Γιατί οι ΗΠΑ έκαναν πίσω στις σαρωτικές κυρώσεις προς χώρες που στηρίζουν Ιράν
✨Η κυβέρνηση Τραμπ ανέβαλε την άμεση επιβολή αυστηρών κυρώσεων στο Ιράν, προτιμώντας μια περίοδο συμμόρφωσης και αθόρυβης διπλωματίας με άλλες χώρες.
✨Οι ΗΠΑ διευρύνουν τα πιθανά μέτρα σε τομείς όπως η τεχνολογία, η ναυτιλία και τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, ενώ διατηρούν ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών κυρώσεων.
✨Η Κίνα παραμένει κεντρικός παράγοντας, καθώς αποτελεί σημαντικό εμπορικό εταίρο του Ιράν και η Ουάσινγκτον αποφεύγει προς το παρόν να στοχοποιήσει μεγάλες κινεζικές τράπεζες.
✨Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει τις απειλές των ΗΠΑ με ψυχραιμία, τονίζοντας ότι έχει αναπτύξει μηχανισμούς αντιμετώπισης των κυρώσεων και προειδοποιεί για τον «ιρανικό μπούμερανγκ».
Το πολυδιαφημισμένο «οικονομικό D-Day» των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής απέναντι στο Ιράν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να μετατρέπεται περισσότερο σε προειδοποίηση παρά σε άμεσο οικονομικό χτύπημα. Παρά τις απειλές της κυβέρνησης Τραμπ για πρωτοφανή εκστρατεία οικονομικής απομόνωσης της Τεχεράνης, η Ουάσιγκτον επέλεξε να μην προχωρήσει άμεσα στις πιο σκληρές κυρώσεις που είχε προαναγγείλει, κάνοντας ένα βήμα πίσω.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, είχε παρουσιάσει τις τελευταίες ημέρες την επόμενη φάση της αμερικανικής πίεσης ως μια επιχείρηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην πλήρη οικονομική απομόνωση του Ιράν.
Ωστόσο, αντί για άμεσες κυρώσεις σε χώρες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που διατηρούν σχέσεις με την Τεχεράνη, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι θα προηγηθεί μια περίοδος συμμόρφωσης.
Η Ουάσινγκτον διευρύνει το πεδίο των δραστηριοτήτων που θεωρεί ότι συνδέονται με το Ιράν και θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κυρώσεων στο μέλλον. Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν ξεκινήσει επαφές με κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, προκειμένου να τους καταστήσουν σαφές ότι αναμένουν να περιορίσουν ή να διακόψουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Τεχεράνη.
«Ο καλύτερος τρόπος είναι η αθόρυβη διπλωματία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μπέσεντ, υποστηρίζοντας ότι κάθε χώρα θα ενημερωθεί ξεχωριστά για τις αμερικανικές απαιτήσεις. Στο στόχαστρο των νέων μέτρων βρίσκονται μεταξύ άλλων οι τομείς των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, της τεχνολογίας και της ναυτιλίας, τους οποίους η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί σημαντικούς για τη λειτουργία της ιρανικής οικονομίας.
Από το «οικονομικό D-Day» στην προειδοποιητική βολή
Η διαφορά ανάμεσα στις αρχικές εξαγγελίες και στα μέτρα που τελικά ανακοινώθηκαν είναι εμφανής. Ο ίδιος ο Μπέσεντ χαρακτήρισε την απόφαση να μην εφαρμοστούν άμεσα οι σκληρότερες κυρώσεις ως «προειδοποιητική βολή».
Ερωτηθείς γιατί οι ΗΠΑ δεν προχώρησαν από την πρώτη ημέρα στην επιβολή των κυρώσεων, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θέλει να δώσει στις χώρες τη δυνατότητα να αλλάξουν στάση.
Το επιχείρημά του, σύμφωνα με το news247.gr ήταν πως μια αιφνιδιαστική και μαζική επιβολή κυρώσεων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη διεθνή οικονομία, ακόμη και να «τινάξει στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η περίοδος προειδοποίησης δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την πολιτική των κυρώσεων. Αντίθετα, όπως είπε, κάθε χώρα θα λάβει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να τερματίσει δραστηριότητες που η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι συνδέονται με το Ιράν.
Τα συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, πάντως, δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα, ενώ ο Μπέσεντ απέφυγε να αποκαλύψει ποιες χώρες έχουν ήδη έρθει σε επαφή με τις αμερικανικές αρχές.
«Το ρολόι μόλις άρχισε να μετρά αντίστροφα», δήλωσε, επιχειρώντας να διατηρήσει την πίεση προς τις χώρες που συνεχίζουν τις οικονομικές τους συναλλαγές με την Τεχεράνη.
Η Κίνα ο μεγάλος πονοκέφαλος της Ουάσιγκτον
Ο Μπέσεντ απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα εάν η κυβέρνηση Τραμπ προτίθεται να επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικές τράπεζες που διευκολύνουν τις οικονομικές συναλλαγές με το Ιράν. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις ήδη δύσκολες σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Ο Αμερικανός υπουργός περιορίστηκε να δηλώσει ότι κανείς δεν βρίσκεται εκτός της εμβέλειας των αμερικανικών κυρώσεων. Εάν, όπως είπε, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διευκολύνουν συναλλαγές που επιτρέπουν στο ιρανικό πετρέλαιο να μετατρέπεται σε έσοδα για την Τεχεράνη, τότε θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο.
Η Κίνα, όμως, αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο του Ιράν και αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της χώρας. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε μικρότερες κινεζικές εταιρείες, έχει αποφύγει όμως μέχρι σήμερα να στοχοποιήσει τους μεγάλους τραπεζικούς οργανισμούς που διευκολύνουν τις συναλλαγές.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για την αμερικανική στρατηγική: η Ουάσιγκτον θέλει να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη, χωρίς ταυτόχρονα να προκαλέσει μια νέα μεγάλη σύγκρουση με το Πεκίνο ή σοβαρή αναστάτωση στις διεθνείς αγορές.
Η απειλή του «ιρανικού μπούμερανγκ»
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη δεν δείχνει να πανικοβάλλεται από τις αμερικανικές απειλές. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, προειδοποίησε ότι ένας πρωτοφανής οικονομικός πόλεμος εναντίον του Ιράν μπορεί τελικά να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα, δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σκίτσο με το λεγόμενο «ιρανικό μπούμερανγκ».
Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι σαφές: το Ιράν έχει βρεθεί αντιμέτωπο με αμερικανικές κυρώσεις επί χρόνια και έχει αναπτύξει μηχανισμούς για να τις παρακάμπτει.
Τα ιρανικά κρατικά μέσα αντιμετώπισαν με ψυχραιμία τις νέες αμερικανικές απειλές, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει πλέον αποκτήσει σημαντική εμπειρία στην αντιμετώπιση των οικονομικών περιορισμών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος υποστήριξε ότι ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον της χώρας του δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια.
Η Ουάσιγκτον κάνει πίσω ή απλώς κερδίζει χρόνο;
Το ερώτημα που προκύπτει πλέον είναι εάν η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να μην επιβάλει άμεσα τις πιο σκληρές κυρώσεις αποτελεί πραγματική υποχώρηση ή μια στρατηγική επιλογή.
Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να απειλούν με σοβαρές οικονομικές συνέπειες όσες χώρες δεν συμμορφωθούν. Από την άλλη, αποφεύγουν προς το παρόν το μέτρο που θα μπορούσε να προκαλέσει τις μεγαλύτερες αναταράξεις: την άμεση επιβολή κυρώσεων σε σημαντικούς εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς εταίρους του Ιράν.
Έτσι, το περίφημο «οικονομικό D-Day» μοιάζει, προς το παρόν, περισσότερο με αντίστροφη μέτρηση παρά με πραγματική οικονομική επίθεση.
Η Ουάσιγκτον κρατά το όπλο πάνω στο τραπέζι, αλλά μετρά δυνάμεις και δεν τραβά ακόμη τη σκανδάλη. Και η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δείχνει να περιμένει να δει μέχρι πού είναι πραγματικά διατεθειμένες να φτάσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.