Ελληνοτουρκικά: Ο Ερντογάν χαμηλώνει τους τόνους, η Αθήνα ανεβάζει τον διπλωματικό πήχη-Τα κρίσιμα τεστ

 Ελληνοτουρκικά: Ο Ερντογάν χαμηλώνει τους τόνους, η Αθήνα ανεβάζει τον διπλωματικό πήχη-Τα κρίσιμα τεστ
💡 AI Summary by Libre

✨Η ρητορική του Ερντογάν έγινε πιο ήπια, αλλά η Τουρκία διατηρεί σκληρές θέσεις για το Αιγαίο και το έργο Great Sea Interconnector (GSI).

✨Η Αθήνα υπογραμμίζει ότι χωρίς άρση της απειλής πολέμου, η Τουρκία δεν μπορεί να συμμετέχει σε ευρωπαϊκούς αμυντικούς μηχανισμούς, προετοιμαζόμενη για κρίσιμο Οκτώβριο στον ΟΗΕ.

✨Οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας παραμένουν ανοιχτοί, ενώ ο δομημένος διάλογος συνεχίζεται παρά τις εντάσεις και τις διαφωνίες.

✨Το πραγματικό τεστ θα είναι η επανέναρξη των ερευνών για το GSI, με την Αθήνα να ενημερώνει την Τουρκία χωρίς να αποδέχεται προηγούμενο συντονισμό ή άδεια.

Η αιφνίδια μετατόπιση της ρητορικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προς ηπιότερους τόνους συνυπάρχει με τις σκληρές θέσεις που εξακολουθεί να διατυπώνει η Άγκυρα για το Αιγαίο και το Great Sea Interconnector (GSI). Την ίδια ώρα, η Αθήνα στέλνει ένα νέο και σαφές μήνυμα: όσο παραμένει ενεργή η απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας, η Τουρκία δεν μπορεί να συμμετέχει σε ευρύτερους ευρωπαϊκούς αμυντικούς μηχανισμούς, ενώ η Ελλάδα προετοιμάζεται για έναν ιδιαίτερα κρίσιμο Οκτώβριο, κατά τον οποίο θα αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Διπλωματική πηγή τόνιζε ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας «ουδέποτε έπαψαν», υπογραμμίζοντας όμως ότι η Ελλάδα «παραμένει συνεπής, αλλά δεν πρόκειται να κάνει εκπτώσεις στις ελληνικές θέσεις». Οι βασικοί πυλώνες του ελληνοτουρκικού Δομημένου διαλόγου (ΜΟΕ, Πολιτικός διάλογος, Θετική ατζέντα) συνεχίζονται, ενώ τονίσθηκε ότι «ο διάλογος θα πρέπει να συνεχιστεί» και η πρόσφατη ένταση πρέπει να μειωθεί. Τούτο ωστόσο, ανέφερε, δεν εξαρτάται μόνο από την ελληνική πλευρά.

Πρόσθεσε πως όταν υπάρχουν ενέργειες της Τουρκίας που προσκρούουν στις βασικές ελληνικές θέσεις «βεβαίως θα υπάρχει και η αντίστοιχη απάντηση».

«Το πρώτο είναι ότι ουδέποτε έπαυσαν οι δίαυλοι επικοινωνίας. Οι δίαυλοι […] ξεκινούν από χαμηλά στην ιεραρχία του Υπουργείου Εξωτερικών και φτάνουν μέχρι το στράτευμα. […] Άρα δεν σταμάτησαν οι δίαυλοι ούτε στην περίοδο της έντασης. Το δεύτερο είναι ότι πράγματι έχει παραχθεί ένταση παραπάνω από εκείνη που είχαμε γνωρίσει. Η άποψή μου είναι ότι θα πρέπει ο διάλογος οπωσδήποτε να συνεχιστεί και να προσπαθούμε να απαλύνουμε τις εντάσεις αυτές» επισημάνθηκε.

«Συνεχίζονται κανονικά οι πυλώνες του ελληνοτουρκικού διαλόγου, δηλαδή ΜΟΕ, πολιτικός διάλογος και θετική ατζέντα. Προγραμματίζονται. Δεν έχουν ακόμα κλείσει συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά προγραμματίζονται κανονικά. Οπότε δεν έχει εκλείψει ο δομημένος διάλογος» διευκρινίστηκε.

Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση

Πίσω από τη φαινομενική αποκλιμάκωση της τελευταίας εβδομάδας διαμορφώνεται ένα πολύ ευρύτερο παζλ. Από τη μία βρίσκεται η προσπάθεια να παραμείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι Αθήνας–Άγκυρας.

Από την άλλη, το GSI αποτελεί το επόμενο πραγματικό crash test, καθώς η επανέναρξη των ερευνών θα δείξει στην πράξη εάν η νέα γαλλική φόρμουλα ενημέρωσης της Τουρκίας μπορεί να αποτρέψει μια νέα κρίση. Και πάνω από όλα βρίσκεται η προσπάθεια της Αθήνας να μεταφέρει τη συζήτηση από το καθαρά διμερές επίπεδο στο ευρωπαϊκό και διεθνές πεδίο ασφάλειας.

Η στροφή Ερντογάν και το ερώτημα που αφήνει πίσω της

Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη Νέα Υόρκη, η τουρκική ρητορική είχε κινηθεί σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Χακάν Φιντάν είχε επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, ενώ η Άγκυρα συνέχισε να συνδέει τις ελληνικές αμυντικές κινήσεις με τις δικές της αντιλήψεις περί ασφάλειας.

Η Αθήνα απάντησε ότι οι τουρκικές αιτιάσεις περί αποστρατιωτικοποίησης δεν έχουν βάση στο Διεθνές Δίκαιο και υπενθύμισε ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί την απειλή πολέμου, το casus belli, σε περίπτωση άσκησης νόμιμου κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας.

Στη Νέα Υόρκη, ωστόσο, ο Ερντογάν επέλεξε διαφορετικό τόνο. Η Ελλάδα παρουσιάστηκε ως γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, ενώ το μήνυμα που εκπέμφθηκε ήταν ότι οι δύο χώρες πρέπει να διαχειρίζονται τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου.

Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τις πάγιες θέσεις της. Δεν υπάρχει τέτοια ένδειξη. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στη συνύπαρξη δύο διαφορετικών μηνυμάτων: σκληρή θεσμική και διπλωματική γραμμή από την Άγκυρα, ηπιότερη πολιτική ρητορική από τον ίδιο τον Ερντογάν.

Το ερώτημα είναι εάν πρόκειται για πραγματική προσπάθεια ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης ή για μια προσωρινή τακτική προσαρμογή.

Το GSI και η «γαλλική φόρμουλα»

Το επόμενο μεγάλο τεστ βρίσκεται ήδη μπροστά από την Αθήνα. Πρόκειται για την επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, όπου η τουρκική πλευρά έχει ήδη προειδοποιήσει ότι δεν αποδέχεται δραστηριότητες χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Άγκυρα.

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η φόρμουλα που διαμορφώνουν Αθήνα και Παρίσι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, πριν από την έναρξη των εργασιών θα υπάρξει ενημέρωση των παράκτιων κρατών, μεταξύ των οποίων και η Τουρκία, με στοιχεία για το γαλλικό ερευνητικό πλοίο, τις συντεταγμένες και τη διάρκεια των ερευνών.

Η ελληνική θέση είναι ότι ενημέρωση δεν σημαίνει τουρκική άδεια. Η Αθήνα θεωρεί ότι η αδειοδότηση του έργου εμπίπτει στη δική της αρμοδιότητα και ότι η επικοινωνία με τα γειτονικά κράτη αφορά πρωτίστως την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.

Η τουρκική πλευρά, αντιθέτως, ζητά προηγούμενο συντονισμό και συνδέει το έργο με τις δικές της αντιλήψεις για τα θαλάσσια δικαιώματα και συμφέροντα.

«Έχουμε μπροστά μας αρκετές προκλήσεις. Δηλαδή έχουμε, την έρευνα και την πόντιση  της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο. Έχουμε το νομοσχέδιό τους, το οποίο φέρεται ότι κάποια στιγμή θα πάει στη Βουλή τους για κύρωση. Περιμένουμε τα ορόσημα αυτά» σύμφωνα με τη διπλωματική πηγή.

Το πλοίο δεν θα έχει προβλήματα και η έρευνα θα συνεχισθεί σύμφωνα με τον προγραμματισμό της δήλωσε εξάλλου για το καλώδιο.

«Σημαντική η συμμετοχή των Γάλλων, ακόμη  πιο σημαντικό ότι  πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό πρότζεκτ. Όποιος παίρνει ευθύνη για ευρωπαϊκό πρότζεκτ, παίρνει και την ευθύνη» υπογράμμισε ο ανώτατος διπλωμάτης. 

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα του παρασκηνίου: μήπως η νέα φόρμουλα για το GSI είναι ένας από τους παράγοντες που επέτρεψαν στον Ερντογάν να χαμηλώσει προσωρινά τους τόνους;

Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δημόσιο στοιχείο που να αποδεικνύει μια τέτοια αιτιώδη σχέση. Υπάρχει όμως μία αξιοπρόσεκτη χρονική σύμπτωση. Η Άγκυρα γνωρίζει πλέον ότι το έργο δεν προχωρά μόνο ως ελληνοκυπριακή υπόθεση, αλλά με γαλλικό και ευρωπαϊκό αποτύπωμα, ενώ παράλληλα έχει διασφαλιστεί ένας μηχανισμός προηγούμενης ενημέρωσης.

Το γαλλικό αποτύπωμα και η ευρωπαϊκή διάσταση

Η γαλλική εμπλοκή αλλάζει τα δεδομένα. Η Meridiam έχει αποκτήσει πλειοψηφική συμμετοχή στον GSI, ενώ Αθήνα και Παρίσι έχουν ενισχύσει τον συντονισμό τους για την υλοποίηση του έργου.

Το GSI, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο ένα ενεργειακό έργο. Αποκτά σταδιακά ευρωπαϊκή γεωπολιτική διάσταση, καθώς αφορά την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου και συνδέεται με την ευρωπαϊκή προσπάθεια διαφοροποίησης και ενίσχυσης των ενεργειακών υποδομών.

Αυτό είναι που κάνει ακόμη πιο κρίσιμο το επόμενο βήμα. Όταν το γαλλικό ερευνητικό πλοίο επιστρέψει στη θάλασσα, η αντίδραση της Τουρκίας θα αποτελέσει δοκιμή όχι μόνο των ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά και της δυνατότητας της Αθήνας και των ευρωπαϊκών εταίρων της να διαχειριστούν μία πιθανή κρίση.

Το πραγματικό crash test θα γίνει στη θάλασσα

Το πραγματικό τεστ θα γίνει όταν η διπλωματική φόρμουλα μετατραπεί σε πραγματική δραστηριότητα στη θάλασσα.

Εάν η Τουρκία περιοριστεί στην προβλεπόμενη διπλωματική ενημέρωση, θα υπάρχει περιθώριο να υποστηριχθεί ότι η νέα διαδικασία λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης της έντασης. Εάν, αντίθετα, η Άγκυρα επιχειρήσει να παρεμποδίσει τις έρευνες ή επαναφέρει με δυναμικό τρόπο την απαίτηση για προηγούμενη τουρκική συναίνεση, τότε η κατάσταση θα δοκιμαστεί εκ νέου.

Η ίδια η Αθήνα έχει ήδη προετοιμαστεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ενώ οι πρόσφατες τουρκικές προειδοποιήσεις για το GSI δείχνουν ότι το θέμα παραμένει ενεργό.

Γι’ αυτό και η πρόσφατη ρητορική μετατόπιση του Ερντογάν αντιμετωπίζεται με προσοχή. Η πραγματική απάντηση δεν θα δοθεί στις δηλώσεις αλλά στη συμπεριφορά της Τουρκίας όταν ξεκινήσουν ξανά οι εργασίες.

Το νέο μήνυμα της Αθήνας: χωρίς άρση του casus belli, όχι στην ευρωπαϊκή άμυνα

Το νέο στοιχείο που προκύπτει από την Αθήνα προσθέτει μία ακόμη, πολύ σημαντική διάσταση.

Ανώτατη διπλωματική πηγή έστειλε σαφές μήνυμα προς την Τουρκία ότι δεν πρόκειται να ενταχθεί και να συμμετάσχει σε ευρύτερους ευρωπαϊκούς αμυντικούς μηχανισμούς όσο υφίσταται η απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας.

Η θέση αυτή δεν εμφανίζεται απομονωμένη. Ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε συνδέσει τη συμμετοχή τρίτων χωρών στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα με τον σεβασμό των συμφερόντων ασφαλείας των κρατών-μελών, υπογραμμίζοντας ότι είναι προβληματικό να υπάρχει ενεργή απειλή πολέμου από χώρα που επιδιώκει στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ουσιαστικά, η Αθήνα επιχειρεί να μεταφέρει το ζήτημα από το επίπεδο «Ελλάδα–Τουρκία» στο επίπεδο «Τουρκία–Ευρωπαϊκή ασφάλεια».

Το μήνυμα είναι ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως τεχνικό ή οικονομικό ζήτημα. Συνδέεται με τις σχέσεις καλής γειτονίας, τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και την απουσία απειλής χρήσης βίας.

Μέση Ανατολή, Ουκρανία και η ανησυχία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μέσα στο σημερινό διεθνές περιβάλλον. Η Αθήνα εκφράζει έντονη ανησυχία τόσο για την κρίση στη Μέση Ανατολή όσο και για τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.

Η ελληνική διπλωματική θέση είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να παραμένει θεατής μπροστά σε εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια, την ενέργεια και τη σταθερότητα της Ευρώπης.

Το μήνυμα της Αθήνας είναι χαρακτηριστικό: η Ευρώπη δεν πρέπει να εθελοτυφλεί και πρέπει να υπάρξει συλλογική παρέμβαση.

Η θέση αυτή συνδέεται και με την ευρύτερη συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα. Η ΕΕ επιχειρεί να δημιουργήσει νέες δομές και μηχανισμούς αμυντικής συνεργασίας, ενώ η Τουρκία επιδιώκει μεγαλύτερη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αμυντική αγορά και στα σχετικά σχήματα.

Για την Αθήνα, όμως, υπάρχει μία προϋπόθεση που προηγείται όλων των άλλων: δεν μπορεί μία χώρα που διατηρεί casus belli κατά κράτους-μέλους να αντιμετωπίζεται σαν να μην υπάρχει αυτή η πραγματικότητα.

Ο Οκτώβριος της Αθήνας στον ΟΗΕ

Και ενώ τα ελληνοτουρκικά μπαίνουν σε αυτή τη νέα φάση, η Ελλάδα ετοιμάζεται να αναλάβει τον Οκτώβριο την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Η ελληνική προεδρία θα συμπέσει με πολέμους και κρίσεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, αλλά και με την τελική φάση της διαδικασίας επιλογής του διαδόχου του Αντόνιο Γκουτέρες.

Η Ελλάδα θα έχει την προεδρία του Συμβουλίου για έναν μήνα, σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα του ΟΗΕ.

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει ήδη περιγράψει την ελληνική προεδρία ως ιδιαίτερα σημαντική λόγω της διεθνούς συγκυρίας και έχει συνδέσει τη στάση της Αθήνας με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το Διεθνές Δίκαιο και την αποτελεσματική πολυμερή διπλωματία.

Η μάχη για τον επόμενο Γενικό Γραμματέα

Στο παρασκήνιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαδικασία επιλογής του επόμενου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Η διαδικασία έχει ήδη προχωρήσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ενώ μετά την αποχώρηση της Μισέλ Μπατσελέ η κούρσα έχει περιοριστεί. Η τελική επιλογή θα απαιτήσει τη διαμόρφωση συναίνεσης μεταξύ των μελών του Συμβουλίου και, κυρίως, δεν μπορεί να αγνοήσει τις θέσεις των πέντε Μόνιμων Μελών που διαθέτουν δικαίωμα βέτο.

Η Αθήνα έχει ήδη ανοίξει δίαυλο με υποψηφίους. Ο Γεραπετρίτης συναντήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου με τον Όλαρα Οτούνου, υποψήφιο για τη θέση του Γενικού Γραμματέα, με τη συζήτηση να αφορά μεταξύ άλλων τη μεταρρύθμιση του ΟΗΕ και την επικείμενη ελληνική προεδρία.

Σύμφωνα με την ελληνική διπλωματική πηγή, η Αθήνα έχει ήδη διαμορφώσει άποψη για τους υποψηφίους που ανταποκρίνονται στις θέσεις αρχής της, ενώ ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί στη δυνατότητα κάθε υποψηφίου να εξασφαλίσει τη συναίνεση των Μόνιμων Μελών.

Έτσι, ο Οκτώβριος δεν θα είναι απλώς ένας μήνας κατά τον οποίο η Ελλάδα θα προεδρεύει τυπικά του Συμβουλίου Ασφαλείας. Θα είναι μία περίοδος κατά την οποία η Αθήνα θα επιχειρήσει να ασκήσει διπλωματική επιρροή σε ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνές περιβάλλον.

Από τη Νέα Υόρκη στα επόμενα κρίσιμα ραντεβού

Το επόμενο διάστημα, επομένως, θα είναι καθοριστικό. Οι δίαυλοι Γεραπετρίτη–Φιντάν παραμένουν ανοικτοί, ενώ δεν έχει εγκαταλειφθεί ο οργανωμένος διάλογος, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και η θετική ατζέντα.

Παράλληλα, όμως, υπάρχουν συγκεκριμένα ορόσημα: η επανέναρξη των ερευνών του GSI, η αντίδραση της Τουρκίας, η επόμενη συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών, η πορεία του ελληνοτουρκικού διαλόγου και το ζήτημα της τουρκικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή άμυνα.

Πάνω από όλα, όμως, υπάρχει ο Οκτώβριος και η ελληνική προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν παραπέμπει ακόμη σε οριστική αποκλιμάκωση. Παραπέμπει περισσότερο σε μία περίοδο ελεγχόμενης δοκιμασίας, όπου οι δύο πλευρές επιχειρούν να κρατήσουν ανοικτούς τους διαύλους, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζονται για τα επόμενα δύσκολα βήματα.

Η στροφή του Ερντογάν προς ηπιότερη ρητορική είναι ένα στοιχείο που η Αθήνα καταγράφει. Δεν συνοδεύεται, όμως, μέχρι στιγμής από εγκατάλειψη των τουρκικών θέσεων. Το GSI θα αποτελέσει την πρώτη πραγματική δοκιμή. Η ευρωπαϊκή άμυνα αποτελεί το δεύτερο πεδίο, όπου η Αθήνα συνδέει πλέον ανοιχτά τη συμμετοχή της Τουρκίας με την άρση της απειλής πολέμου.

Σχετικά Άρθρα