ΠΙΣ: Δύο διοικήσεις, δύο αφηγήματα μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη

 ΠΙΣ: Δύο διοικήσεις, δύο αφηγήματα μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη
💡 AI Summary by Libre

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη ανέδειξε τα προβλήματα στον έλεγχο της ιατρικής άσκησης και τη διαφήμιση αμφίβολων θεραπειών στην Ελλάδα.

Ο Βασίλειος Ψυχογυιός τόνισε ότι η εκλεγμένη διοίκηση είχε ήδη προωθήσει μέτρα πρόληψης και νομοθετικές γνωμοδοτήσεις για τις μη αποδεκτές θεραπείες από το 2021.

Δύο εργαλεία, το Εθνικό Μητρώο Ιατρών και η ψηφιακή ταυτότητα ιατρού, είχαν προχωρήσει αλλά σταμάτησαν λόγω αντιδράσεων από το υπουργείο Υγείας και τον Ιατρικό Σύλλογο.

Η διορισμένη διοίκηση με επικεφαλής τη Ματίνα Παγώνη ζήτησε αυστηρή παρέμβαση για την παραπλανητική διαφήμιση στον χώρο της υγείας με επίσημη επιστολή προς το υπουργείο.

Η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη δεν αποτέλεσε μόνο μία ανθρώπινη τραγωδία: λειτούργησε και ως καταλύτης για μια παλιά, ανοιχτή πληγή του ελληνικού συστήματος υγείας, αυτή του ελέγχου στην άσκηση της ιατρικής και στη διαφήμιση θεραπειών αμφίβολης επιστημονικής βάσης.

Το θέμα απέκτησε πρόσθετη πολιτική διάσταση, καθώς αναδείχθηκε η ιδιαίτερη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (ΠΙΣ): δύο διοικήσεις διεκδικούν τον λόγο εξ ονόματος του θεσμού.

Από τη μία, η δημοκρατικά εκλεγμένη διοίκηση με πρόεδρο τον Βασίλειο Ψυχογυιό – από την άλλη, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή που έχει οριστεί από το υπουργείο Υγείας, με επικεφαλής τη Ματίνα Παγώνη. Και οι δύο πλευρές τοποθετήθηκαν δημόσια με αφορμή το συμβάν, με κείμενα που εκκινούν από κοινή ανησυχία αλλά ακολουθούν διαφορετική πορεία. 

Ρούλα Σκουρογιάννη

Η εκλεγμένη διοίκηση μιλά για έργο που προϋπήρχε

Ο Βασίλειος Ψυχογυιός άνοιξε την παρέμβασή του με μια ευθεία αντίδραση σε δηλώσεις θεσμικών παραγόντων που εμφανίστηκαν, μετά τον θάνατο Μαζωνάκη, να θεωρούν πως η στιγμή αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για να μπει τάξη στο σημερινό, κατά την έκφρασή του, άναρχο τοπίο άσκησης της ιατρικής στη χώρα.

Ο πρόεδρος της αιρετής διοίκησης χαρακτήρισε την άποψη αυτή «τραγικά αδόκιμη», υπενθυμίζοντας την ιπποκρατική αρχή σύμφωνα με την οποία η πρόληψη προηγείται και υπερτερεί της θεραπείας.

Το επιχείρημά του είναι ουσιαστικά ένα: η ανάγκη πρόληψης δεν προέκυψε τώρα, ούτε έπρεπε να περιμένει μια τραγωδία για να αναγνωριστεί, αφού –όπως υποστηρίζει– η ίδια η διοίκηση που σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στα ηνία του Συλλόγου είχε ήδη θέσει το ζήτημα σε προτεραιότητα εδώ και χρόνια.

Ως απόδειξη, ο κ. Ψυχογυιός παραπέμπει σε δύο αναλυτικές γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας του ΠΙΣ, η πρώτη εκδοθείσα το 2021 και η δεύτερη το 2023, με τις οποίες ενημερώθηκαν όλοι οι κατά τόπους Ιατρικοί Σύλλογοι της χώρας.

Σύμφωνα με τις γνωμοδοτήσεις αυτές, οι μη συμβατικές θεραπευτικές προσεγγίσεις δεν συνιστούν αναγνωρισμένη ιατρική μέθοδο στην Ελλάδα, δεν εντάσσονται στο πλαίσιο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ιατρικές ειδικότητες.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι πρακτικές -όπως ο βιοσυντονισμός- στερούνται επιστημονικής τεκμηρίωσης αποτελεσματικότητας και δεν αναγνωρίζονται ως θεραπευτική μέθοδος, με τελικό συμπέρασμα ότι ο ΠΙΣ δεν αναγνωρίζει τις εναλλακτικές θεραπείες ως ιατρικές πράξεις.

Μητρώο ιατρών και ψηφιακή ταυτότητα: δύο εργαλεία που «σταμάτησαν στη μέση»

Το κείμενο της εκλεγμένης διοίκησης δεν μένει στις γνωμοδοτήσεις, αλλά αναφέρεται σε δύο συγκεκριμένες πρακτικές παρεμβάσεις. Η πρώτη είναι η δημιουργία του Εθνικού Μητρώου Ιατρών, μιας διαδικτυακής εφαρμογής διαθέσιμης μέσω της ιστοσελίδας του ΠΙΣ, η οποία δίνει σε κάθε ενδιαφερόμενο –πολίτη ή επαγγελματία υγείας– τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει αν κάποιος διαθέτει νόμιμη άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος και ποια ειδικότητα κατέχει. Ο κ. Ψυχογυιός επισημαίνει, μάλιστα, πως όποιος αναζητήσει στο μητρώο το όνομα της ιατρού που εμπλέκεται στην υπόθεση Μαζωνάκη θα δει ότι είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθήνας «άνευ ειδικότητας».

Η δεύτερη πρωτοβουλία αφορά τη συνεργασία με το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής για τη δημιουργία ψηφιακής ταυτότητας ιατρού, η οποία, στην περίπτωση ιδιωτών ιατρών, θα λειτουργούσε ταυτόχρονα ως πιστοποιητικό νόμιμης λειτουργίας του ίδιου του ιατρείου: ο πολίτης θα μπορούσε έτσι να γνωρίζει άμεσα αν ο χώρος που επισκέπτεται είναι πιστοποιημένος και ποια είναι η ειδικότητα του ιατρού.

Προβλεπόταν μάλιστα περιοδική ανανέωση της ταυτότητας, ώστε τα στοιχεία να μένουν πάντοτε ενημερωμένα. Όπως τονίζει ο κ. Ψυχογυιός, η προσπάθεια αυτή είχε φτάσει έως το στάδιο επεξεργασίας σχεδίου Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ωστόσο ανακόπηκε από εμπόδια που έθεσαν εκ των υστέρων τόσο η ηγεσία του υπουργείου Υγείας όσο και η ηγεσία του Ιατρικού Συλλόγου Αθήνας.

Ο ίδιος δεν παρουσιάζει τα δύο αυτά εργαλεία ως πανάκεια, αλλά ως μέσα που θα επέτρεπαν στον πολίτη να ξέρει σε ποιον απευθύνεται και στα θεσμικά όργανα να ασκούν ουσιαστικότερη εποπτεία. Αναφέρεται, επίσης, στην αντίθεση που είχε εκφράσει η αιρετή διοίκηση στη νομοθετική ρύθμιση που επέτρεψε τη συστέγαση ιατρείων με εμπορικές επιχειρήσεις, πρόταση που αποδίδει στον κ. Πατούλη και η οποία τελικά ψηφίστηκε από την ηγεσία του υπουργείου παρά τις αντιδράσεις.

«Δεν είναι νέο έργο, είναι συνέχεια ενός ήδη δρομολογημένου»

Κλείνοντας, ο πρόεδρος της αιρετής διοίκησης σχολιάζει τις πρόσφατες ανακοινώσεις του υπουργού Υγείας για εφαρμογή πιστοποίησης ιατρών και ιατρείων, τις οποίες δεν αντιμετωπίζει ως κάτι πρωτοφανές, αλλά ως αναγνώριση —έστω καθυστερημένη— μιας κατεύθυνσης που η ίδια η αιρετή διοίκηση είχε ήδη χαράξει και προωθήσει σε προχωρημένο βαθμό.

Θεωρεί θετικό το γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία φαίνεται να υιοθετεί σήμερα κάτι που ο Σύλλογος είχε επισημάνει έγκαιρα, αλλά τονίζει πως αυτό που χρειάζεται δεν είναι νέα εξαγγελία, παρά η ουσιαστική ολοκλήρωση ενός έργου που είχε ήδη ξεκινήσει — υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική βούληση θα επιβεβαιωθεί με πράξεις και όχι μόνο με δηλώσεις.

Η διορισμένη διοίκηση στρέφει το βλέμμα στην παραπλανητική διαφήμιση

Στον αντίποδα, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του ΠΙΣ, με πρόεδρο την κα Ματίνα Παγώνη, επέλεξε διαφορετικό δρόμο επικοινωνίας: απέστειλε επίσημη επιστολή προς τον υπουργό Υγείας, με θέμα τις παραπλανητικές διαφημίσεις στον χώρο της υγείας και αίτημα για άμεση, αυστηρή παρέμβαση. Πρόκειται για κείμενο με σαφώς πιο τυπικό, θεσμικό ύφος, το οποίο επίσης εκκινεί από την αφορμή του θανάτου Γιώργου Μαζωνάκη, τον οποίο η επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να λειτουργήσει ως έναυσμα ώστε να τεθεί ξανά, με έμφαση, το ζήτημα της παραπλανητικής προβολής ιατρικών πράξεων, θεραπειών και υπηρεσιών υγείας.

Στην επιστολή, αναγνωρίζεται η ευαισθησία που έχει δείξει έως τώρα ο υπουργός σε θέματα προστασίας της δημόσιας υγείας, με τη διοίκηση να εκφράζει την προσδοκία συνεργασίας απέναντι σε ένα φαινόμενο που, όπως σημειώνεται, «προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις».

Το κείμενο είναι σαφές ως προς τους αποδέκτες της κριτικής: ιατρεία, εταιρείες, διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αισθητικής ιατρικής και άλλες επιχειρήσεις υγείας που προβάλλουν, κατά παράβαση νόμου και δεοντολογίας, θεραπείες που παρουσιάζονται ως θαυματουργές, ανύπαρκτα επιστημονικά αποτελέσματα, εγγυημένες ιάσεις ή υποσχέσεις αναστροφής της φυσιολογικής φθοράς του χρόνου.

«Ο φόβος και η ελπίδα δεν είναι εμπόρευμα»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σημείο, όπου η επιτροπή τονίζει πως ο φόβος απέναντι στον θάνατο, η επιθυμία για αιώνια νεότητα, αλλά και η αγωνία ασθενών και οικείων τους μπροστά σε σοβαρές ή ανίατες παθήσεις δεν επιτρέπεται να μετατρέπονται σε αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης.

Ζητείται όσοι προβάλλουν επιστημονικά ατεκμηρίωτες θεραπείες, παραπλανώντας το κοινό και θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, να αντιμετωπίζονται με την αυστηρότητα που προβλέπει ο νόμος. Ο ΠΙΣ, σύμφωνα με το κείμενο, δεν πρόκειται να ανεχθεί την υποβάθμιση της ιατρικής επιστήμης σε πεδίο ανεξέλεγκτης εμπορικής δραστηριότητας, καθώς κάτι τέτοιο πλήττει τους πολίτες και διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην ιατρική επιστήμη και στους λειτουργούς της.

Τα αιτήματα προς υπουργείο και Ιατρικούς Συλλόγους

Η επιστολή δεν περιορίζεται σε αρχές· καταλήγει σε συγκεκριμένα, στοχευμένα αιτήματα. Προς τον υπουργό Υγείας ζητείται η στήριξη του υπουργείου προς τους Ιατρικούς Συλλόγους της χώρας, μέσω των ελεγκτικών μηχανισμών που αυτό διαθέτει.

Προς τους ίδιους τους Ιατρικούς Συλλόγους διατυπώνονται τέσσερα αιτήματα: η άμεση εντατικοποίηση των ελέγχων στις διαφημίσεις ιατρικών υπηρεσιών, θεραπειών και προϊόντων υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· η αυστηρή εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας με επιβολή διοικητικών, πειθαρχικών και λοιπών κυρώσεων σε κάθε παραβάτη, χωρίς εξαιρέσεις· η άμεση διακοπή διαφημιστικών πρακτικών που περιλαμβάνουν ψευδείς, παραπλανητικούς ή επιστημονικά ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς· και η στενότερη συνεργασία του υπουργείου με τον ΠΙΣ και τους κατά τόπους Συλλόγους για την καταγραφή, τον έλεγχο και την παραπομπή παραβάσεων στις αρμόδιες αρχές.

Η επιστολή ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι η προστασία της δημόσιας υγείας προϋποθέτει αποφασιστικότητα, αποτελεσματικούς ελέγχους και μηδενική ανοχή απέναντι σε όσους εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη ανάγκη για θεραπεία, με τη διορισμένη διοίκηση να δηλώνει έτοιμη για κάθε αναγκαία θεσμική συνεργασία.

Κοινή ανησυχία, διαφορετική αφήγηση

Η παράλληλη ανάγνωση των δύο κειμένων αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον σημείο σύγκλισης: και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πως ο χώρος της υγείας χρειάζεται περισσότερο έλεγχο, μεγαλύτερη διαφάνεια και αυστηρότερη αντιμετώπιση φαινομένων παραπλάνησης.

Η διαφορά εντοπίζεται στην έμφαση και στο αφήγημα που επιλέγει η καθεμία. Η εκλεγμένη διοίκηση επιχειρεί να τεκμηριώσει ότι το έργο αυτό είχε ήδη ξεκινήσει πριν από αυτήν, με απτά εργαλεία και θεσμικές κινήσεις, και πως η σημερινή πολιτική ηγεσία απλώς επαναφέρει κάτι που η ίδια, κατά την εκτίμησή της, καθυστέρησε ή δυσχέρανε όσο βρισκόταν ακόμη στη διοίκηση. Πρόκειται για επιχείρημα που στηρίζεται σε επαληθεύσιμα στοιχεία, καθώς οι γνωμοδοτήσεις, το Εθνικό Μητρώο Ιατρών και η προσπάθεια ψηφιακής ταυτότητας αποτελούν καταγεγραμμένες πρωτοβουλίες προγενέστερες της σημερινής συγκυρίας.

Η διορισμένη διοίκηση, από την πλευρά της, επέλεξε πιο συγκρατημένο και θεσμικά προσανατολισμένο τόνο, απευθυνόμενη απευθείας στον υπουργό και ζητώντας πρακτική στήριξη στους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Πρόκειται για μια στάση που, ως φυσικό επακόλουθο του τρόπου συγκρότησής της, βρίσκεται πιο κοντά στις κατευθύνσεις της πολιτικής ηγεσίας, χωρίς αυτό να αναιρεί την ουσία των αιτημάτων της για εντατικότερους ελέγχους και αυστηρότερη εφαρμογή της νομοθεσίας.

Το ζητούμενο παραμένει κοινό

Πέρα από την αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο διοικήσεις, αυτό που προκύπτει ως ουσιαστικό ζητούμενο και από τα δύο κείμενα είναι η ανάγκη για αξιόπιστη πιστοποίηση ιατρών και ιατρείων, για αυστηρότερο έλεγχο θεραπειών χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση και για αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραπλανητικής διαφήμισης σε έναν χώρο όπου διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές.

Ανεξάρτητα από το ποια πλευρά έχει, μέχρι σήμερα, κάνει τα περισσότερα βήματα, το ζητούμενο για τον πολίτη παραμένει σταθερό: να μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν ο ιατρός ή το ιατρείο που επισκέπτεται είναι πιστοποιημένα, και να προστατεύεται από υποσχέσεις που εκμεταλλεύονται τον φόβο και την ελπίδα μπροστά στην ασθένεια. Αν οι σημερινές εξαγγελίες της πολιτικής ηγεσίας θα μεταφραστούν τελικά σε συγκεκριμένα και αποτελεσματικά μέτρα, είναι κάτι που θα κριθεί στην πράξη τους επόμενους μήνες.

Σχετικά Άρθρα