ΗΠΑ-Καναδάς: Πώς κατέρρευσε στο παρά πέντε η εμπορική συμφωνία
✨Η εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά κατέρρευσε αιφνιδιαστικά, με τις δύο χώρες να επιβάλλουν αμοιβαίους δασμούς ύψους 50% σε προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων.
✨Οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν λόγω εσωτερικών διαφωνιών και νέων απαιτήσεων της τελευταίας στιγμής, παρά την πρόοδο και τον σχεδόν οριστικό συμβιβασμό.
✨Η εξέλιξη επιδεινώνει σοβαρά τις εμπορικές σχέσεις, επηρεάζοντας οικονομίες με ανταλλαγές αξίας σχεδόν 1 τρισ. δολαρίων και αυξάνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω συγκρούσεων.
✨Οι πολιτικές πιέσεις και οι εκλογικές ανησυχίες και στις δύο χώρες δυσχεραίνουν την επίτευξη συμφωνίας, ενώ ο Καναδάς προετοιμάζεται για αντίμετρα από τις 8 Σεπτεμβρίου.
Η εμπορική συμφωνία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Καναδά βρισκόταν μία ανάσα από την οριστικοποίησή της, με τον Ντόναλντ Τραμπ να έχει μάλιστα προαναγγείλει την επίτευξη συμφωνίας νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα. Ωστόσο, μέσα σε λίγες ώρες το κλίμα ανατράπηκε πλήρως, με τις διαπραγματεύσεις να καταρρέουν και τις δύο χώρες να εισέρχονται εκ νέου σε τροχιά εμπορικής σύγκρουσης.
Η Ουάσινγκτον προχώρησε στην επιβολή πρόσθετων δασμών 50% σε συγκεκριμένες κατηγορίες καναδικών προϊόντων, συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, ενώ η Οτάβα ανακοίνωσε ότι θα απαντήσει με αντίμετρα. Την ίδια στιγμή, οι δύο πλευρές επιχειρούν να αποδώσουν η μία στην άλλη την ευθύνη για το ναυάγιο των συνομιλιών και την αλλαγή των όρων στο τελευταίο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη σηματοδοτεί μια νέα σοβαρή επιδείνωση στις εμπορικές σχέσεις δύο χωρών με εξαιρετικά στενούς οικονομικούς δεσμούς. Η μεταξύ τους ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών προσεγγίζει το 1 τρισ. δολάρια, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε παρατεταμένη εμπορική αντιπαράθεση δυνητικά σημαντική για τις οικονομίες και τις επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Το αιφνίδιο ναυάγιο των συνομιλιών αναδεικνύει, παράλληλα, πόσο εύθραυστη παραμένει η προσπάθεια εξομάλυνσης των εμπορικών σχέσεων. Οι πολιτικές πιέσεις, οι αποκλίνουσες απαιτήσεις των δύο κυβερνήσεων και οι διαφωνίες της τελευταίας στιγμής αποδείχθηκαν αρκετές για να ανατρέψουν έναν συμβιβασμό που μέχρι πριν από λίγες ημέρες θεωρούνταν ιδιαίτερα πιθανός.
Η Οτάβα έχει ήδη προαναγγείλει αντίποινα, τα οποία αναμένεται να τεθούν σε ισχύ από τις 8 Σεπτεμβρίου και να στοχεύσουν, μεταξύ άλλων, αμερικανικά προϊόντα χάλυβα και γαλακτοκομικά. Έτσι, η εμπορική διαμάχη μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών εισέρχεται σε νέα φάση, με τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης να παραμένει ανοιχτός.
Το παρασκήνιο του ναυαγίου
Το παρασκήνιο της αιφνίδιας κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων αποκαλύπτει το Politico, το οποίο, επικαλούμενο περισσότερους από δέκα εν ενεργεία και πρώην Αμερικανούς και Καναδούς αξιωματούχους, λομπίστες και εκπροσώπους επιχειρηματικών οργανώσεων, περιγράφει μια διαδικασία που οδηγήθηκε σε αδιέξοδο κυριολεκτικά στις τελευταίες ώρες.
Οι δύο πλευρές είχαν περάσει περισσότερο από μία εβδομάδα σε εντατικές συνομιλίες και είχαν καταφέρει να διαμορφώσουν σε μεγάλο βαθμό το βασικό πλαίσιο μιας συμφωνίας. Κλαδικοί φορείς και άλλοι ενδιαφερόμενοι είχαν ήδη ενημερωθεί για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η οριστική συμφωνία ήταν πλέον θέμα χρόνου.
Το απόγευμα της Παρασκευής, ωστόσο, ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, προσήλθε στη συνάντηση με Καναδούς αξιωματούχους εμφανώς προβληματισμένος. Μέσα σε λίγες ώρες, το σκηνικό είχε αλλάξει και οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε κατάρρευση.
Η συμφωνία θα μπορούσε να σηματοδοτήσει το τέλος μιας περιόδου άνω του ενός έτους κατά την οποία οι διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις Ουάσιγκτον και Οτάβας παρέμεναν ιδιαίτερα τεταμένες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλα έδειχναν ότι οι δύο κυβερνήσεις βρίσκονταν κοντά σε έναν συμβιβασμό.
Η μάχη για τις ευθύνες
Μετά το ναυάγιο ξεκίνησε σχεδόν αμέσως η προσπάθεια κάθε πλευράς να αποδώσει την ευθύνη στην άλλη.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η καναδική πλευρά επανέφερε νέες απαιτήσεις στο τελικό στάδιο των συνομιλιών, μεταξύ άλλων σε σχέση με τους δασμούς στα βαρέα φορτηγά.
Από την πλευρά τους, οι Καναδοί στρέφουν την προσοχή στις εσωτερικές διαφωνίες της κυβέρνησης Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη ξεκάθαρου συντονισμού μεταξύ διαφορετικών αξιωματούχων της αμερικανικής κυβέρνησης επηρέασε καθοριστικά την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το αποτέλεσμα ήταν η μετάβαση, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, από μια σχεδόν ολοκληρωμένη εμπορική συμφωνία σε μια νέα αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών.
Από τις διαπραγματεύσεις στους δασμούς
Η κατάρρευση των συνομιλιών ακολουθήθηκε άμεσα από νέα εμπορικά μέτρα. Δασμοί ύψους 50% σε καναδικά προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων τέθηκαν σε ισχύ το Σάββατο, ενώ η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ έχει ήδη δεσμευθεί να προχωρήσει σε αντίστοιχα αντίμετρα.
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για δύο οικονομίες που συνδέονται στενά μέσω αλυσίδων εφοδιασμού και εμπορικών ροών. Παράλληλα, η νέα ένταση ενδέχεται να επηρεάσει και το Μεξικό, το οποίο διατηρεί ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τον Καναδά.
Η συγκυρία είναι επιπλέον πολιτικά ευαίσθητη για την κυβέρνηση Τραμπ. Η επιβολή νέων δασμών μπορεί να αυξήσει το κόστος των εισαγωγών και να εντείνει τις οικονομικές πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Όπως ανέφερε πρώην αξιωματούχος του Γραφείου του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, υπό αυτές τις συνθήκες το πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας μπορεί να αποδειχθεί τόσο υψηλό, ώστε να είναι ευκολότερο για μια κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις διαπραγματεύσεις παρά να προχωρήσει σε παραχωρήσεις.
Ανάλογες πιέσεις αντιμετώπιζε και ο Καναδός πρωθυπουργός. Ο Κάρνεϊ θα δυσκολευόταν να παρουσιάσει ως πολιτική επιτυχία μια συμφωνία που θα περιλάμβανε παραχωρήσεις στις αμερικανικές απαιτήσεις, ιδιαίτερα απέναντι σε μια καναδική κοινή γνώμη που εμφανίζεται ιδιαίτερα ενοχλημένη από θέσεις της Ουάσιγκτον οι οποίες θεωρούνται ότι αγγίζουν ζητήματα εθνικής κυριαρχίας.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν τον πολιτισμό, αλλά και τη δυνατότητα του Καναδά να διατηρεί την ελευθερία σύναψης εμπορικών συμφωνιών με άλλες χώρες.
Έτσι, οι οικονομικές διαφορές συνδυάστηκαν με σημαντικές πολιτικές πιέσεις, καθιστώντας πολύ δυσκολότερη την επίτευξη ενός συμβιβασμού, ακόμη και όταν σε τεχνικό επίπεδο οι δύο πλευρές είχαν πλησιάσει σημαντικά.
Στο επίκεντρο οι διαφωνίες Γκριρ – Λάτνικ
Παράλληλα με την αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Οτάβας, οι διαπραγματεύσεις ανέδειξαν και πιθανές εσωτερικές τριβές στην αμερικανική κυβέρνηση, με επίκεντρο τις αρμοδιότητες του Τζέιμισον Γκριρ και του υπουργού Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ.
Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι οι δύο αξιωματούχοι βρίσκονταν σε πλήρη συνεννόηση. Ωστόσο, σύμφωνα με δύο πρόσωπα που είχαν γνώση των συνομιλιών, ο Λάτνικ φέρεται να θεωρούσε ότι το πλαίσιο συμφωνίας που είχε διαμορφώσει η ομάδα του Γκριρ παρουσιάστηκε στο υπουργείο του χωρίς προηγούμενη επαρκή συνεννόηση, παρότι περιείχε ζητήματα που εμπίπτουν στη δική του αρμοδιότητα.
Ο Γκριρ είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις με βασικό στόχο την αποτροπή της επιβολής των νέων αμερικανικών δασμών 50% που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ έναν μήνα νωρίτερα. Η αρχική προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας ήταν οι 30 ημέρες.
Οι δασμοί επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ τα μεσάνυχτα της 19ης Αυγούστου. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ωστόσο, αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία κατά τρεις ημέρες και την Τρίτη ανακοίνωσε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στο γεγονός πως, υπό την προϋπόθεση της ολοκλήρωσης των εγγράφων, ΗΠΑ και Καναδάς είχαν καταλήξει σε συμφωνία.
Η αισιοδοξία του Τραμπ, όμως, δεν αντανακλούσε πλήρως την πραγματική κατάσταση των συνομιλιών. Παρέμεναν ανοιχτά ορισμένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα, μεταξύ των οποίων οι αμερικανικοί δασμοί στα αυτοκίνητα, τον χάλυβα και το αλουμίνιο.
Οι συγκεκριμένοι τομείς υπάγονταν στην αρμοδιότητα του Λάτνικ, γεγονός που του έδινε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της τελικής συμφωνίας.
Οι επαφές Λάτνικ – Κάρνεϊ
Ο Λάτνικ, ο οποίος έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή στάση απέναντι στον Καναδά και στις θέσεις της Οτάβα, είχε απευθείας επικοινωνία με τον Κάρνεϊ αρκετές φορές κατά την τελευταία εβδομάδα των διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με τρία πρόσωπα με γνώση της διαδικασίας, οι δύο άνδρες αντάλλαξαν μηνύματα και είχαν τηλεφωνικές συνομιλίες, ενώ μία από τις πηγές ανέφερε ότι επικοινώνησαν ακόμη και την Παρασκευή, την ημέρα κατά την οποία οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν.
Πρόσωπο που γνώριζε τις συνομιλίες εκτίμησε στο Politico ότι η συγκεκριμένη κατάσταση ενδέχεται να εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί οι δύο πλευρές κατέληξαν να αλληλοκατηγορούνται ότι άλλαξαν τους όρους της συμφωνίας στο τελευταίο στάδιο.
Κάρνεϊ: «Δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για την αμερικανική κυβέρνηση»
Ο Μαρκ Κάρνεϊ υιοθέτησε ουσιαστικά αυτή την εκδοχή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η απουσία ενιαίας γραμμής στην αμερικανική πλευρά συνέβαλε στην απόφασή του να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις.
Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε το Σάββατο στην Οτάβα, ο Καναδός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η καναδική διαπραγματευτική ομάδα παρέμεινε ενωμένη καθ’ όλη τη διάρκεια των συνομιλιών, προσθέτοντας ότι δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει το ίδιο για την αμερικανική κυβέρνηση. Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την ερμηνεία.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου υποστήριξε ότι δεν υπήρχε ουσιαστική διάσταση μεταξύ Γκριρ και Λάτνικ και χαρακτήρισε την αντίθετη εκδοχή ως αντιπερισπασμό της καναδικής πλευράς. Όπως ανέφερε, δεν υπήρξε περίπτωση ο Λάτνικ να κινηθεί αυτόνομα και να οδηγήσει μόνος του τις διαπραγματεύσεις σε αποτυχία.
Το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ δεν σχολίασε τις σχετικές πληροφορίες του Politico, ενώ το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου επίσης απέφυγε να τοποθετηθεί.
Ωστόσο, ακόμη και υποστηρικτές της αμερικανικής κυβέρνησης αναγνωρίζουν ότι, παρά το γεγονός πως ο Γκριρ είχε την ευθύνη των συνομιλιών, αρκετές από τις καναδικές απαιτήσεις αφορούσαν τομείς που εποπτεύει ο Λάτνικ. Ως εκ τούτου, το υπουργείο Εμπορίου είχε αναπόφευκτα σημαντικό λόγο στην τελική διαμόρφωση οποιασδήποτε συμφωνίας.
Οι διαφωνίες αυτές, άλλωστε, δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά. Σε προηγούμενα στάδια των διαπραγματεύσεων είχαν ήδη προκύψει αντιθέσεις σχετικά με τους δασμούς στα μέταλλα, με τον Λάτνικ να αντιδρά σε ευρύτερες παραχωρήσεις προς την καναδική πλευρά.
Το ναυάγιο της τελευταίας στιγμής δείχνει έτσι ότι, πίσω από την αντιπαράθεση ΗΠΑ και Καναδά, δεν υπήρχαν μόνο οι διαφορές μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, αλλά και σύνθετες πολιτικές και θεσμικές ισορροπίες στο εσωτερικό της ίδιας της κυβέρνησης Τραμπ.