ΗΠΑ:Τεστ αλήθειας σε κορυφαία στελέχη του Πενταγώνου για διαρροή απόρρητων στοιχείων
✨Ερευνητές των ΗΠΑ υπέβαλαν σε τεστ αλήθειας περίπου 50 μέλη του Γενικού Επιτελείου για διαρροές απόρρητων πληροφοριών σχετικά με στρατιωτικά αποθέματα.
✨Η έρευνα ξεκίνησε μετά από δημοσιεύματα για μείωση κρίσιμων οπλικών συστημάτων και είχε στόχο να αποτρέψει μελλοντικές διαρροές και να εντοπίσει τους υπεύθυνους.
✨Η έκταση των τεστ αλήθειας είναι πρωτοφανής για τον αμερικανικό στρατό, ενώ ο Τραμπ και αξιωματούχοι του Πενταγώνου πιέζουν για αυστηρή αντιμετώπιση των διαρροών.
✨Αντιδράσεις στο Κογκρέσο αυξάνονται, με Ρεπουμπλικάνους να αμφισβητούν τη διοίκηση του υπουργού Άμυνας Χέγκσεθ και να ζητούν αλλαγές στην ηγεσία.
Ερευνητές της αμερικανικής κυβέρνησης υπέβαλαν σε τεστ αλήθειας περίπου 50 μέλη του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στο πλαίσιο έρευνας για διαρροές απόρρητων πληροφοριών προς δημοσιογράφους.
Σύμφωνα με αξιωματούχους που επικαλούνται οι New York Times, οι οποίοι ενημερώθηκαν για την υπόθεση, οι εξετάσεις πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο και αφορούσαν στρατιωτικούς και πολιτικό προσωπικό του Γενικού Επιτελείου.
Οι ερευνητές φέρεται να ρώτησαν τους εξεταζόμενους αν είχαν μεταφέρει διαβαθμισμένες πληροφορίες σε εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης, αλλά και αν είχαν αποκαλύψει στοιχεία σχετικά με τη μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών.
Στο επίκεντρο τα αποθέματα όπλων μετά τον πόλεμο με το Ιράν
Η έρευνα ξεκίνησε μετά από σειρά δημοσιευμάτων που αποκάλυψαν ανησυχίες για τη μείωση των αποθεμάτων κρίσιμων οπλικών συστημάτων των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και αναχαιτιστικά συστήματα Patriot.
Σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν τη διαδικασία, το τεστ δεν είχε μόνο στόχο να εντοπιστεί η πηγή των διαρροών, αλλά και να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους ενδεχομένως σκέφτονταν να μεταφέρουν στο μέλλον απόρρητες πληροφορίες.
Στο Γενικό Επιτελείο υπηρετούν περίπου 1.500 έως 2.000 αξιωματικοί και στελέχη, τα οποία συμμετέχουν στον σχεδιασμό και τον συντονισμό των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ δήλωσε ότι το υπουργείο δεν σχολιάζει εσωτερικές έρευνες ή ζητήματα προσωπικού, ωστόσο τόνισε ότι «αντιμετωπίζει με απόλυτη σοβαρότητα όλες τις διαρροές απόρρητων πληροφοριών εθνικής ασφάλειας».
«Η προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών είναι κρίσιμη για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών και των στρατευμάτων μας που αναπτύσσονται σε όλο τον κόσμο», ανέφερε.
«Πρωτοφανής κίνηση» για τα δεδομένα του αμερικανικού στρατού
Η έκταση της έρευνας θεωρείται χωρίς προηγούμενο, σύμφωνα με τους New York Times. Όπως ανέφεραν πρώην ανώτατοι αξιωματικοί, ποτέ στη σύγχρονη ιστορία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν έχουν πραγματοποιηθεί τόσο μαζικά τεστ αλήθειας σε τόσο υψηλό επίπεδο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πιέσει επανειλημμένα τους αξιωματούχους της κυβέρνησής του να εντοπίσουν όσους ευθύνονται για διαρροές. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει «προδοτικές» ορισμένες επικρίσεις που έχουν δημοσιευθεί σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης του πολέμου με το Ιράν και τις αναφορές για ελλείψεις σε πυρομαχικά.
Οι διαρροές έχουν εντείνει το κλίμα καχυποψίας στο εσωτερικό του Πενταγώνου, με νυν και πρώην αξιωματούχους να υποστηρίζουν ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί υπό την ηγεσία του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ.
Ο Χέγκσεθ, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έχει απομακρύνει ή εμποδίσει τις προαγωγές δεκάδων ανώτατων αξιωματικών, ενώ το Πεντάγωνο έχει ξεκινήσει σειρά ερευνών για διαρροές μετά από δημοσιεύματα που αφορούσαν τη λειτουργία και τις αποφάσεις της ηγεσίας του.
Παράλληλα, έχει δεχθεί κριτική για τον τρόπο διαχείρισης ευαίσθητων πληροφοριών, μετά την υπόθεση κατά την οποία κοινοποιήθηκαν λεπτομέρειες για αμερικανικές επιχειρήσεις σε ομάδα εφαρμογής μηνυμάτων.
Εντείνονται οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο
Την ίδια ώρα, ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο έχουν αρχίσει να εκφράζουν δημόσια ανησυχίες για τον τρόπο διοίκησης του Πενταγώνου.
Ο γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, κάλεσε τον Τραμπ να εξετάσει την αντικατάσταση του Χέγκσεθ, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει «ανεπαρκής διαχείριση» της στρατιωτικής ηγεσίας.