Ουκρανία: Σκάνδαλο κατασπατάλησης και κακοδιαχείρισης στις αμυντικές δαπάνες της – 1,2 δις δολάρια έκαναν φτερά το 2024
✨Έρευνα των New York Times αποκαλύπτει διαφθορά και κακοδιαχείριση ύψους 1,2 δισ. δολαρίων στις ουκρανικές αμυντικές προμήθειες το 2024, με εταιρείες υπό έρευνα να λαμβάνουν νέα συμβόλαια.
✨Προβληματικά βλήματα προμηθεύτηκαν οι ουκρανικές δυνάμεις από το εργοστάσιο Pavlohrad, παρά τη δικαστική διερεύνηση του διευθυντή για απάτη και τη συνεχιζόμενη ανάθεση συμβολαίων.
✨Η ουκρανική κυβέρνηση επέλεξε μεσάζοντες για αγορές πυρομαχικών, αυξάνοντας το κόστος, παρά τη δυνατότητα απευθείας προμήθειας από τους κατασκευαστές, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό.
✨Έλεγχοι αποκάλυψαν ότι πολλές εταιρείες δεν εκπλήρωσαν συμβάσεις, ενώ αγνοήθηκαν φθηνότερες προσφορές, υπονομεύοντας την επιχειρησιακή ικανότητα των ουκρανικών δυνάμεων στον πόλεμο.
Την ώρα, που οι κάτοικοι της ΕΕ έχουν δει τα κονδύλια προς την Ουκρανία να έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στον κοινοτικό προϋπολογισμό, έρευνα των New York Times αποκαλύπτει ότι εταιρείες με εκκρεμείς έρευνες για διαφθορά, αποτυχημένα συμβόλαια ή συλλήψεις στελεχών συνέχιζαν να λαμβάνουν νέες παραγγελίες από το ουκρανικό υπουργείο Άμυνας σε φαύλο κύκλο διαφθοράς με ζημιά τουλάχιστον 1,2 δις δολαρίων.
Η αμερικανική εφημερίδα κάνει λόγο, για όργιο κατασπατάλησης και κακοδιαχείρισης στις αμυντικές προμήθειες της Ουκρανίας, 1,2 δισ. δολάρια έκαναν φτερά το 2024, λόγω απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης. Πολλές εταιρείες με ιστορικό ποινικών ερευνών για διαφθορά ή μη εκτέλεση συμβάσεων συνέχισαν να εξασφαλίζουν μεγάλα κρατικά συμβόλαια για την προμήθεια οπλισμού. Ενδεικτική είναι η περίπτωση εργοστασίου που προμήθευσε τον στρατό με ελαττωματικά βλήματα, ενώ ο διευθυντής του βρισκόταν υπό δικαστική διερεύνηση για απάτη.
Η ουκρανική κυβέρνηση επέλεξε σε ορισμένες περιπτώσεις μεσάζοντες για αγορές πυρομαχικών αυξάνοντας το κόστος κατά εκατομμύρια δολάρια παρά τη δυνατότητα απευθείας προμήθειας από τους κατασκευαστές.
Οι αδυναμίες στο σύστημα προμηθειών, σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα, επηρεάζουν άμεσα την επιχειρησιακή ικανότητα των ουκρανικών δυνάμεων στο πεδίο των μαχών, παρά τις προσπάθειες μεταρρύθμισης.
Η έρευνα των New York Times δείχνει πως η υπόθεση διαφθοράς έγινε μέσα στο 2024, λόγω απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης στην αγορά όπλων και πυρομαχικών, ενώ ουδείς αποκλείει το ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο. Το δημοσίευμα περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο σοβαρές προειδοποιήσεις για υπερκοστολογήσεις, αδυναμία εκτέλεσης συμβάσεων και φαινόμενα διαφθοράς δεν εμπόδισαν πολλές εταιρείες από το να εξασφαλίσουν νέα μεγάλα συμβόλαια.
Σύμφωνα με κρατικές εκθέσεις ελέγχου και δικαστικά έγγραφα που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, επτά από τους δέκα μεγαλύτερους στρατιωτικούς προμηθευτές της Ουκρανίας έλαβαν νέες παραγγελίες, παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν αντιμέτωποι με ποινικές έρευνες για απάτη, με καταγγελίες για μη εκτέλεση προηγούμενων συμβάσεων ή ακόμη και με συλλήψεις στελεχών τους για υποθέσεις διαφθοράς.
Τα ελαττωματικά βλήματα του Pavlohrad
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του εργοστασίου χημικών Pavlohrad, το οποίο προμήθευσε τον ουκρανικό στρατό με χιλιάδες ελαττωματικά βλήματα όλμων. Όπως περιγράφουν οι New York Times, την ώρα που ρωσικές δυνάμεις επιτίθεντο σε ουκρανικές θέσεις στην ανατολική Ουκρανία το 2024, πυροβολητές άνοιγαν πυρ, όμως ορισμένα από τα βλήματα είτε έπεφταν από τους σωλήνες εκτόξευσης χωρίς να λειτουργούν σωστά είτε προσγειώνονταν χωρίς να εκρήγνυνται.
Ο διευθυντής του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν, συνελήφθη αργότερα και κατηγορήθηκε για διαφθορά. Όμως, ακόμη και αφότου οι αρμόδιες υπηρεσίες αντιλήφθηκαν ότι παραδίδονταν ελαττωματικά πυρομαχικά, η ουκρανική Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών συνέχισε να αναθέτει νέα συμβόλαια στο εργοστάσιο.
Μάλιστα, ο Σίμαν φέρεται να βρισκόταν ήδη υπό διερεύνηση από τις αρχές κατά της διαφθοράς, μεταξύ άλλων για υπεξαίρεση και απάτη, όταν εξασφάλισε το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο για την προμήθεια βλημάτων όλμων. Η συμφωνία είχε αξία περίπου 280 εκατ. δολαρίων και υπογράφηκε ενώ ο ίδιος βρισκόταν ελεύθερος με εγγύηση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης διαφθοράς.
Οι ελεγκτές σημείωσαν ακόμη ότι το Pavlohrad είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν διέθετε επαρκή παραγωγική ικανότητα για να εκτελέσει τη σύμβαση, όμως αργότερα άλλαξε τα στοιχεία σχετικά με τις δυνατότητές του χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Δεν εντοπίστηκε επίσης, σύμφωνα με την έρευνα, καμία απόδειξη ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν επιχειρήσει να επιβεβαιώσουν εάν το εργοστάσιο μπορούσε πράγματι να ανταποκριθεί στις παραγγελίες.
Ωστόσο, το εργοστάσιο έλαβε στη συνέχεια ακόμη περισσότερα συμβόλαια, μεταξύ αυτών και παραγγελία για την προμήθεια σχεδόν του συνόλου των βλημάτων πυροβολικού των 122 χιλιοστών που χρειαζόταν ο ουκρανικός στρατός το 2025.
Έξι εταιρείες δεν είχαν εκτελέσει ούτε ένα συμβόλαιο
Οι εμπιστευτικοί έλεγχοι της Κρατικής Υπηρεσίας Ελέγχου και της εσωτερικής μονάδας ελέγχου του υπουργείου Άμυνας παρουσίασαν, σύμφωνα με τους NYT, μια εικόνα συστηματικής κακοδιαχείρισης. Οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρείες που έλαβαν νέες συμβάσεις παρά το γεγονός ότι δεν είχαν εκπληρώσει προηγούμενες υποχρεώσεις τους.
Απ’ αυτές, έξι δεν είχαν ολοκληρώσει ούτε ένα από τα συμβόλαια που είχαν αναλάβει. Οι έλεγχοι, οι οποίοι αφορούν το 2024 και το 2025, αναφέρουν επίσης ότι περίπου 126 εκατ. δολάρια χάθηκαν επειδή αγνοήθηκαν χαμηλότερες προσφορές και έγιναν αγορές όπλων σε υψηλότερες τιμές.
Σε άλλη περίπτωση, εταιρείες εξακολουθούν να βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη για την τύχη τουλάχιστον 100 εκατ. δολαρίων, τα οποία είχαν καταβληθεί προκαταβολικά στο πλαίσιο συμφωνίας που τελικά κατέρρευσε.
Πλήρωσαν ακριβότερα για τα ίδια τουρκικά πυρομαχικά
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε διαγωνισμό για την αγορά πυραυλικών πυρομαχικών που κατασκευάζονταν στην Τουρκία. Τρεις εταιρείες υπέβαλαν προσφορές για ακριβώς το ίδιο προϊόν, το οποίο κατασκευαζόταν στο ίδιο εργοστάσιο.
Η μία εταιρεία προσέφερε κάθε πύραυλο έναντι περίπου 4.200 δολαρίων, η δεύτερη έναντι 4.600 δολαρίων και η τρίτη έναντι 5.100 δολαρίων. Η τουρκική Arca Defense, η οποία ήταν και ο κατασκευαστής, είχε υποβάλει τη χαμηλότερη προσφορά, γεγονός που σύμφωνα με τους ελεγκτές αποδείκνυε ότι ήταν δυνατή η απευθείας αγορά από το εργοστάσιο.
Παρά ταύτα, η σύμβαση ανατέθηκε στην ακριβότερη προσφορά, θυγατρική του μεγάλου τσεχικού ομίλου Czechoslovak Group. Με τον τρόπο αυτό, η ουκρανική κυβέρνηση επέλεξε να αγοράσει μέσω μεσάζοντα αντί απευθείας από τον κατασκευαστή.
Οι ελεγκτές ανέφεραν ότι δεν υπήρχε επαρκής αιτιολόγηση γι’ αυτή την επιλογή, ενώ προηγούμενοι έλεγχοι είχαν ήδη προειδοποιήσει για τις επιπλέον επιβαρύνσεις που προκαλούν οι αγορές μέσω μεσαζόντων.
Κατά τους υπολογισμούς των New York Times, η συγκεκριμένη απόφαση αύξησε το κόστος για την Ουκρανία κατά περίπου 130 εκατ. δολάρια.
Η υπόθεση Spetstechnoexport
Το δημοσίευμα αναφέρεται επίσης σε απόπειρα αγοράς, το 2024, πυραύλων σοβιετικού σχεδιασμού από Σέρβο κατασκευαστή. Λόγω της πολιτικής στάσης της Σερβίας απέναντι στη Ρωσία, το Κίεβο χρησιμοποίησε αλυσίδα μεσαζόντων για την προμήθειά τους.
Η κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με την κρατική ουκρανική εταιρεία εμπορίας όπλων Spetstechnoexport. Οι ελεγκτές, ωστόσο, κατέγραψαν ότι η εταιρεία είχε ήδη ιστορικό αποτυχημένης εκτέλεσης συμβάσεων, ενώ πρώην στελέχη της βρίσκονταν υπό έρευνα για πιθανή υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος.
Παράλληλα, η εταιρεία δεν διέθετε σερβική άδεια εξαγωγής για τους πυραύλους. Αντί γι’ αυτήν, σύμφωνα με τους ελεγκτές, προσκόμισε «εγγυητική επιστολή» από τις ουκρανικές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Οι ελεγκτές έκριναν ότι αυτή η προνομιακή μεταχείριση δεν είχε νομική βάση.
Η Spetstechnoexport ανέθεσε στη συνέχεια υπεργολαβία στην αμερικανική εταιρεία όπλων Regulus Global. Οι συνολικές συμφωνίες μεταξύ των δύο εταιρειών είχαν αξία περίπου 1,7 δισ. δολαρίων. Ωστόσο, η συμφωνία για τους πυραύλους κατέρρευσε.
Ο επικεφαλής της Regulus, Ουίλιαμ Σόμερινταϊκ Τζούνιορ, υποστήριξε ότι ο τότε υπουργός Άμυνας Ρουστέμ Ουμέροφ επιχείρησε να περιορίσει τον ρόλο των μεσαζόντων στην αγορά όπλων και ζήτησε από την αμερικανική εταιρεία να συνεργάζεται απευθείας με την κρατική υπηρεσία προμηθειών.
Η Spetstechnoexport βρέθηκε έτσι εκτός της διαδικασίας και, στις αρχές του 2025, είχε εξελιχθεί στον μεγαλύτερο οφειλέτη της ουκρανικής Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών, με περισσότερα ανεκτέλεστα συμβόλαια από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή. Ακολούθησαν δικαστικές διαμάχες, με την ουκρανική κυβέρνηση να διεκδικεί πρόστιμα και τόκους από τη Spetstechnoexport και την τελευταία να στρέφεται οικονομικά εναντίον της Regulus.
Η αμερικανική εταιρεία αρνείται ότι έχει διαπράξει οτιδήποτε παράνομο και υποστηρίζει ότι βρέθηκε «στη μέση» της αναδιοργάνωσης του ουκρανικού συστήματος αμυντικών προμηθειών.
Σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα προμηθειών
Η έρευνα των New York Times κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν προωθηθεί τα τελευταία χρόνια και την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, το ουκρανικό σύστημα προμηθειών εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες.
Εταιρείες με προβληματικό ιστορικό, μη εκτελεσμένες συμβάσεις ή εμπλοκή σε έρευνες διαφθοράς φαίνεται ότι συνέχιζαν να έχουν πρόσβαση σε μεγάλης αξίας κρατικές παραγγελίες, την ώρα που η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ταχεία και αποτελεσματική προμήθεια όπλων και πυρομαχικών.
Το κόστος αυτών των αδυναμιών, σύμφωνα με τους ελεγκτές, δεν περιορίζεται μόνο σε οικονομικές απώλειες δισεκατομμυρίων, αλλά αγγίζει άμεσα και την επιχειρησιακή ικανότητα των ουκρανικών δυνάμεων στο πεδίο.