“Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος”/ Η ιστορική απόφαση-καταδίκη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που δίνει το δικαίωμα σε πολίτες να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από το Δημόσιο
Μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση που αφορά κάθε Έλληνα πολίτη: Όποιος θεωρεί ότι υπέστη βλάβη από εσφαλμένη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου μπορεί, πλέον, να κάνει αγωγή και να διεκδικήσει αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο! Αυτό ορίζει απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με αφορμή την υπόθεση «Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος».
Με αυτήν την απόφαση, που είναι δεσμευτική για την Ελλάδα (όπως είναι όλες οι αποφάσεις του για τα κράτη μέλη), το ΕΔΔΑ ανατρέπει προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, την 800/2021, με την οποία το ανώτατο ελληνικό δικαστήριο είχε κρίνει ότι «απαιτήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου για ζημία που προκλήθηκε από πράξεις δικαστών είναι μη δικαστικά επιδιώξιμες».
Το ΕΔΔΑ έκρινε (α) ότι η απόφαση του ΣτΕ παραβίαζε το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου για «δίκαιη δίκη» και (β) ότι δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στο δικαίωμα άσκησης αγωγής αποζημίωσης για ζημιογόνο συμπεριφορά των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας.
Τι συνέβη
Την καταδίκη της Ελλάδας -για άλλη μία φορά- αποφάσισε χθες Τρίτη 4 Ιουνίου το Δικαστήριο του Στρασβούργου, στην υπόθεση «Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας», επιδικάζοντας στον ίδιο το ποσό των 5.000 ευρώ, επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Η περίπτωση του Ζουμπουλίδη, για την οποία η χώρα μας έχει καταδικαστεί και στο παρελθόν, έχει τις ρίζες της στην απόρριψη ενός επιδόματος αποδημίας. Η πρώτη υπόθεση, μετά την απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου το 2001, έφτασε στο Στρασβούργο, το οποίο καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, αφού «εντόπισε» υπερβολική τυπολατρία (excessive formalism). Ο ίδιος, διεκδικώντας αποζημίωση λόγω της αρεοπαγίτικης απόφασης στα διοικητικά δικαστήρια, έφτασε έως και την Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας, το οποίο, αφού διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων δικαστηρίων, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη. Η απορριπτική αυτή απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας άνοιξε τον δρόμο προς το Στρασβούργο, το οποίο, αξιολογώντας την παραπάνω απόφαση σε συνδυασμό με την καθυστέρηση θέσπισης νομοθεσίας ως προς την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, που ήδη είχε τονιστεί από το 2014, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη, εκ νέου, διαρρήχθηκε.
Η υπόθεση
Ο προσφεύγων, Ιωάννης Ζουμπουλίδης, είναι Έλληνας υπήκοος που γεννήθηκε το 1960 και ζει στο Ντίσελντορφ (Γερμανία). Από το 1992 εργαζόταν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως επικουρικός υπάλληλος στην ελληνική πρεσβεία στη Γερμανία. Το 1998 υπέβαλε ανεπιτυχή αίτηση για επίδομα αποδημίας. Μετά από διαδικασία ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, η οποία με απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1143/2001) έληξε ανεπιτυχώς για τον ίδιο, προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπου και δικαιώθηκε, καθότι διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, με αποτέλεσμα να του επιδικαστεί το ποσό των 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη, δεδομένου ότι η απόρριψη του αιτήματός του ισοδυναμούσε με υπερβολικό φορμαλισμό.
Στη συνέχεια, ο Ζουμπουλίδης προσέφυγε το 2007 στα διοικητικά δικαστήρια, διεκδικώντας αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω της απόφασης εναντίον του το 2001, επικαλούμενος την ευθύνη του Δημοσίου, εν προκειμένω των δικαστικών λειτουργών. Τα διοικητικά δικαστήρια σε πρώτο βαθμό και στην έφεση έκριναν ότι το Δημόσιο ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε από πρόδηλο σφάλμα των δικαστικών οργάνων και ότι θα ήταν ασυμβίβαστο με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος να μην αποκαθίσταται η ζημία που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά οποιουδήποτε κρατικού οργάνου. Ωστόσο, δεδομένου ότι το σφάλμα που αποδόθηκε στην απόφαση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου δεν θεωρήθηκε πρόδηλο, η υπόθεση απορρίφθηκε.
Κατόπιν αίτησης αναίρεσης του Ζουμπουλίδη, η Ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας εξέδωσε την απόφαση του 800/2021. Στην προκείμενη περίπτωση, ζητήθηκε αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τόσο ευθέως, όσο και αναλόγως εφαρμοζόμενο, κατά τα κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, για την αποκατάσταση της βλάβης που ο αιτών κατά τους ισχυρισμούς του είχε υποστεί εξαιτίας σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσε με απόφασή του ο Άρειος Πάγος κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του. Το Συμβούλιο Επικρατείας, όμως, έκρινε ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο που δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων δικαστηρίων, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, για τον λόγο δε αυτό, τον οποίο εξέτασε αυτεπαγγέλτως, αναίρεσε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
Επικαλούμενος το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, ο Ζουμπουλίδης κατήγγειλε ότι η απόρριψη της προσφυγής του από το Συμβούλιο Επικρατείας είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί την πρόσβαση σε δικαστήριο.
Η απόφαση του ΕΔΔΑ
Δεδομένου ότι τα διοικητικά δικαστήρια σε πρώτο βαθμό και κατ’ έφεση έκριναν την προσφυγή και την έφεση του προσφεύγοντος παραδεκτές και επιβεβαίωσαν την εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, ο προσφεύγων -σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι τα δικαστήρια θα παρεκκλίνουν από τη νομολογία αυτή και ότι η απόφαση 800/2021 θα έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή του.
Όλες οι διατάξεις της Σύμβασης πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο πρακτικό και αποτελεσματικό, δίχως τυπολατρικές προσεγγίσεις
Η απόφαση αυτή, όπως κρίθηκε από το ΕΔΔΑ, στην πραγματικότητα είχε εμποδίσει τον προσφεύγοντα να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε αποζημίωση για τα φερόμενα σφάλματα των πολιτικών δικαστηρίων. Προς την ίδια κατεύθυνση, άλλωστε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επανέλαβε ότι όλες οι διατάξεις της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων της πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο πρακτικό και αποτελεσματικό, δίχως τυπολατρικές προσεγγίσεις. Κατ’ επέκταση, η απόφαση σε βάρος του Ζουμπουλίδη σε συνδυασμό με την καθυστέρηση της θέσπισης νέας νομοθεσίας, παρά το γεγονός ότι τα ελληνικά δικαστήρια είχαν επισημάνει την ανάγκη από το 2014 (ΣτΕ Ολ 1501/2014), είχε δημιουργήσει ανασφάλεια δικαίου που τον έβλαπτε.
Τέλος, το ΕΔΔΑ -αξιοποιώντας τη μειοψηφία που διατυπώθηκε στην απόφαση του ΣτΕ το 2021- έκρινε ότι εν προκειμένω θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του κράτους για τις πράξεις της δικαστικής εξουσίας, έως ότου ο νομοθέτης θεσπίσει ειδικούς κανόνες για το εν λόγω ζήτημα.
Κατά συνέπεια, όπως κρίθηκε, ο προσφεύγων είχε ουσιαστικά αποκλειστεί από την πρόσβαση σε δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι εν προκειμένω το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Τελικώς, το Δικαστήριο του Στρασβούργου καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της δίκαιης δίκης, επιδικάζοντας στον προσφεύγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ εξαιτίας ηθικής βλάβης.
Τι αναφέρει η απόφαση
Σύμφωνα με την ανάλυση του Αντώνη Αργυρού, το ζήτημα τελικώς οδηγήθηκε στο ΕΔΔΑ, το οποίο με την ιστορική απόφαση του ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (No. 3) (57246/21)5., που αφορά το ζήτημα της ευθύνης αποζημίωσης του δημοσίου από νόμιμες πράξεις και από ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας λόγω πρόδηλου σφάλματος κατ’ άρθρο 105-106 ΕισΝΑΚ έκρινε ότι6: ««Άρθρο 6 § 1 (αστικές) • Πρόσβαση στη δικαιοσύνη • Προσφυγή κατά του Δημοσίου για ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε από την απόρριψη από το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Συμβούλιο της Επικρατείας) της αναίρεσής του, για νομικά ζητήματα που διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (77574/01) να έχουν παραβιάσει το άρθρο 6 § 1, κρίθηκε απαράδεκτο λόγω αναρμοδιότητας από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ)• Το εθνικό δίκαιο περί ευθύνης του Δημοσίου
Οπως αναφέρει η περίληψη της Απόφασης του ΕΔΔΑ, όπως δημοσιεύθηκε από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Ερμηνεύεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι δεν επιτρέπει αξιώσεις για ζημίες που προκλήθηκαν από πρόδηλο σφάλμα δικαστικού οργάνου έως ότου θεσπιστεί ειδική νομοθεσία που ρυθμίζει την ευθύνη αυτή• Η ερμηνεία του ΣτΕ δεν συμβαδίζει με την προηγούμενη νομολογία του, που εφαρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις το ισχύον εσωτερικό δίκαιο αναλογικά, λόγω της μη ύπαρξης ειδικού νόμου για σφάλματα δικαστών, και έτσι οδηγήθηκε για πρώτη φορά απαράδεκτο στην περίπτωση του προσφεύγοντος• Καμία ένδειξη αισθητής νομολογιακής εξελίξεως αποκλίνουσας από την προηγουμένη νομολογία του ΣτΕ• Η νέα ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα η αξίωση του προσφεύγοντος να μην είναι δικαστικά επιδιώξιμη στο διηνεκές (ad infinitum) και αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε τυχόν μελλοντικές αξιώσεις αποζημίωσης από αυτόν κατά του Δημοσίου για τα εικαζόμενα λάθη των πολιτικών δικαστηρίων μέχρι την θέσπιση ειδικής νομοθεσίας• Περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο του προσφεύγοντος για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου σε βάρος του • Δυσανάλογη επιβάρυνση που επιβάλλεται στον προσφεύγοντα• Η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο προσβάλλεται.»
–Η ιστορική Απόφαση του ΕΔΔΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (No. 3) (57246/21,έκρινε ότι σύμφωνα με άρθρο 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να εμποδισθεί7 η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ υφισταμένης αστικής ευθύνης του δημοσίου, από πράξεις των οργάνων του Κράτους8 και μάλιστα της δικαστικής λειτουργίας (βλ. ΣτΕ 2168/2016 επταμ., 48/2016 επταμ., 1330/2016).
Άλλωστε σ’ ένα Κράτος δικαίου το Σύνταγμα, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου(ΣτΕ 2527/2019) . 4/6/2024
Η ανακοίνωση του δικηγορικού γραφείου που χειρίστηκε την υπόθεση
Το Δικηγορικό Γραφείο ΣΚΟΡΔΑΚΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, ανακοινώνουν τη δημοσίευση μιας εξαιρετικά σημαντικής απόφασης του Τρίτου Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), Υπόθεση ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (No. 3), που αφορά το θέμα της ευθύνης αποζημίωσης του δημοσίου από νόμιμες πράξεις και από ζημιογόνες ενέργειες των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας λόγω πρόδηλου σφάλματος. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφασή της 800/2021 έκρινε ότι απαιτήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου για ζημία που προκλήθηκε από πράξεις δικαστών είναι μη δικαστικά επιδιώξιμες. Επί προσφυγής μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της προαναφερόμενης απόφασης, το ΕΔΔΑ δημοσίευσε σήμερα, 4 Ιουνίου 2024 την απόφασή του και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ήτοι παραβίαση του Δικαιώματος για πρόσβαση σε ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο.
Με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ, έχουμε πλέον τη σοβαρή και συνάμα σφοδρή ανατροπή του νέου νομολογιακού δεδομένου, που επήλθε με την προαναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και απασχόλησε πολύ το νομικό κόσμο, με πολλαπλά δυσμενή σχόλια για αυτήν τη μεταστροφή της νομολογίας επί του θέματος, αλλά το κυριότερο έχουμε αποκατάσταση της τρωθείσας πίστης των πολιτών ότι «Το Σύνταγμα, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου» (ΣτΕ 2527/2019), ακόμα και αν το όργανο που προκάλεσε τη βλάβη είναι όργανο της δικαστικής εξουσίας.
Παραθέτω την περίληψη της Απόφασης του ΕΔΔΑ, όπως δημοσιεύθηκε από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Άρθρο 6 § 1 (αστικές) • Πρόσβαση στη δικαιοσύνη • Προσφυγή κατά του Δημοσίου για ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε από την απόρριψη από το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Συμβούλιο της Επικρατείας) της αναίρεσής του, για νομικά ζητήματα που διαπιστώθηκαν από το
Δικαστήριο στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (77574/01) να έχουν παραβιάσει το άρθρο 6 § 1, κρίθηκε απαράδεκτο λόγω αναρμοδιότητας από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (ΣτΕ)• Το εθνικό δίκαιο περί ευθύνης του Δημοσίου ερμηνεύεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι δεν επιτρέπει αξιώσεις για ζημίες που προκλήθηκαν από
πρόδηλο σφάλμα δικαστικού οργάνου έως ότου θεσπιστεί ειδική νομοθεσία που ρυθμίζει την ευθύνη αυτή• Η ερμηνεία του ΣτΕ δεν συμβαδίζει με την προηγούμενη νομολογία του, που εφαρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις το ισχύον εσωτερικό δίκαιο αναλογικά, λόγω της μη ύπαρξης ειδικού νόμου για σφάλματα δικαστών, και έτσι οδηγήθηκε για πρώτη φορά απαράδεκτο στην περίπτωση του προσφεύγοντος• Καμία ένδειξη αισθητής νομολογιακής εξελίξεως αποκλίνουσας από την προηγουμένη νομολογία του ΣτΕ• Η νέα ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα η αξίωση του προσφεύγοντος να μην είναι δικαστικά επιδιώξιμη στο διηνεκές (ad infinitum) και αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε τυχόν μελλοντικές αξιώσεις αποζημίωσης από αυτόν κατά του Δημοσίου για τα εικαζόμενα λάθη των πολιτικών δικαστηρίων μέχρι την θέσπιση ειδικής νομοθεσίας• Περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο του προσφεύγοντος για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου σε βάρος του • Δυσανάλογη επιβάρυνση που επιβάλλεται στον προσφεύγοντα• Η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο προσβάλλεται.
Με πληροφορίες από το KREPORT και τη Νομική Βιβλιοθήκη