Ουκρανικό κράτος: Ποιοι άνοιξαν πραγματικά τον δρόμο για τη δημιουργία του και με ποιο αντάλλαγμα

 Ουκρανικό κράτος: Ποιοι άνοιξαν πραγματικά τον δρόμο για τη δημιουργία του και με ποιο αντάλλαγμα
💡 AI Summary by Libre

Η Ουκρανία γιόρτασε τα 35 χρόνια ανεξαρτησίας με στρατιωτικές παρελάσεις και την παρουσία Ευρωπαίων ηγετών, ενώ ο πόλεμος παραμένει έντονα παρών.

Η ανεξαρτησία εγκρίθηκε στις 24 Αυγούστου 1991 με ψήφους κομμουνιστών και εθνικών, σε έναν συμβιβασμό μεταξύ παλιών ελίτ και εθνικιστών.

Η ψήφιση έγινε μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος στη Μόσχα και τη μεταστροφή ανθρώπων που προηγουμένως υποστήριζαν μια ανανεωμένη Σοβιετική Ένωση.

Το ανεξάρτητο κράτος προέκυψε από έναν συνδυασμό εθνικού αγώνα και πολιτικών επιλογών κομματικών στελεχών που ήθελαν να διατηρήσουν την εξουσία τους.

Με σημαίες, στρατιωτικά αγήματα και Ευρωπαίους ηγέτες στην πρώτη σειρά, η Ουκρανία γιόρτασε τη Δευτέρα τα 35 χρόνια από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της, έχοντας τον πόλεμο παρόντα σε κάθε εικόνα από το Κίεβο. Δίπλα στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι βρέθηκαν ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και άλλοι σύμμαχοι, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν συνδέθηκε μέσω τηλεδιάσκεψης στη συνεδρίαση του Συνασπισμού των Προθύμων, την οποία συντόνισαν επίσης ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο Ζελένσκι. Οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούσαν για αντιαεροπορική προστασία, πυραύλους, ενεργειακή ασφάλεια και προετοιμασία ενόψει ενός εξαιρετικά δύσκολου χειμώνα.

Η απουσία υψηλόβαθμης αμερικανικής αντιπροσωπείας, πάντως, δεν πέρασε απαρατήρητη. Πίσω από τους σημερινούς συμβολισμούς επανέρχεται ένα ερώτημα που σπάνια ακούγεται στις επετειακές ομιλίες: ποιοι άνοιξαν πραγματικά τον δρόμο για το ουκρανικό κράτος το 1991 — και με ποιο αντάλλαγμα;

Οι ήρωες της επετείου και οι ξεχασμένοι πρωταγωνιστές

Στον ουκρανικό δημόσιο λόγο επιστρέφουν συχνά τα ονόματα του Στεπάν Μπαντέρα, του Γεβγέν Κονοβάλες και των αντιφρονούντων Βιατσεσλάβ Τσορνοβίλ και Λεβκό Λουκιανένκο. Η ιστορική απόφαση της 24ης Αυγούστου, ωστόσο, δεν θα είχε ληφθεί χωρίς τις ψήφους της κομμουνιστικής πλειοψηφίας και τη στήριξη των λεγόμενων «κόκκινων διευθυντών», των στελεχών που ήλεγχαν τις μεγαλύτερες κρατικές επιχειρήσεις.

Το καλοκαίρι του 1991, την Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία διοικούσε ακόμη το Κομμουνιστικό Κόμμα. Στο κοινοβούλιο κυριαρχούσε η «Ομάδα των 239», με επικεφαλής τον Ολεξάντρ Μορόζ, ενώ πρόεδρος του σώματος ήταν ο έμπειρος κομματικός παράγοντας Λεονίντ Κραβτσούκ.

Σε τρεις περιοχές της δυτικής Ουκρανίας οι υποστηρικτές της απόσχισης είχαν ήδη αποκτήσει ισχυρά ερείσματα. Στο Κίεβο οργανώνονταν διαδηλώσεις και στο Ντονμπάς ξεσπούσαν απεργίες. Στο μεγαλύτερο μέρος της Δημοκρατίας, όμως, ο παλιός μηχανισμός παρέμενε όρθιος. Η αρχική του επιδίωξη δεν ήταν η πλήρης ρήξη, αλλά μια κυρίαρχη Ουκρανία μέσα σε μια ανανεωμένη Σοβιετική Ένωση.

Τρεις ημέρες φόβου που ανέτρεψαν τους υπολογισμούς

Η απόπειρα ανατροπής του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, στις 19 Αυγούστου, εγκλώβισε την ουκρανική ηγεσία ανάμεσα στους σκληροπυρηνικούς της Μόσχας και στην εθνικοδημοκρατική αντιπολίτευση. Ο Κραβτσούκ απέφυγε να καταδικάσει αμέσως τους πραξικοπηματίες, κάλεσε τους πολίτες να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και επιχείρησε να κερδίσει χρόνο.

Όταν το πραξικόπημα κατέρρευσε και ο Μπορίς Γέλτσιν αναδείχθηκε στον ισχυρότερο παίκτη της Μόσχας, τα δεδομένα άλλαξαν μέσα σε λίγες ώρες. Κομματικά στελέχη συνελήφθησαν, γραφεία σφραγίστηκαν και το σύστημα που προστάτευε επί δεκαετίες την ουκρανική νομενκλατούρα άρχισε να διαλύεται.

Για τους εθνικοδημοκράτες, η απόσχιση αποτελούσε τον βασικό στόχο. Για πολλούς κομμουνιστές βουλευτές, μετατράπηκε σε μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης: ένα ανεξάρτητο κράτος θα τους επέτρεπε να κρατήσουν τον έλεγχο των θεσμών και να αποφύγουν πιθανές διώξεις για τη στάση τους απέναντι στο πραξικόπημα. Χωρίς υπογραφές και πρακτικά, διαμορφώθηκε στην πράξη ένας συμβιβασμός. Η αντιπολίτευση έβαλε προσωρινά στην άκρη το ζήτημα των ευθυνών και η κυβερνητική πλειοψηφία αποδέχθηκε τη ρήξη με τη Μόσχα.

Οι 346 ψήφοι και η ανατροπή του δημοψηφίσματος

Στις 24 Αυγούστου 1991, το Ανώτατο Συμβούλιο ενέκρινε την Πράξη Ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας με 346 ψήφους. Η απόφαση δεν αποτέλεσε απλώς νίκη του εθνικού κινήματος. Ήταν αποτέλεσμα της θεαματικής μεταστροφής ανθρώπων που, λίγες ημέρες νωρίτερα, υποστήριζαν τη διατήρηση μιας αναμορφωμένης Ένωσης.

Η τελική νομιμοποίηση ήρθε την 1η Δεκεμβρίου. Με συμμετοχή περίπου 84%, περισσότεροι από εννέα στους δέκα ψηφοφόρους επικύρωσαν την επιλογή. Το «ναι» επικράτησε σε όλες τις περιοχές, ακόμη και στην Κριμαία και στο Ντονμπάς, καταρρίπτοντας την εικόνα μιας υπόθεσης που αφορούσε μόνο τη δυτική Ουκρανία. Την ίδια ημέρα, ο Κραβτσούκ εξελέγη πρόεδρος από τον πρώτο γύρο με περίπου 60%, αφήνοντας δεύτερο τον Τσορνοβίλ.

Η χώρα που σχεδίασαν οι «κόκκινοι διευθυντές»

Το αρχικό μοντέλο προέβλεπε ελεγχόμενη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς, στενές σχέσεις με τη Ρωσία, άνοιγμα προς τη Δύση και διατήρηση της ισχύος των παλιών ελίτ. Στην πράξη, η ιδιωτικοποίηση μετέτρεψε αρκετούς παράγοντες του σοβιετικού συστήματος σε επιχειρηματίες και, αργότερα, σε ολιγάρχες.

Ακολούθησαν η διαμάχη για τον Στόλο της Μαύρης Θάλασσας, η οικονομική κατάρρευση, η εγκληματικότητα, οι εντάσεις στην Κριμαία και οι μεγάλες απεργίες στο Ντονμπάς. Παρά τις κρίσεις, το νέο κράτος άντεξε.

Τριάντα πέντε χρόνια μετά, η ουκρανική κυριαρχία δεν αποτελεί πλέον κοινοβουλευτική διατύπωση ή επετειακό σύνθημα. Κρίνεται καθημερινά στο μέτωπο και στις κλειστές αίθουσες όπου οι σύμμαχοι αποφασίζουν όπλα, χρήματα και εγγυήσεις.

Η χώρα που πολεμά σήμερα τη Μόσχα γεννήθηκε, τελικά, όχι μόνο από έναν εθνικό αγώνα, αλλά και από την ψυχρή επιλογή στελεχών του ίδιου του σοβιετικού συστήματος, τα οποία αντιλήφθηκαν ότι για να διατηρήσουν την εξουσία τους έπρεπε να εγκαταλείψουν πρώτα την αυτοκρατορία.

Σχετικά Άρθρα