Τάσεις βαθιάς αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη
✨Ο νεοφιλελευθερισμός αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα ως εναλλακτική ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, με διαφορετικές απόψεις για την κρατική παρέμβαση.
✨Μετά τον πόλεμο, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα προώθησαν την απόρριψη κρατικής παρέμβασης, επηρεάζοντας την ευρωπαϊκή οικονομία και πολιτικές λιτότητας για ανταγωνιστικότητα.
✨Η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίστηκε στην εξωστρέφεια και τη λιτότητα, αλλά απέτυχε να αντιμετωπίσει τις ανισότητες, την οικονομική στασιμότητα και τις πολλαπλές εξαρτήσεις.
✨Σήμερα, προτείνεται η επιστροφή της κρατικής παρέμβασης και η ενίσχυση της βιομηχανίας, της έρευνας και της τεχνολογίας για οικονομική ασφάλεια και βιώσιμη ανάπτυξη.
Κατά τις αρχές του 20ου αιώνα ο νεοφιλελευθερισμός στην Ευρώπη απετέλεσε αντικείμενο θεωρητικής και πολιτικής επεξεργασίας από Γάλλους και Γερμανούς διανοητές, οι οποίοι αναζητούσαν (Colloque Walker Lippmann στο Παρίσι το 1938) ένα τρίτο δρόμο μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Στο Συνέδριο αυτό, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, αναδείχθηκαν, κατά βάση, δύο διαφορετικές απόψεις αναφορικά με τις σχέσεις Κράτους-Αγοράς. Η άποψη (W.Ropke) του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» και η άποψη (Fr.Von Hayek) της «απόρριψης κάθε μορφής κρατικής παρέμβασης ακόμη και στο πεδίο της κοινωνικής δικαιοσύνης».
Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου Γ. Μπέτση*
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο σε διεθνές επίπεδο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και η Παγκόσμια Τράπεζα με την τεχνική υποστήριξη της Οικονομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Σικάγου (M.Friedman) πρωτοστάτησαν στην παγκοσμιότητα της «απόρριψης κάθε μορφής κρατικής παρέμβασης στις σχέσεις Κράτους-Αγοράς ακόμη και της κοινωνικής δικαιοσύνης», δηλαδή του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος, στις ΗΠΑ (R.Reagan), την Λατινική Αμερική, την Μ.Βρετανία (Μ. Τhatcher), κ.λ.π.
Στο περιβάλλον αυτό παγκοσμιότητας του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος εδώ και μισό αιώνα η Ευρώπη οργάνωσε το οικοδόμημα του οικονομικού και του κοινωνικού της συστήματος το οποίο βασιζόταν, κατά βάση, σε πυλώνες (παραγωγικούς, τεχνολογικούς, ενεργειακούς, ασφάλειας, άμυνας, κ.λ.π.) στους οποίους δεν ήλεγχε την κυριαρχία τους.
Με άλλα λόγια, σε στρατηγικό επίπεδο στην Ευρώπη οι δημόσιοι φορείς λήψης αποφάσεων επέλεξαν την : α) διεύρυνση (αντί της εμβάθυνσης και της Πολιτικής Ένωσης) για την δημιουργία νέων Αγορών, β) εξασφάλιση φθηνής ενέργειας από την Ρωσία, γ) μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε Κεντρικο-Ανατολική Ευρώπη, Ασία, Αφρική για τη παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων χαμηλού κόστους και δ) ανάθεση της ασφάλειας και άμυνας της στις ΗΠΑ.
Παράλληλα σε επίπεδο οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών οι δημόσιοι φορείς λήψης απόφάσεων στην Ευρώπη επέλεξαν την ένταξη τους τόσο στο θεωρητικό-επιστημονικό νεοκλασσικό μακρο-οικονομικό υπόδειγμα της μακροχρόνιας οικονομικής μεγέθυνσης του R.Solow (1956), όσο και στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα της δημοσιονομικής σταθερότητας-λιτότητας.
Στο περιβάλλον αυτό, η υλοποίηση του συγκεκριμένου οικονομικού υποδείγματος στην Ευρώπη ευνόησε και ευνοεί την προώθηση της ευρωπαϊκής ανάπτυξης διαμέσου της εξωτερικής ζήτησης, την εξαγωγή κεφαλαίων, την συγκράτηση στις βόρειες χώρες του επιπέδου των πραγματικών μισθών και σε άλλες χώρες (π.χ. Ελλάδα) την μείωση του επιπέδου των πραγματικών μισθών, τη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και του κοινωνικού κράτους. Κι΄αυτό προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο ανταγωνιστικότητας-κόστους της ευρωπαϊκής οικονομίας και των κρατών-μελών.
Η στρατηγική αυτή της ευρωπαϊκής οικονομίας θεσμοποιήθηκε με τα κριτήρια του Μaastricht και συνδέθηκε και συνδέεται με τις κατευθύνσεις και το περιεχόμενο νεοφιλελεύθερης έμπνευσης του Συμφώνου (Euro Plus Pact) Ανταγωνιστικότητας (Σύνοδος Κορυφής 25/3/2011, Βρυξέλλες), προσδοκώντας την αντιμετώπιση του διαχρονικού και διαρθρωτικού προβλήματος των πολλαπλών εξαρτήσεων και του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Όμως, ιδιαίτερα κατά τις τρείς πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, η γεωπολιτική-γεωοικονομική και κοινωνικο-πολιτική αυτή συνθήκη δεν ανταποκρίθηκε, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, στις προσδοκίες της, σε βαθμό που στις μέρες μας οι πολλαπλές εξαρτήσεις (γεωπολιτικές, ενεργειακές,τεχνολογικές, κλπ), η οικονομική στασιμότητα, η τεχνολογική καθυστέρηση, η επενδυτική πενία, η κοινωνική οπισθοδρόμιση, οι ανισότητες, η φτωχοποίηση, κ.λ.π. να έχουν δημιουργήσει στην πλειοψηφία του ευρωπαϊκού πληθυσμού συνθήκες αβεβαιότητας, έντονου προβληματισμού και βαθειάς αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού για την προοπτική του ευρωπαϊκού πολιτικού και κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού.
Η πορεία αυτή της Ευρώπης αναδεικνύει ότι οι στρατηγικές επιλογές οικονομικής κοινωνικής πολιτικής, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες τρείς δεκαετίες, βασιζόμενες στα προαναφερόμενα θεωρητικο-επιστημονικά ρεύματα ουσιαστικά «φυλάκισαν» τους πέρους της ευρωπαϊκής οικονομίας στο δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος (λιτότητα-υπερ-κερδοφορία-ανισότητες).
Έτσι, η ευρωπαϊκή οικονομία στερήθηκε και στερείται από πόρους επενδύσεων υποδομών, έρευνας-καινοτομίας-τεχνολογίας επιβραδύντοντας σημαντικά, σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, τις παραγωγικο-τεχνολογικές συνθήκες μίας διευρυμένης και δυναμικής αναπαραγωγής της. Το ίδιο η λανθασμένη θεώρηση και η επιλογή των δημόσιων φορέων λήψης αποφάσεων ότι οι πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος και κοινωνικής συνοχής υπονoμεύουν την οικονομική δραστηριότητα και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας συνέβαλαν από την μία πλευρά στην ανισοκατανομή του εισοδήματος και την υπερ-συγκέντρωση του πλούτου και από την άλλη πλευρά στην διεύρυνση των ανισοτήτων, την φτωχοποίηση και την εξασθένηση της ανθεκτικότητας μεγάλου τμήματος του πληθυσμού.
Στο περιβάλλον αυτό της μη βιωσιμότητας, από κάθε άποψη, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην Ευρώπη διατυπώνεται η στρατηγική αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης και της ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης, της βιομηχανικής κυριαρχίας, της απασχόλησης, των δημόσιων επενδυτικών δαπανών σε υποδομές, έρευνα-καινοτομία και τεχνολογία. Η επιστροφή της κρατικής παρέμβασης και αναβάθμισης (ποσοτικά και ποιοτικά) των δημόσιων πολιτικών θα ενδυναμώσει, μεταξύ άλλων, την ευρωπαϊκή οικονομική ασφάλεια η οποία έχει εντελώς παραμεληθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Κι΄αυτό επειδή η Επιτροπή θεωρεί (Chr.Chavagnieux, Alternatives Economiques, 27/8/2026) ότι ο ρόλος της συνίσταται, κυρίως, στην εγγύηση του ανταγωνισμού, στο άνοιγμα των Αγορών και στην αποτροπή της ευνοϊκής μεταχείρισης των κρατών προς τους εθνικούς πρωταθλητές του.
Αντίθετα η στρατηγική της οικονομικής ασφάλειας και της συρρίκνωσης των πολλαπλών εξαρτήσεων στην Ευρώπη θα κινητοποιήσει την ικανότητα του ευρωπαϊκού λογισμικού να καινοτομεί στην έρευνα, την τεχνολογία, την παραγωγή και την κοινωνία, επιτυγχάνοντας με τον βιομηχανικό μετασχηματισμό και όχι με τον βιομηχανικό επεκτατισμό την συνάντηση του με την ψηφιακή τεχνολογία, την περιβαλλοντική μετάβαση, την τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης, την αναδιανομή του εισοδήματος και την ενίσχυση των δυνατοτήτων (ποσοτικά και ποιοτικά) του κοινωνικού κράτους.
*Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου