• 3 Μαρτίου, 2021

“Εστία”: Ο Ερντογάν σκοπεύει να μετατρέψει σε ιεροδιδασκαλείο και την Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά στον Πόντο

 “Εστία”: Ο Ερντογάν σκοπεύει να μετατρέψει σε ιεροδιδασκαλείο και την Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά στον Πόντο

Σύμφωνα με πληροφορίες της “Εστίας”, τις τελευταίες ημέρες διακινούνται μηνύματα προς μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, προφανώς από φανατικούς υποκινητές στην Άγκυρα, σύμφωνα με τα οποία, μετά την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, το καθεστώς Ερντογάν μελετά να μετατρέψει σε ιεροδιδασκαλείο και την ιστορική Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.

Εφόσον, όσα διακινούνται “προς εμψύχωση” και πρόκληση αναταραχής στους κόλπους της μουσουλμανικής μειονότητας, είναι ακριβή, αποκαλύπτεται ένα άκρως προκλητικό σχέδιο για οριστική ρήξη της Τουρκίας με την Δύση και δημιουργίας κλίματος “εχθροπάθειας” προς την Ορθοδοξία και την Ελλάδα.

Ο Ταγίπ Ερντογάν “μετράει”, πλέον, τις “χλιαρές” αντιδράσεις των δυτικών κυβερνήσεων και ειδικότερα της Ευρώπης και σχεδιάζει πιθανώς το επόμενο βήμα του.

Εστία

Η ιστορική μονή

Πάνω στους απόκρημνους βράχους του όρους Μελά, λίγα χιλιόμετρα μετά από το δρόμο που οδηγεί από την Τραπεζούντα στη Ματσούκα, βρίσκεται γαντζωμένη η ιερά βασιλική, πατριαρχική και σταυροπηγιακή μονή της Παναγίας Σουμελά.

Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Περίπου τον 1ο αιώνα ο Ευαγγελιστής Λουκάς αγιογράφησε τρεις εικόνες της Παναγίας εκ των οποίων η μία βρίσκεται σήμερα στη Μονή Κύκκου της Κύπρου, η άλλη στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και η τρίτη στην Παναγία Σουμελά της Βέροιας.

Η παράδοση θέλει μετά τον θάνατο του Ευαγγελιστή Λουκά, την εικόνα να την φέρνει στην Αθήνα ο μαθητής του Ανανίας, και να την τοποθετεί σε περικαλλή ναό. Γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε πρώτα «Παναγία η Αθηνιώτισσα».

Στη συνέχεια η εικόνα πέταξε με θαυματουργό τρόπο από την Αθήνα στον Πόντο. Τότε η Παναγία εμφανίστηκε σε δύο μοναχούς, το Βαρνάβα και το Σωφρόνιο, και τους ζήτησε να ακολουθήσουν την εικόνα και στο σημείο που θα την βρουν να χτίσουν έναν ναό. Έτσι κι έγινε. Το 386 οι μοναχοί οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου, στο όρος Μελά, κι εκεί με τη βοήθεια της γειτονικής μονής Bαζελώνα έχτισαν ένα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα σε ένα σπήλαιο. Το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. Μέχρι και σήμερα αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο.

Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους. Εκεί λειτούργησε αρχικά και το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας.

Τη μονή, που κατά καιρούς δεχόταν επιθέσεις από αλλοεθνείς και κλέφτες, προίκισαν οι αυτοκράτορες Κομνηνοί. Συγκεκριμένα, μεγάλοι ευεργέτες της μονής ήταν ο Μανουήλ Γ’ Κομνηνός (1390-1417) ο οποίος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, και ο Αλέξιος Γ’ (1349-1390), ο οποίος αφού τον έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Για το λόγο αυτό ανακηρύχθηκε από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ».

Επίσης, πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Ως ευεργέτες αναγράφονται επίσης στους κώδικες της μονής οι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄ (ο οποίος θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής), Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄.

Στη μονή, που λειτουργούσε μέχρι το 1922, υπήρχαν πολύτιμα έγγραφα και αρχαία χειρόγραφα, ανάμεσά τους το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα, το οποίο βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης.

Λίγο πριν από τον ξεριζωμό των Ελλήνων του Πόντου, οι μοναχοί έθαψαν τα πολύτιμα θησαυρήσματα της μονής, δηλαδή την εικόνα της Παναγίας, τον σταυρό του Μανουήλ Γ’ Κομνηνού με το τίμιο ξύλο και το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου, στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, που βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά από τη μονή. Το 1930, με διπλωματικές ενέργειες μεταξύ των δύο χωρών, Ελλάδας και Τουρκίας, βρέθηκαν και δόθηκαν στην ελληνική αντιπροσωπεία, η οποία τα τοποθέτησε στο Βυζαντινό μουσείο μέχρι το 1951.