Πλασμαφαίρεση χωρίς έγκριση: Όσα αποκαλύφθηκαν στη Βουλή για την υπόθεση Μαζωνάκη

 Πλασμαφαίρεση χωρίς έγκριση: Όσα αποκαλύφθηκαν στη Βουλή για την υπόθεση Μαζωνάκη
💡 AI Summary by Libre

Ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης απάντησε στην Βουλή για την υπόθεση θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη και τους ελέγχους στο ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου.

Τόνισε ότι το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας (ΣΕΥΥΠ) μεταφέρθηκε το 2019 στην Ενιαία Αρχή Διαφάνειας και δεν καταργήθηκε, απορρίπτοντας ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης.

Παρουσίασε αναλυτικό χρονολόγιο ελέγχων, επισημαίνοντας παράνομη χρήση μη εγκεκριμένου ιατρικού μηχανήματος και απόκρυψη στοιχείων από την ιατρό Ιωάννα Γάκα.

Παρουσίασε την πλατφόρμα «MedWatch» για τον ταχύτερο εντοπισμό παρατυπιών και τόνισε ότι τυχόν χορήγηση μέθης στον ασθενή εξετάζεται από τις δικαστικές αρχές.

Πίσω από κάθε τραγικό περιστατικό που φτάνει στα πρωτοσέλιδα κρύβεται συνήθως και ένα δεύτερο, πιο σιωπηλό ερώτημα: πώς λειτούργησαν -ή δεν λειτούργησαν- οι μηχανισμοί που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να το είχαν αποτρέψει. Στην περίπτωση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη σε ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου, το ερώτημα αυτό έφτασε ευθέως στην Ολομέλεια της Βουλής, με τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη να καλείται να απαντήσει σε Επίκαιρη Ερώτηση του βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, Τάσου Οικονομόπουλου, σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στον συγκεκριμένο χώρο και την πιθανή σύνδεσή του με κύκλωμα παράνομων σκευασμάτων.

Η απάντηση που έδωσε ο Υπουργός ήταν εκτενής, τεκμηριωμένη με συγκεκριμένα στοιχεία και, σε αρκετά σημεία, ιδιαίτερα αιχμηρή.

Ένα ζήτημα που ξεκινά από παρεξήγηση: τι συνέβη με το ΣΕΥΥΠ

Πριν καν μπει στην ουσία της υπόθεσης, ο Υπουργός επέλεξε να διορθώσει ένα σημείο το οποίο, κατά τη γνώμη του, είχε παρουσιαστεί εσφαλμένα στη δημόσια συζήτηση: την ιστορία της μεταφοράς του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ), γνωστού στην κοινή γλώσσα και ως οι «Ράμπο» των ελέγχων υγείας. Όπως εξήγησε, η μεταφορά αυτή στην τότε Εθνική Αρχή Διαφάνειας πραγματοποιήθηκε το 2019, ενώ ο ίδιος ανέλαβε το Υπουργείο Υγείας τον Ιανουάριο του 2024, άρα η απόφαση δεν σχετίζεται με τη δική του θητεία. Διευκρίνισε επίσης ότι το Σώμα δεν καταργήθηκε, όπως είχε ειπωθεί δημοσίως, αλλά μεταφέρθηκε αυτούσιο, μαζί με το σύνολο των στελεχών του, στη νέα, πλέον Ενιαία Αρχή Διαφάνειας, μια αλλαγή που, όπως υποστήριξε, αποσκοπούσε στο να καταστήσει τους ελέγχους πιο λειτουργικούς και αντικειμενικούς, απαλλαγμένους από την άμεση εποπτεία ενός μεμονωμένου Υπουργού.

Ο κ. Γεωργιάδης χαρακτήρισε «απολύτως αναπόδεικτο» το επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη διοικητική μεταρρύθμιση αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο δεν εντοπίστηκε εγκαίρως η υπόθεση του ζεύγους Γάκα, τονίζοντας ότι μια απλοϊκή προσέγγιση τέτοιων ζητημάτων «βλάπτει τόσο τη δημοκρατία όσο και τη λογική».

Το αναλυτικό χρονολόγιο ελέγχων που παρουσίασε ο Υπουργός

Στο κέντρο της τοποθέτησής του, ο Υπουργός Υγείας παρέθεσε ένα λεπτομερές χρονολόγιο ελέγχων που είχε διενεργήσει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών (ΙΣΑ) στο συγκεκριμένο ιατρείο, στοιχεία τα οποία, όπως ανέφερε, είχε ζητήσει και λάβει ο ίδιος προσωπικά προκειμένου να απαντήσει με ακρίβεια στη Βουλή. Σύμφωνα με το χρονολόγιο, η άδεια λειτουργίας του ιατρείου εκδόθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2004, ενώ ακολούθησαν έλεγχοι το 2013, το 2018, και στη συνέχεια μια σειρά πυκνότερων ελέγχων μέσα στο 2024 και το 2025, τον Ιανουάριο, τον Ιούλιο και δύο φορές τον Σεπτέμβριο. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Υπουργός στην ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 2026, όταν, όπως είπε, η ιατρός Ιωάννα Γάκα απέστειλε στον ΙΣΑ τη γνωστοποίηση για το επίμαχο μηχάνημα πλασμαφαίρεσης, το οποίο είχε δηλωθεί ως συνοδός εξοπλισμός οζονοθεραπείας, με τον Σύλλογο να ζητά διευκρινίσεις καθώς το τιμολόγιο δεν συμφωνούσε με τη σχετική δήλωση. Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη είχε ήδη σημειωθεί πριν από αυτή τη γνωστοποίηση.

Ο Υπουργός επέμεινε ιδιαίτερα σε ένα νομικό σημείο-κλειδί για την κατανόηση της υπόθεσης: η γνωστοποίηση ενός ιατρικού μηχανήματος στον οικείο Ιατρικό Σύλλογο δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με άδεια χρήσης του, καθώς ο ιατρός οφείλει να αναμείνει την τελική έγκριση προτού το θέσει σε λειτουργία. Με βάση αυτή τη διάταξη, ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι, εφόσον η ιατρός χρησιμοποίησε πράγματι το μηχάνημα πριν λάβει την απαιτούμενη έγκριση, ενήργησε εν γνώσει της παράνομα, περιγράφοντάς την, με έντονη διατύπωση, ως «απατεώνισσα» που παραβίασε συνειδητά την ελληνική νομοθεσία. Επικαλούμενος μαρτυρία υπαλλήλου του ιατρείου, ο Υπουργός πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια τόσο των προγραμματισμένων όσο και των αιφνιδιαστικών ελέγχων, το μηχάνημα φέρεται να αποκρυβόταν συστηματικά, με τα σχετικά ραντεβού να διαγράφονται από τη μνήμη της συσκευής ώστε να αποφευχθεί ο εντοπισμός.

«MedWatch»: το νέο εργαλείο εντοπισμού παρατυπιών

Ερωτηθείς αν είναι δυνατόν να δραστηριοποιούνται ανεξέλεγκτα «απατεώνες» μέσα στο σύστημα υγείας, ο Υπουργός δεν αρνήθηκε το ενδεχόμενο, παρουσίασε όμως ως απάντηση της πολιτείας την πλατφόρμα «MedWatch», η οποία, όπως ανέφερε, είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία λίγες ημέρες νωρίτερα, με σταδιακή επέκταση αρχικά στον Πειραιά, στη συνέχεια εντός της εβδομάδας στη Θεσσαλονίκη, και τελικά σε ολόκληρη τη χώρα. Το εργαλείο αυτό στοχεύει, σύμφωνα με την παρουσίαση του Υπουργού, στην ευκολότερη καταγραφή και τον ταχύτερο εντοπισμό παράτυπων ή παράνομων πρακτικών σε χώρους παροχής υγειονομικών υπηρεσιών, ενισχύοντας τη δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης πριν εξελιχθούν σε σοβαρότερα περιστατικά.

Στη δευτερολογία του, ο κ. Γεωργιάδης επανήλθε στο κεντρικό σημείο της παρανομίας, υπενθυμίζοντας ότι το μηχάνημα δεν είχε δηλωθεί ούτε στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ) ούτε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, κάτι που συνιστά, όπως τόνισε, παρανομία εξαρχής. Σχετικά με το ερώτημα αν είχε χορηγηθεί μέθη στον ασθενή, ο Υπουργός απάντησε με σαφή επιφύλαξη, παραπέμποντας το θέμα στην κρίση των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, διευκρινίζοντας πάντως ότι, αν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί, θα προστεθεί ως ακόμη μία παράνομη πράξη σε ένα παθολογικό ιατρείο που δεν διέθετε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ξεκαθάρισε, τέλος, ότι δεν είχε κατατεθεί καμία επίσημη, έγγραφη καταγγελία για το ιατρείο, ούτε στο Υπουργείο Υγείας, ούτε στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ούτε στον ΙΣΑ, πέραν μίας προφορικής καταγγελίας εκ μέρους ιατρού, η οποία φέρεται να πυροδότησε τον αμέσως επόμενο έλεγχο.

Η παρέκβαση για τα «νανογιλέκα» και το επίμαχο συνέδριο

Η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση δεν περιορίστηκε στο ζήτημα των ελέγχων, αλλά επεκτάθηκε και σε παλαιότερες τηλεοπτικές δραστηριότητες του ίδιου του Υπουργού, με αιχμές να διατυπώνονται για προϊόντα γνωστά ως «νανογιλέκα». Ο κ. Γεωργιάδης απάντησε ότι σε κάθε σχετική τηλεοπτική εμφάνιση διευκρίνιζε ρητά, επανειλημμένα, ότι τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούσαν ούτε ιατρικό ούτε φαρμακευτικό προϊόν, αφήνοντας την τελική απόφαση αγοράς αποκλειστικά στην κρίση του καταναλωτικού κοινού.

Αναφέρθηκε επίσης σε ένα ιατρικό συνέδριο στο οποίο φέρεται να είχε συμμετάσχει η ιατρός του Κολωνακίου, στο πλαίσιο κριτικής που ασκήθηκε για ενδεχόμενη εμπλοκή τότε στελεχών της πολιτικής ηγεσίας. Ο Υπουργός υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο συνέδριο διοργανώθηκε από επιστημονική επιτροπή αποτελούμενη από αναγνωρισμένους καθηγητές Ιατρικής, με επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής πρώην Πρόεδρο του ΕΟΦ, ενώ η συμμετοχή πολιτικών προσώπων περιορίστηκε σε σύντομο, μαγνητοσκοπημένο χαιρετισμό, λόγω της διαδικτυακής μορφής της εκδήλωσης εν μέσω πανδημίας. Χαρακτήρισε αναπόδεικτη τη λογική ότι η αποστολή ενός τέτοιου χαιρετισμού συνεπάγεται γνώση του συνόλου των παρεμβάσεων που ακολούθησαν στη διάρκεια του συνεδρίου.

Η υπεράσπιση της πολιτικής του Υπουργείου

Κλείνοντας, ο Άδωνις Γεωργιάδης επανέλαβε με έμφαση ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στη μεταφορά του ΣΕΥΥΠ και στην καθυστερημένη διαπίστωση της υπόθεσης, επικαλούμενος ως απόδειξη το γεγονός ότι, μόνο μέσα στο 2026, το Υπουργείο Υγείας είχε εντοπίσει τρία ξεχωριστά κυκλώματα φαρμακοποιών και γιατρών που εξέδιδαν παράνομα σκευάσματα. Για να ενισχύσει το επιχείρημά του ότι η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου ελεγκτικού σώματος δεν αποτελεί αφ’ εαυτής εγγύηση αποτελεσματικότητας, παρέθεσε και ένα παλαιότερο περιστατικό, κατά το οποίο ένα πρόσωπο χωρίς πτυχίο Ιατρικής φέρεται να χορηγούσε θεραπείες για καρκίνο μέσα σε δημόσια νοσοκομεία, με αποτέλεσμα θανάτους ασθενών και τελική ποινική καταδίκη του, χωρίς ποτέ να είχε εντοπιστεί από το τότε ΣΕΥΥΠ.

Το ζήτημα που παραμένει ανοιχτό

Πέρα από την πολιτική αντιπαράθεση, η συζήτηση στη Βουλή φωτίζει ένα ερώτημα που αφορά ευθέως τη δημόσια υγεία: αν οι σημερινοί μηχανισμοί αδειοδότησης και ελέγχου ιδιωτικών ιατρείων επαρκούν πράγματι για να εμποδίσουν τη χρήση μη εγκεκριμένου ιατρικού εξοπλισμού, ιδίως όταν, όπως υποστηρίχθηκε στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει συστηματική προσπάθεια απόκρυψης εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών. Η ποινική πλευρά της υπόθεσης παραμένει στα χέρια της Δικαιοσύνης, ενώ η θεσμική συζήτηση για την ενίσχυση των εγγυήσεων εποπτείας στις ιδιωτικές δομές υγείας αναμένεται να συνεχιστεί, με το «MedWatch» να βρίσκεται ακόμη στα πρώτα στάδια της πανελλαδικής εφαρμογής του και να αποτελεί, κατά την πολιτεία, μέρος της απάντησης σε ένα ζήτημα που, όπως έδειξε η υπόθεση Μαζωνάκη, μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες όταν οι έλεγχοι δεν προλαβαίνουν την πραγματικότητα.

Σχετικά Άρθρα