Τι μάθαμε και τι καταλάβαμε από το διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ
✨Ο Ντόναλντ Τραμπ επιτέθηκε στην αξιοπιστία των αμερικανικών εκλογών, ισχυριζόμενος παράνομη παρέμβαση της Κίνας και νοθεία, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία.
✨Οι ισχυρισμοί του Τραμπ έχουν διαψευστεί από πρώην συνεργάτες του και δικαστήρια, ενώ αγνόησε τη ρωσική επιρροή που υποστηρίχθηκε από μυστικές υπηρεσίες.
✨Η ομιλία του, λίγους μήνες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, θεωρείται δήλωση προθέσεων που προκαλεί ανησυχία για την πολιτική σταθερότητα των ΗΠΑ.
✨Οι 24 Δημοκρατικοί κυβερνήτες κατηγόρησαν τον Τραμπ για εκφοβισμό των ψηφοφόρων, τονίζοντας ότι οι αμερικανικές εκλογές είναι ασφαλείς και αξιόπιστες.
Στην ομιλία του προς τον λαό από την Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να διαμορφώσει την εντύπωση ότι η κυβέρνησή του είχε νέα, συγκλονιστικά ευρήματα για τις ευπάθειες του αμερικανικού εκλογικού συστήματος. Όπως εκτιμά σε ανάλυσή του ο Guardian, ο Αμερικανός πρόεδρος φαινόταν να στοχεύει ξεκάθαρα στο να προλειάνει το έδαφος για περαιτέρω αποσταθεροποίηση του εκλογικού συστήματος πριν από τις ενδιάμεσες κάλπες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος σε ώρα υψηλής τηλεθέασης, επιχείρησε να εντείνει τις αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα των αμερικανικών εκλογών και να αμφισβητήσει (για άλλη μία φορά) την ήττα του το 2020, ζητώντας την εφαρμογή πιο περιοριστικών εκλογικών νόμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η Κίνα, ο Μαδούρο και το… Μίσιγκαν
Η Κίνα, υποστήριξε, είχε αποκτήσει παράνομα στοιχεία τουλάχιστον 220 εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το Πεκίνο παρενέβη πολλαπλώς για να υπονομεύσει την προεκλογική του εκστρατεία του 2020 και πως οι πληροφορίες αυτές είχαν αποκρυφθεί από αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών.
Επιπλέον, επανέφερε έναν ισχυρισμό, προ πολλού διαψευσμένο, σύμφωνα με τον οποίο εντοπίστηκε απάτη στην –παραδοσιακά δημοκρατική– πόλη Μασκέγκον του Μίσιγκαν και η οποία αφορούσε μια εκστρατεία μεγάλης κλίμακας για εγγραφή ψηφοφόρων. Ωστόσο, οι ίδιοι οι διορισμένοι από τον Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του, συμπεριλαμβανομένου του πρώην γενικού εισαγγελέα Γουίλιαμ Μπαρ, έχουν δηλώσει ότι οι ισχυρισμοί του σχετικά με τη «νοθεία» στις εκλογές του 2020 ήταν ψευδείς. Και τα δικαστήρια που εκδίκασαν τις σχετικές προσφυγές έκριναν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς.
Τέλος, επικαλούμενος έγγραφα της CIA, ώστε να ενισχύσει τη θεωρία της ευπάθειας του αμερικανικού εκλογικού συστήματος σε παραβιάσεις, έκανε λόγο για φερόμενη νοθεία των εκλογών από τον πρώην πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο. Οπως ανέφερε, η κυβέρνηση Μαδούρο ήταν σε θέση να αλλοιώσει ψηφιακά τα συνολικά αποτελέσματα – κάτι για το οποίο δεν υπάρχει καμία ένδειξη πως συνέβη.
Ο Τραμπ έχει ισχυριστεί ότι οι εκλογές του 2020 ήταν «στημένες» πάνω από 100 φορές κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 και έχει χρησιμοποιήσει αυτούς τους ισχυρισμούς για να πιέσει το Κογκρέσο να ψηφίσει έναν περιοριστικό νόμο, τον λεγόμενο «SAVE America Act» – ο οποίος προβλέπει αυστηρή ταυτοποίηση ψηφοφόρων και περαιτέρω ομοσπονδιακή παρέμβαση στην εκλογική διαδικασία.
Σημειώνεται πως η επαναφορά από τον Τραμπ των θεωριών αυτών σχετικά με τις εκλογές πριν από έξι χρόνια και η αδυναμία του να αποδεχτεί την ήττα του οδήγησαν σε μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές της αμερικανικής Ιστορίας, όταν ένας όχλος υποστηρικτών του εισέβαλε στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στις 6 Ιανουαρίου 2021, κατά τις τελευταίες ημέρες της πρώτης θητείας του.
Στο απυρόβλητο Πούτιν – Σι
Η μεγάλη αποκάλυψη του Τραμπ ήταν μια σειρά πρόσφατα αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, που, όπως ισχυρίστηκε, είχαν αποκρυφθεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τον αμερικανικό λαό και τα οποία καταδείκνυαν το πόσο δραματικά υστερεί το αμερικανικό εκλογικό σύστημα σε σχέση με τα απαιτούμενα πρότυπα.
Στην ομιλία του επανέλαβε ισχυρισμούς περί παρέμβασης και άσκησης επιρροής χωρίς να παρέχει το απαραίτητο πλαίσιο, ενώ δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ψήφοι είχαν παραποιηθεί ή ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είχε αλλοιωθεί.
Ο ίδιος, παρά την ομοβροντία αβάσιμων κατηγοριών, δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση τις δικές του εκλογικές νίκες, το 2016 ή το 2024.
Επικεντρώθηκε στην Κίνα, αλλά παρέβλεψε τη Ρωσία, μια χώρα που, σύμφωνα με αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών, υποστήριξε τον Τραμπ το 2016 και το 2020 και διεξήγαγε εκτεταμένες εκστρατείες επιρροής με στόχο να τον προωθήσει έναντι του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της τελευταίας προεκλογικής εκστρατείας.
Επίσης, παρά το γεγονός ότι επικεντρώθηκε στην Κίνα στην ομιλία του, ο Τραμπ δεν επέκρινε ούτε απηύθυνε προειδοποίηση στον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, τον οποίο επαινεί εδώ και καιρό με κάθε ευκαιρία.
Δήλωση προθέσεων
Οπως επισημαίνει ανάλυση του CNN, η ομιλία του Τραμπ είναι σημαντική υπό την έννοια του ότι συνιστά δήλωση προθέσεων.
«Δεδομένου του ιστορικού ισχυρισμών του πως οι εκλογές που δεν εξελίσσονται υπέρ του είναι στημένες, η απόφασή του να εκφωνήσει αυτή την ομιλία λιγότερο από τέσσερις μήνες πριν από εκλογές, που φαίνονται πραγματικά δύσκολες για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, θα έπρεπε να προκαλεί μεγάλη ανησυχία στην αμερικανική πολιτική ζωή», σημειώνεται στο δημοσίευμα.
Παρά τις αιτιάσεις του πως οι εκλογές ήταν αποτέλεσμα νοθείας και κόντρα στους φόβους πολλών εκ των πολιτικών του αντιπάλων, ο Τραμπ δεν προανήγγειλε κάποια σκληρή παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για μεγαλύτερη εμπλοκή στην εκλογική διαδικασία – όπως η ανατροπή των εκλογικών διαδικασιών ή η τοποθέτηση στρατιωτικών στα εκλογικά τμήματα.
Και οι 24 Δημοκρατικοί κυβερνήτες εξέδωσαν δήλωση μετά την ομιλία, ισχυριζόμενοι ότι ο Τραμπ είχε την πρόθεση να «εκφοβίσει και να φιμώσει τους ψηφοφόρους».
«Είναι εξαιρετικά ανησυχητικό το γεγονός ότι ο πρόεδρος Τραμπ συνεχίζει να προσπαθεί να υπονομεύσει τις ελεύθερες και δίκαιες εκλογές», δήλωσαν οι Δημοκρατικοί κυβερνήτες. «Κανένα ψέμα και καμία θεωρία συνωμοσίας δεν μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι οι εκλογές της χώρας μας έχουν αποδειχθεί επανειλημμένα ασφαλείς και αξιόπιστες».
Το δίλημμα των ΜΜΕ
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί βρέθηκαν ενώπιον μιας δύσκολης επιλογής το βράδυ της Πέμπτης: αν θα παραχωρούσαν στον Τραμπ χρόνο σε ώρα υψηλής τηλεθέασης για μια ομιλία της οποίας το περιεχόμενο ήταν αμφίβολο και για ένα θέμα για το οποίο ο Τραμπ εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ανακρίβειες και ψεύδη.
Ορισμένα Μέσα, μεταξύ των οποίων και τa CNN, NBC και ABC, επέλεξαν να μη μεταδώσουν την ομιλία. Σημειώνεται, ωστόσο, πως και ομιλίες Δημοκρατικών προέδρων, όπως οι Μπαράκ Ομπάμα και Τζο Μπάιντεν, δεν είχαν μεταδοθεί απευθείας από ορισμένους σταθμούς.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Στίβεν Τσέουνγκ, χαρακτήρισε τα τηλεοπτικά δίκτυα που δεν μετέδωσαν την ομιλία «δειλά», που «δεν θέλουν να ακούσουν οι πολίτες την αλήθεια».
Ωστόσο, λίγα μόλις λεπτά μετά την έναρξη της ομιλίας του, ο Τραμπ προέβη στους ισχυρισμούς αφενός πως κληρονόμησε τον χειρότερο πληθωρισμό των τελευταίων 48 ετών, αφετέρου ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν επέτρεψε την είσοδο περισσότερων από 11.000 δολοφόνων στη χώρα – εκ των οποίων κανείς δεν είναι αληθής.
«Αυτοί (NBC και ABC) και άλλα ΜΜΕ αποτελούν μέρος μιας συνωμοσίας», δήλωσε αργότερα ο Τραμπ. «Θέλουν να συνεχίσουν αυτή την απάτη πάση θυσία. Θέλουν να την κρατήσουν ζωντανή. Θέλουν να προστατεύσουν τη ριζοσπαστική Αριστερά», τόνισε ο ίδιος σε επιθετικό τόνο, υποστηρίζοντας πως θα έπρεπε να τους ανακληθεί η άδεια.
«Κούφια» κατήχηση
Σύμφωνα με το CNN, πάντως, αν και μένει να φανεί αν και πόση επίδραση θα έχει η ομιλία Τραμπ, ο Αμερικανός πρόεδρος πιθανότατα απευθυνόταν σε όσους ήδη συμφωνούν μαζί του.
Δημοσκόπηση της Reuters-Ipsos τον Απρίλιο έδειξε ότι το 64% των Αμερικανών διαφωνούσε με την άποψη πως οι εκλογές του 2020 ήταν «στημένες» εις βάρος του Τραμπ.
Οσον αφορά το ευρύτερο ζήτημα της φερόμενης εκλογικής απάτης, η ίδια δημοσκόπηση έδειξε πως οι Αμερικανοί παραμένουν διχασμένοι ως προς το αν υπήρχε «μεγάλος αριθμός ψευδών ψηφοδελτίων που κατατέθηκαν από μη πολίτες» – κάτι με το οποίο συμφώνησε το 46%.
Την αμφιταλάντευση αυτή, σημειώνει το CNN, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν ο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, για να προωθήσουν το «SAVE America».