%) που «νιώθουν αρκετοί Έλληνες σε διάφορες διαβαθμίσεις (πολύ φόβο το 28%, αρκετό φόβο το 22%, απλό φόβο το 20%) ότι το σύστημα υγείας μπορεί να καταρρεύσει ή ότι αν χρειαστούν ιατρική βοήθεια να μην μπορεί να τους παρασχεθεί (20% φοβάται πολύ, 20% φοβάται αρκετά και 18% απλά φοβάται ως προς το ζήτημα αυτό)».

Αναμενόμενο είναι το πολύ υψηλό (67%) αίσθημα αποδοχής των Ελλήνων προς το πρόσωπο του Σωτήρη Τσιόδρα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τους γιατρούς και λοιπούς ειδικούς που εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης για να σχολιάσουν τις εξελίξεις γύρω από τη νόσο, για τους οποίους «το κοινό σε ποσοστό 48% εκφράζει ένα είδος πιο συγκρατημένης εμπιστοσύνης (…) με το υπόλοιπο 52% να μην εμπιστεύεται (από λίγο ως καθόλου)

  • Τώρα έρχονται τα χειρότερα

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ερωτώμενοι δηλώνουν χαρακτηριστικά ότι φοβούνται πολύ (67% για την εθνική οικονομία και 61% για την παγκόσμια οικονομία) και σε μικρότερο ποσοστό ότι φοβούνται αρκετά (16% για την εθνική οικονομία και 19% για την παγκόσμια οικονομία).

Μεγάλος είναι επίσης ο φόβος (62%) που εκφράζει μικρότερη αλλά σημαντική μερίδα του κοινού (40% φοβούνται πολύ και 22% φοβούνται αρκετά) σε σχέση με τις συνέπειες της πανδημίας στα οικονομικά των ατομικών νοικοκυριών, στοιχεία που αποδεικνύουν ότι «η κρίση του κορωνοϊού αποτελεί για τους Έλληνες κυρίως ένα μείζον θέμα με οικονομικές προεκτάσεις».

Επιπλέον, «άλλοι μεγάλοι φόβοι που εκφέρουν οι Έλληνες ως απότοκο της πανδημίας του κορωνοϊού είναι η πιθανότητα θανάτου συγγενών (46%), ή άλλων άγνωστων συνανθρώπων (38%), η πιθανότητα νοσηλείας σε μονάδα εντατικής θεραπείας ενός αγαπημένου προσώπου (45%), καθώς και ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών (34% φοβάται πολύ, 14% φοβάται αρκετά και 13% φοβάται). Υπαρκτός είναι και ο φόβος μεγάλου μέρους του κοινού (42%) για την πιθανότητα προσωπικής νοσηλείας σε μονάδα εντατικής θεραπείας».

  • Ενημέρωση από ιστοσελίδες και social media

Τα μέσα ενημέρωσης, αν και αποτελούν τον βασικό συνδετικό κρίκο των μελών του κοινού με τις εξελίξεις της πανδημίας, «δεν φαίνεται να έχουν πείσει για την αξιόπιστη στάση τους, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του δείγματος της έρευνας δηλώνει πως δεν τα εμπιστεύεται καθόλου (43%) ή τα εμπιστεύεται συγκρατημένα (25% έτσι κι έτσι, 21% τα εμπιστεύεται σχετικά)».

Εξίσου χαμηλά αξιολογείται από τους συμμετέχοντες στην έρευνα και η αξιοπιστία της διαχεόμενης πληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφού οι περισσότεροι είτε δεν τα εμπιστεύονται καθόλου (35%) είτε τα εμπιστεύονται σχετικά (31%).

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, οι ερωτώμενοι προσφεύγουν για την ενημέρωσή τους σχετικά με τις εξελίξεις της πανδημίας, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, κυρίως στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δευτερευόντως στα τηλεοπτικά κανάλια εθνικής εμβέλειας. «Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίπτωση των ιστοσελίδων, η επιλογή αυτή αποτελεί ανελλιπή καθημερινή συνήθεια για το 63% των συμμετεχόντων της έρευνας και στην περίπτωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για το 57% των ερωτώμενων. Σημαντικό επίσης μέρος του δείγματος (31%) δηλώνει καθημερινή, αν όχι πιο περιστασιακή, προτίμηση στις τηλεοπτικές ειδήσεις των εθνικής εμβέλειας καναλιών».

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Δημοσιογραφικών Σπουδών και Επικοινωνιακών Εφαρμογών του Τμήματος Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ερευνητική ομάδα αποτελείτο από το διευθυντή του Εργαστηρίου καθηγητή Στέλιο Παπαθανασόπουλο, τον επίκουρο καθηγητή Αντώνη Αρμενάκη και τον διδάσκοντα του Τμήματος και ερευνητή του Εργαστηρίου δρα Αχιλλέα Καραδημητρίου.

Νίκος Παπαδημητρίου

Παναγιώτης Δρίβας