Παπαζάχος και Παπαδόπουλος αναλύουν τα χαρακτηριστικά του μεγάλου σεισμού στην Κολομβία-Ανάλογες δονήσεις στην Ελλάδα
✨Ο σεισμός των 7,4 βαθμών στην Κολομβία κατατάσσεται στους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους, με εστιακό βάθος περίπου 110 χιλιομέτρων, που προκαλεί η βύθιση λιθοσφαιρικών πλακών.
✨Τέτοιοι σεισμοί έχουν μειωμένες επιπτώσεις στην επιφάνεια λόγω του μεγάλου βάθους, σπάνια προκαλούν ισχυρούς μετασεισμούς και επηρεάζουν ευρύ γεωγραφικό χώρο.
✨Στην Κολομβία, οι καταστροφές οφείλονται στο μεγάλο μέγεθος του σεισμού και την ευαλωτότητα των κτιρίων, ενώ στη Βενεζουέλα οι σεισμοί ήταν πιο επιφανειακοί και διαφορετικής φύσης.
✨Παρόμοιος σεισμός είχε συμβεί το 1926 στην Ελλάδα με ισχυρές ζημιές, δείχνοντας την ανάγκη αντισεισμικής προετοιμασίας για μελλοντικά γεγονότα ίδιου τύπου.
Στην κατηγορία των σεισμών ενδιαμέσου βάθους, οι οποίοι έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους επιφανειακούς, κατατάσσεται ο σεισμός των 7,4 βαθμών που έπληξε την Κολομβία. Οι σεισμοί αυτοί γεννώνται σε σημαντικό βάθος, μέσα στη βυθιζόμενη πλάκα, στο πλαίσιο της υποβύθισής της κάτω από μια άλλη τεκτονική πλάκα και δεν είναι «άγνωστοι» στον ελλαδικό χώρο, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον σεισμό των Κυθήρων το 2006 και τον σεισμό του Λεωνιδίου το 2008.
«Ο σεισμός που έπληξε την Κολομβία ήταν διαφορετικός από τους συνηθισμένους επιφανειακούς σεισμούς, όπως εκείνοι που έχουν σημειωθεί πρόσφατα στη Βενεζουέλα. Το βασικό χαρακτηριστικό του ήταν το μεγάλο εστιακό του βάθος, περίπου 110 χιλιόμετρα, γεγονός που τον κατατάσσει στους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Φυσικής Λιθόσφαιρας, Σεισμολογίας και Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής, Τμήμα Γεωλογίας ΑΠΘ, Κώστας Παπαζάχος.
Όπως εξήγησε, στην περιοχή της Κολομβίας, η ωκεάνια πλάκα Νάζκα υποβυθίζεται κάτω από τη Νότια Αμερική, φθάνοντας σε βάθη έως τα 650 χιλιόμετρα. Η σεισμικότητα που συνδέεται με τη βυθιζόμενη πλάκα μπορεί να εκδηλωθεί σε σημαντικά βάθη και ο συγκεκριμένος σεισμός γεννήθηκε μέσα σε αυτή τη βυθιζόμενη λιθοσφαιρική πλάκα, σε εστιακό βάθος περίπου 110 χλμ. Πρόκειται, επομένως, για μια διαφορετική σεισμοτεκτονική διαδικασία από εκείνη ενός τυπικού επιφανειακού σεισμού.
«Ο σεισμός της Κολομβίας προκλήθηκε από βύθιση της πλάκας σε μεγάλο βάθος, σαν τους σχετικά πρόσφατους σεισμούς στο νότιο Αιγαίο, στα Κύθηρα μεγέθους του 6.8 το 2006 και το 2008 στο Λεωνίδιο. Ο σεισμός της Κολομβίας ήταν αρκετά μεγαλύτερος. Όμως έχουμε τέτοιους σεισμούς στον ελληνικό χώρο με σημαντικές επιπτώσεις στο εξωτερικό ελληνικό τόξο -Κρήτη, Ρόδο και νότια Πελοπόννησο», επισήμανε ο καθηγητής.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών των σεισμών
Οι σεισμοί ενδιαμέσου βάθους, όπως πρόσθεσε ο κ. Παπαζάχος, έχουν τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. «Το πρώτο είναι ότι, κατά κανόνα, δεν εμφανίζουν σχεδόν καθόλου ισχυρούς μετασεισμούς άρα δεν “ κινδυνεύουμε” τις επόμενες μέρες ή ώρες από κάποιον ισχυρό μετασεισμό. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι το μεγάλο βάθος περιορίζει, σε σχέση με έναν αντίστοιχο επιφανειακό σεισμό, την ένταση της κίνησης που φτάνει στην επιφάνεια, άρα έχουν μειωμένες επιπτώσεις, γιατί τα κύματα έχουν διανύσει μεγαλύτερη απόσταση (110 χιλιόμετρα εν προκειμένω) μέχρι να φτάσουν στο έδαφος και έτσι εξασθενούν. Τρίτον, γίνονται αισθητοί και επηρεάζουν πολύ μεγαλύτερες περιοχές», διευκρίνισε ο κ. Παπαζάχος.
Σημείωσε δε ότι, επειδή ο σεισμός στην Κολομβία είχε μεγάλο μέγεθος, οι σεισμικές κινήσεις ήταν αρκετά ισχυρές, φτάνοντας περίπου στο 20% της επιτάχυνσης της βαρύτητας, δηλαδή γύρω στο 0,2G, με τη μέγιστη επιτάχυνση της εδαφικής κίνησης να αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της επιτάχυνσης της βαρύτητας.
Σε ό,τι αφορά τις καταστροφικές επιπτώσεις του σεισμού ο καθηγητής εξήγησε ότι δεν εξαρτώνται μόνο από το μέγεθος και το βάθος ενός σεισμού, καθώς καθοριστικός είναι ο ρόλος της αντοχής των κατασκευών. Σε περιοχές όπου υπάρχει ευάλωτο κτιριακό απόθεμα ή ανεπαρκής αντισεισμική προστασία, ακόμη και ένας σεισμός ενδιαμέσου βάθους μπορεί να προκαλέσει σημαντικές απώλειες. Στην Κολομβία, ο συνδυασμός του μεγάλου μεγέθους του σεισμού, της μεγάλης έκτασης στην οποία έγινε αισθητός και της τρωτότητας τμημάτων του κτιριακού αποθέματος -κτίρια με σχεδόν καθόλου αντισεισμική αντοχή- συνέβαλε στις καταρρεύσεις και σοβαρές ανθρώπινες απώλειες.
Τελείως διαφορετική είναι η εικόνα των σεισμών στη Βενεζουέλα, όπου τα πρόσφατα ισχυρά γεγονότα ήταν πολύ πιο επιφανειακά και συνδέονταν με τη δραστηριότητα των ρηγμάτων στα όρια της Καραϊβικής και της νότιας Αμερικής. Οι επιφανειακοί σεισμοί, όπως ανέφερε ο κ. Παπαζάχος, μπορεί να προκαλέσουν πολύ ισχυρότερη κίνηση κοντά στην επιφάνεια. «Μιλάμε για τη νότια Αμερική και μία περιοχή όπου έχουν γεννηθεί οι ισχυρότεροι σεισμοί του κόσμου. Πιο νότια και επιφανειακά ο σεισμός της Χιλής ήταν μεγέθους άνω του 9. Το “ ταβάνι” των ισχυρών σεισμών στην περιοχή της νότιας Αμερικής είναι πολύ υψηλότερο από τον συγκεκριμένο σεισμό», κατέληξε ο καθηγητής.
Παπαδόπουλος: Δόνηση με τα ίδια χαρακτηριστικά έχει σημειωθεί και στην Ελλάδα
Αναλύοντας το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του σεισμού στην Κολομβία, ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος αναφέρει ότι σεισμική δόνηση με τα ίδια χαρακτηριστικά είχε σημειωθεί στο παρελθόν και στην Ελλάδα στις 26 Ιουνίου 1926.
Όπως αναφέρει, σύμφωνα με λεπτομερή μελέτη των Ambraseys και Adams (1998), ο σεισμός του 1926 είχε μέγεθος 7,4 βαθμών και εστιακό βάθος 115 χιλιομέτρων, αντίστοιχο με εκείνο του σεισμού στην Κολομβία.
Το επίκεντρο εντοπιζόταν βορειοδυτικά της Ρόδου και η σεισμική δόνηση προκάλεσε σημαντικές ζημιές στη Ρόδο, την Κρήτη, τη νοτιοδυτική Τουρκία, την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Μικρές επιπτώσεις
Ωστόσο, οι επιπτώσεις του σεισμού του 1926 ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες που καταγράφονται σήμερα στην Κολομβία.
Βασικός λόγος ήταν ότι ο ελληνικός σεισμός ήταν υποθαλάσσιος, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι διαφορετικές συνθήκες του δομημένου περιβάλλοντος.
Παρά τις διαφορές, ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος επισημαίνει ότι παρόμοιοι σεισμοί είναι πιθανό να σημειωθούν ξανά στο μέλλον. Όπως υπογραμμίζει, η κατάλληλη προετοιμασία και η σωστή αντισεισμική θωράκιση αποτελούν την καλύτερη άμυνα απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Στη σχετική μελέτη περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, καταγραφή του σεισμού του 1926 από σεισμογράφο στη Ζυρίχη, καθώς και χάρτης με τις περιοχές όπου έγινε κυρίως αισθητή η σεισμική δόνηση.