Διεθνείς αναλύσεις: Τρία ερωτήματα που θα κρίνουν τον πόλεμο στο Ιράν
✨Η στρατιωτική πίεση των ΗΠΑ προς το Ιράν κλιμακώνεται, αλλά αμφισβητείται η ύπαρξη ολοκληρωμένης στρατηγικής για την επόμενη ημέρα της σύγκρουσης.
✨Ανάλυση αναδεικνύει ότι οι αεροπορικές επιδρομές δεν αλλάζουν τη στάση της Τεχεράνης, ενώ η ένταση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει σοβαρή απειλή για την παγκόσμια οικονομία.
✨Το πολιτικό κόστος στις ΗΠΑ αυξάνεται λόγω τραυματισμών στρατιωτών και της ανόδου των τιμών ενέργειας, με την κυβέρνηση να δικαιολογεί τις επιχειρήσεις για την προστασία της ναυσιπλοΐας.
✨Οι βομβαρδισμοί στο Ιράν επιδεινώνουν τις συνθήκες διαβίωσης, αλλά δεν προκαλούν μαζική εσωτερική αντίδραση, ενώ η στρατιωτική πίεση δεν εγγυάται πολιτικό αποτέλεσμα για την Ουάσιγκτον.
Η στρατιωτική πίεση των ΗΠΑ προς το Ιράν εντείνεται, όμως η συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί από τις επιχειρήσεις στο πεδίο στο κατά πόσο η Ουάσιγκτον διαθέτει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την επόμενη ημέρα. Τρία ερωτήματα επανέρχονται: Πόσο μπορεί να αντέξει η Ουάσιγκτον το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης; Ποιος είναι ο τελικός στόχος των ΗΠΑ; Μπορεί η στρατιωτική πίεση να αποδώσει χωρίς διπλωματική στρατηγική;
Το Reuters σημειώνει ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει την περαιτέρω κλιμάκωση, εξετάζοντας ακόμη πιο σκληρά πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν. Ωστόσο, αναλυτές που επικαλείται το πρακτορείο προειδοποιούν ότι η συγκεκριμένη στρατηγική ενδέχεται να επαναλάβει λάθη προηγούμενων αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή. Όπως επισημαίνουν, η αυξανόμενη στρατιωτική πίεση δεν συνοδεύεται από ένα σαφές σχέδιο αποκλιμάκωσης ή από μια ρεαλιστική διπλωματική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτική διευθέτηση.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το Associated Press. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι καθημερινές αεροπορικές επιδρομές δεν έχουν μεταβάλει ουσιαστικά τη στάση της Τεχεράνης, ενώ η ένταση στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να αποτελεί βασική εστία ανησυχίας για τη διεθνή οικονομία. Το πρακτορείο επισημαίνει ότι, παρά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, η εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει ανύπαρκτη και οι πιθανότητες ουσιαστικής διπλωματικής προόδου παραμένουν περιορισμένες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η οπτική των Financial Times, οι οποίοι εστιάζουν όχι μόνο στη στρατιωτική διάσταση αλλά και στο αυξανόμενο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συνέχιση των επιχειρήσεων έχει ήδη οδηγήσει σε δεκάδες τραυματισμούς Αμερικανών στρατιωτών, ενώ η άνοδος των τιμών της ενέργειας και των καυσίμων αρχίζει να επηρεάζει το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τo διεθνές μέσο, η κυβέρνηση επιχειρεί πλέον να δικαιολογήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κυρίως ως αναγκαίες για την προστασία της ναυσιπλοΐας και της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας στα Στενά του Ορμούζ.
Το Reuters φωτίζει παράλληλα και μια λιγότερο προβεβλημένη πτυχή της κρίσης: την κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράν. Μέσα από μαρτυρίες κατοίκων περιοχών που επλήγησαν από τις αμερικανικές επιθέσεις, το πρακτορείο καταγράφει ότι οι βομβαρδισμοί έχουν επιδεινώσει σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης, προκαλώντας προβλήματα στην ηλεκτροδότηση, στις υποδομές και στην καθημερινότητα των πολιτών. Ωστόσο, οι ίδιες μαρτυρίες δείχνουν ότι οι επιθέσεις δεν έχουν οδηγήσει στη μαζική εσωτερική αντίδραση κατά του καθεστώτος που ορισμένοι στην Ουάσιγκτον θεωρούσαν πιθανή. Αντίθετα, πολλοί Ιρανοί, παρά την κριτική τους προς την κυβέρνηση, εμφανίζονται να συσπειρώνονται απέναντι στην εξωτερική στρατιωτική πίεση.
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό συμπέρασμα που διατρέχει τις περισσότερες αναλύσεις: Οι ΗΠΑ διατηρούν αναμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή, όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά πλέον την ικανότητά τους να πλήττουν στόχους στο Ιράν. Αφορά το κατά πόσο αυτή η στρατιωτική πίεση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα, χωρίς η Ουάσιγκτον να εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση με υψηλό ανθρώπινο, οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος.