• 26 Νοεμβρίου, 2020

Κι’ όμως Π.Ο.Υ και ειδικοί είχαν προβλέψει το 2ο φονικό κύμα- Οι προειδοποιήσεις που δεν ακούστηκαν

 Κι’ όμως Π.Ο.Υ και ειδικοί είχαν προβλέψει το 2ο φονικό κύμα- Οι προειδοποιήσεις που δεν ακούστηκαν

Από τον περασμένο Ιούνιο, τόσο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, όσο και διακεκριμένοι επιστήμονες είχαν προειδοποιήσει για επιθετική επιστροφή της πανδημίας το φθινόπωρο. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ΠΟΥ, η πλέον “επίσημη” φωνή σχετικά με την πανδημία, είχε προεξοφλήσει ότι θα είχαμε μια επιθετική έξαρση της πανδημίας και είχε προτείνει, μάλιστα, στις κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τον χρόνο για την ενίσχυση των δημοσίων συστημάτων υγείας. Κάτι που έγινε σε μικρό βαθμό και αποτελεί τώρα και σημείο αντιπαράθεσης και μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Το Libre αναδεικνύει μερικά μόνο χαρακτηριστικά αποσπάσματα δηλώσεων και καταγραφών στα μέσα ενημέρωσης από τον περασμένο Ιούνιο. Είναι δε χαρακτηριστικό πως η “Καθημερινή” είχε αποκαλύψει από τον Αύγουστο τις διαφωνίες (ρεπορτάζ της Γιούλης Επτακοίλη) μεταξύ των μελών της επιτροπής ειδικών, ενώ κορυφαίοι επιδημιολόγοι εκτός επιτροπής, όπως η Αθηνά Λινού, είχαν ζητήσει μέτρα από το καλοκαίρι,όπως εκτεταμένη χρήση μάσκας και τεστ 72 ωρών για όσους έρχονται στη χώρα μας. Μέτρα, φυσικά, που δεν ελήφθησαν.

Τώρα, βεβαίως, γίνεται από ορισμένους προσπάθεια να μετατοπισθεί η ευθύνη της ελλιπούς πρόβλεψης στους ειδικούς και να αποσυνδεθεί η εφιαλτική κατάσταση που ζούμε από τις πολιτικές αποφάσεις σχετικά με το άνοιγμα του τουρισμού και γενικότερα της οικονομίας, ή από το ότι δεν ελήφθησαν εγκαίρως αυστηρότερα περιοριστικά μέτρα.

Οι ειδικοί είχαν προβλέψει επαρκώς το δεύτερο κύμα

Την 1η Ιουνίου η “Καθημερινή” δημοσίευε μια συνέντευξη με τρεις κορυφαίους καθηγητές σχετικά με την πιθανότητα επιστροφής της πανδημίας το φθινόπωρο. Επρόκειτο για τρεις καθηγητές της Ιατρικής και μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, οι κ.κ. Παγώνα Λάγιου, Νικόλαος Σύψας και Θεοκλής Ζαούτης

«Το ερώτημα δεν είναι εάν αλλά πότε», τονίζουν σε συτή τη συνέντευξη οι ειδικοί γιατροί σχετικά με την έλευση ενός δεύτερου κύματος COVID-19 στη χώρα μας, προειδοποιώντας ότι ακόμα και τώρα αρκούν λίγοι υπερμεταδότες για να ανατραπεί η εικόνα. Το σενάριο που προκρίνουν είναι να ζήσουμε ένα δεύτερο επιδημικό κύμα το φθινόπωρο, με δεδομένο ότι ο ιός παραμένει στην κοινότητα και η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει αναπτύξει ανοσία, και δεν αποκλείουν τον κίνδυνο εισαγόμενων κρουσμάτων το καλοκαίρι, μέσω της έλευσης τουριστών. Σε κάθε περίπτωση τονίζουν την ανάγκη να συνεχίσουν οι πολίτες να τηρούν τα μέτρα προστασίας, να μην καμφθούν από τη σωρευμένη κόπωση των μέτρων της προηγούμενης περιόδου και να μην ξεγελαστούν από την καλή πορεία της χώρας μας. Οπως τονίζουν, «όταν η πρόληψη είναι επιτυχής, η απειλή φαντάζει μακρινή, το πρόβλημα ξεθωριάζει και οι προφυλάξεις χαλαρώνουν».

Ο καθηγητής κ. Ζαούτης έλεγε τότε:

” Τα επιδημιολογικά δεδομένα στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το πρώτο κύμα της πανδημίας είναι υπό έλεγχο, πιθανότατα τελείωσε. Ωστόσο, πολλοί επιδημιολόγοι, εκτιμούν ότι θα υπάρξει και δεύτερο κύμα. Καθώς δεν υπήρχε ήδη φυσική ανοσία στον ιό στον πληθυσμό, χρειάζεται να αναπτύξει ανοσία έως και το 70% του πληθυσμού για να σταματήσει η εξάπλωση της COVID-19. Αυτό σημαίνει ότι η πανδημία μπορεί να διαρκέσει 18 έως 24 μήνες και ύστερα, η νόσος να γίνει ενδημική. Το «κακό» σενάριο, που αφορά ένα πιο φονικό «επιδημικό κύμα» το φθινόπωρο και τον χειμώνα, βασίζεται στην εμπειρία από την ισπανική γρίπη, πριν από έναν αιώνα. Παρότι αρχικά ξεκίνησε με ένα μικρό κύμα στις αρχές του 1918, ακολούθησε μια κορύφωση την άνοιξη του ίδιου έτους και ύστερα ένα τρίτο μεγάλο κύμα, στις αρχές του 1919. Υπάρχουν κι άλλα σενάρια όπως το να δούμε μία σειρά από μικρότερα κύματα εντός του 2021 ή ακόμη και το σενάριο της αργής αλλά σταθερής ισοπέδωσης της μετάδοσης του ιού, κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί σε προηγούμενες πανδημίες“.

Τα σενάρια, λοιπόν, υπήρχαν στο τραπέζι και προφανώς είχαν ευρέως συζητηθεί στην αρμόδια επιτροπή και είχαν τεθεί σε γνώση της κυβέρνησης.

Σχετικά με το εάν ο κοροναϊός “νικιέται” από τις υψηλές θερμοκρασίες, η απάντηση ήταν σαφής: Μόνο κατά ένα 20%!

“Ερευνες έχουν δείξει ότι οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν τη μετάδοση του ιού, αλλά όχι περισσότερο από 20%. Ελπίζουμε πως με περιορισμένη (έως ένα βαθμό) εξάπλωση της νόσου το καλοκαίρι, θα πάρουμε μία ανάσα από την πανδημία, αλλά οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι για ένα φθινόπωρο που θα μοιάζει πολύ με την άνοιξη που μόλις περάσαμε. Σύμφωνα με το σύνηθες μοντέλο των κορωνοϊών, το πιθανότερο είναι η μετάδοση να κλιμακωθεί έως τον Νοέμβριο και τα κρούσματα τον Δεκέμβριο. Φυσικά, και παρότι αυτή τη στιγμή ο ιός δεν «κυκλοφορεί» ιδιαίτερα στην Ελλάδα, δεν πρέπει να αποκλείσουμε τον κίνδυνο εισόδου κρουσμάτων από το εξωτερικό, καθώς επαναλειτουργεί ο τουρισμός στη χώρα μας”. Σαφής, λοιπόν, και η επισήμανση για την επίδραση του τουρισμού στην αύξηση των κρουσμάτων.

Άλλωστε, το είχε δηλώσει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε μια συνέντευξή του εκείνη την περίοδο σε ξένο τηλεοπτικό δίκτυο.

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν τον Ιούνιο και το μέλος της επιτροπής Νικόλαος Σύψας: “Επομένως, παρά την αβεβαιότητα, το ερώτημα δεν είναι αν θα έχουμε δεύτερο κύμα, αλλά πότε. Ηδη το νησί Χοκάιντο στην Ιαπωνία αναγκάστηκε να επαναφέρει την απαγόρευση κυκλοφορίας λόγω δεύτερου κύματος, ενώ επανάκαμψη της επιδημίας παρατηρήθηκε σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη και ο Λίβανος”. Εκεί που είχε πέσει έξω ο “λαλίστατος” καθηγητής ήταν σχετικά με το πόσο επιθετικό θα ήταν το δεύτερο κύμα. Επ΄ αυτού φαίνεται να διαφωνεί με άλλους συναδέλφους του:

“Το δεύτερο κύμα δεν προβλέπεται να είναι μεγαλύτερο από το πρώτο, γιατί δεν θα αιφνιδιαστούμε, θα το αναγνωρίσουμε έγκαιρα, θα υπάρχει σύστημα έγκαιρης ανίχνευσης και απομόνωσης των κρουσμάτων και ιχνηλάτησης των επαφών, θα υπάρχει διαθέσιμο φάρμακο, το σύστημα υγείας θα είναι περισσότερο έτοιμο και οι πολίτες θα είναι εκπαιδευμένοι στο να τηρούν τα μέτρα προστασίας. Επομένως, δεν είναι πιθανόν να δούμε αυστηρά μέτρα απομόνωσης, όπως η πλήρης απαγόρευση της κυκλοφορίας. Είναι επίσης πιθανόν το δεύτερο κύμα να μην αφορά όλη τη χώρα αλλά συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές”. Αυτή ήταν μια προφανώς λανθασμένη πρόβλεψη και ίσως κάποιες παρόμοιες αναφορές είχε υπόψη του ο Άδωνις Γεωργιάδης όταν έλεγε πως δεν μπόρεσαν να αξιολογήσουν την επιθετικότητα του δεύτερου κύματος.

Για πιο επικίνδυνο και πιο θανατηφόρο κύμα το φθινόπωρο είχε μιλήσει εκείνη την περίοδο και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν: «Ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Ολλανδία, έλαβαν αυστηρότερα μέτρα νωρίτερα από τη δική μας. Ωστόσο, είμαστε όλοι στο ίδιο σημείο: βαλλόμαστε από ένα δεύτερο κύμα που τώρα γνωρίζουμε ότι θα είναι πιο δύσκολο και πιο θανατηφόρο από το πρώτο»

Η προειδοποίηση Κλούγκε

Την ανάγκη προετοιμασίας των χωρών για ένα δεύτερο κύμα έξαρσης της πανδημίας του κορωνοϊού, είχε επισημάνει από τα μέσα Μαϊου ο διευθυντής Ευρώπης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Δρ Χανς Κλούγκε, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση το δεύτερο αυτό κύμα θα μπορούσε να προκαλέσει επίσης πολλούς θανάτους.

Ο Δρ Κλούγκε καλεί τις ευρωπαϊκές χώρες να χρησιμοποιήσουν τον χρόνο με σύνεση και να ενισχύσουν τα δημόσια συστήματα υγείας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Όπου δεν υπάρχει υγεία, δεν υπάρχει οικονομία».
Παράλληλα δηλώνει ανήσυχος για το ενδεχόμενο να υπάρξει διπλό κύμα το φθινόπωρο.

«Ανησυχώ πολύ για ένα διπλό κύμα το φθινόπωρο» έλεγε σε συνέντευξή του στην Daily Telegraph.

«Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα δεύτερο κύμα Covid και άλλο ένα της εποχικής γρίπης ή της ιλαράς. Πριν από δύο χρόνια είχαμε 500.000 παιδιά που δεν έκαναν την πρώτη δόση του εμβολίου της ιλαράς», τόνισε τότε ο Δρ Κλούγκε.

Και συμπλήρωνε ότι η άρση των απαγορεύσεων πρέπει να γίνει «σταδιακά και προσεκτικά» και τονίζει ότι αν και ο κόσμος πιστεύει πως η καραντίνα έχει τελειώσει παρόλα αυτά «τίποτα δεν έχει αλλάξει» καθώς δεν έχει βρεθεί εμβόλιο κατά του νέου κοροναϊού.

«Τώρα είναι ώρα προετοιμασιών, όχι πανηγυρισμών», δήλωνε το στέλεχος του ΠΟΥ, σημειώνοντας πως το γεγονός ότι τα νέα κρούσματα έχουν αρχίσει να μειώνονται ακόμα και σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία δε σημαίνει πως η πανδημία έχει τελειώσει.