• 20 Σεπτεμβρίου, 2020

Αρχίζουν τα δύσκολα μετά την αποχώρηση (;) του Oruc Reis: Προς αναστολή οι κυρώσεις, καθορίζεται η βάση του διαλόγου

 Αρχίζουν τα δύσκολα μετά την αποχώρηση (;) του Oruc Reis: Προς αναστολή οι κυρώσεις, καθορίζεται η βάση του διαλόγου

Η αποχώρηση του «Ορούτς Ρέις» δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ανακουφιστικά, ενώ δεν θα είναι λίγοι εκείνοι που θα μιλήσουν για ελληνική νίκη στην κρίση των 32 ημερών. Η φάση, ωστόσο, στην οποία φαίνεται πως εισέρχονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μοιάζει με την περίοδο μετά την άρση του lockdown: το κλείσιμο είναι εύκολο, το άνοιγμα δυσκολότερο. Έτσι και τώρα, οι παγίδες πολλές στο διάλογο που θα αρχίσει σύντομα.

Πρώτα από όλα, θέμα κυρώσεων εκ των πραγμάτων -εφόσον η αποχώρηση του τουρκικού ερευνητικού σκάφους έχει συνέχεια δηλαδή- δεν αναμένεται να τεθεί στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στα τέλη του μηνός, παρά το γεγονός ότι, όπως επισημαίνεται από κάποιες πλευρές, κυρώσεις θα έπρεπε να επιβληθούν και για όσα έκανε η Τουρκία εις βάρος δύο κρατών – μελών της Ε.Ε. το μήνα που πέρασε.

Εν τούτοις, ας μην υπάρχει αμφιβολία, έδαφος και διάθεση για κυρώσεις δεν θα υπάρχει.

Το μεγάλο επίσης ζήτημα είναι το ποια θέματα θα τεθούν τη στιγμή που ελληνική και τουρκική αντιπροσωπεία βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο και πώς θα πείσουμε εμείς τη διεθνή κοινότητα γιατί λέμε «όχι»  στα θέματα που η άλλη πλευρά θα θέτει προς διάλογο.

Ενώ ακόμη και η φράση του πρωθυπουργού κατά τη χθεσινή συνέντευξη Τύπου, ότι, δηλαδή, οι διερευνητικές επαφές θα ξεκινήσουν «από εκεί που σταμάτησαν το 2016, με μόνο αντικείμενο την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Διότι αυτό ήταν το αντικείμενο των διερευνητικών πάντα, αυτό είναι το πλαίσιο» μπορεί να έχει αγαθές προθέσεις εκ μέρους του Κ. Μητσοτάκη, όταν όμως βρεθούν απέναντί μας οι έμπειροι Τούρκοι διπλωμάτες, τότε τα πράγματα θα αλλάξουν.

Οι διερευνητικές έχουν παρελθόν

Και τούτο γιατί οι διερευνητικές επαφές έχουν παρελθόν και, όπως έγραφε η «Εστία» στο φύλλο της 21ης Αυγούστου τ.ε. επικαλούμενη τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών, «επί κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη είχε δεχθεί να συζητήσει πρόταση των Τούρκων για μειωμένη αιγιαλίτιδα ζώνη για την Θράκη (!!!), την Θάσο και την Σαμοθράκη! Επίσης συζητούσε την επιλεκτική διαφοροποίηση των χωρικών υδάτων των νησιών του Αιγαίου ώστε αυτά να έχουν 12 μίλια στη Δυτική πλευρά τους και 8 ή 10 μίλια ανάλογα με την περίπτωση στην Ανατολική πλευρά τους, που ‘κοιτά’ προς τα τουρκικά παράλια. Επίσης εγένετο δεκτό πως νησιά που ευρίσκονται λίγες δεκάδες μέτρα από την απέναντι τουρκική ακτή θα είχαν χωρικά ύδατα έως το μέσον της γραμμής οριοθετήσεως».

Ενώ και μερικά χρόνια αργότερα, επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα πάντα, «οι Έλληνες διπλωμάτες μετέφεραν τότε στους Τούρκους συναδέλφους τους μια πρόταση του Πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου την οποία και λάτρεψαν: η Ελλάς πρότεινε την επέκταση των χωρικών υδάτων της στα 12 μίλια για την ηπειρωτική χώρα και εδέχετο την επέκταση χωρικών υδάτων μόνο στα 6 μίλια για τα νησιά! Λέγεται μάλιστα πως στους φοριαμούς του Υπουργείου Εξωτερικών βρέθηκαν και χάρτες στους οποίους απετυπώνετο η ελληνική πρότασις και τους οποίους έχουν στη διάθεσή τους οι Τούρκοι!».

Οι διερευνητικές επαφές έχουν παρελθόν, συνεπώς, και ίσως κάποιοι το επικαλεστούν από την πρώτη μέρα επανέναρξής τους.

Πάντως, στο ρεπορτάζ της «Εστίας» απαντούσε, στις 30 Αυγούστου, μέσα από τις στήλες της Καθημερινής, ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, εξ ονόματος του Κώστα Σημίτη, όπως φάνηκε:

«Όλη η προσέγγιση ήταν άτυπη χωρίς δεσμευτικότητα για καμία πλευρά (…) Ο,τιδήποτε και αν συζητούνταν, ακόμη και αν διαπιστωνόταν σύγκλιση απόψεων, δεν είχε κανέναν χαρακτήρα συμφωνίας. Ο,τιδήποτε έφθανε σε σημείο ωρίμανσης θα έπρεπε να υπαχθεί στη διαδικασία ad referendum, δηλαδή να εγκριθεί από την πολιτική ηγεσία (…) Οι συζητήσεις ήταν προφορικές με ελάχιστα άτυπα σημειώματα (…) Το περιεχόμενο των συζητήσεων ήταν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ένας περιορισμένος αριθμός θεμάτων που ήταν αλληλένδετα με το θέμα αυτό (…) Ο προσδιορισμός των χωρικών υδάτων δεν ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης γιατί προσδιορίζεται με μονομερή ενέργεια κάθε χώρας (…) Ό,τι κι αν ελέχθη δεν σημαίνει ότι ισχύει σήμερα 15 χρόνια αργότερα. Ό,τι λέγεται ότι ελέγχθη είναι ανεξέλεγκτο».

«Γραπτή αποτύπωση προφορικής συμφωνίας»

Η επιχειρηματολογία Γιαννίτση (άτυπη συζήτηση και όχι συμφωνία, χωρίς δεσμευτικότητα και έγκριση από την πολιτική ηγεσία, προφορικές συζητήσεις με ελάχιστα άτυπα σημειώματα κ.α.) είναι μια επιχειρηματολογία που ακούσαμε πάντως, grosso modo, και χθες, αλλά για το θέμα της τριμερούς συνάντησης στο Βερολίνο τη φορά αυτή:

«Αυτό το οποίο περιέγραψα στα Αγγλικά ως ‘written understanding’, μία γραπτή κατανόηση, δεν ήταν τίποτα άλλο από τη γραπτή αποτύπωση, τα πρακτικά μίας κατ’ αρχήν συμφωνίας η οποία επιτεύχθηκε στο Βερολίνο μεταξύ της Διπλωματικής μου Συμβούλου, του Συμβούλου του Τούρκου Προέδρου και του κ. Χέκερ, του Συμβούλου της κας Μέρκελ. Δεν αποτέλεσε, σε καμία περίπτωση, συμφωνία διεθνή, όπως άκουσα κάποια πρωτοφανή πράγματα, ότι δεσμεύσαμε τη χώρα σε συμφωνίες χωρίς να ενημερώσουμε κανέναν. Ήταν η γραπτή αποτύπωση μιας προφορικής συμφωνίας, τα πρακτικά με άλλα λόγια, τα οποία κρατήθηκαν από αυτήν τη συνάντηση για να υπάρχει αποτυπωμένο στο χαρτί τι συμφωνήθηκε», υποστήριξε ο Κ. Μητσοτάκης απαντώντας σε ερώτηση της «Καθημερινής» και του Στ. Παπαντωνίου.

Όταν επανήλθε δε, το θέμα, με το δημοσιογράφο του “Open” και “ethnos.gr.”, Σπ. Μουρελάτο να ρωτά «εάν σε αυτήν (σ.σ. την τριμερή συνάντηση του Βερολίνου) υπήρξε και ένα πρώτο χρονοδιάγραμμα ή τα βήματα για να οδηγηθούν οι δύο χώρες στη Χάγη, εφόσον δεν συμφωνούν για υφαλοκρηπίδα και υπερκείμενη ΑΟΖ;», η απάντηση του πρωθυπουργού, «θεωρώ ότι αυτό το οποίο είχε συμφωνηθεί ακυρώθηκε στην πράξη. Άρα, πρακτικά δεν έχει και κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο βαθμό που δεν κατέστη εφικτό να τηρηθούν οι όροι αυτής της συμφωνίας», πόρρω απέχει από το να χαρακτηρισθεί σαφής και συγκεκριμένη.

Νίκος Παπαδημητρίου