Κώστας Μπερικόπουλος στο libre: H τέχνη δεν είναι μόνο έκφραση· είναι και αντίσταση

✨Ο Κώστας Μπερικόπουλος έχει μακρόχρονη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τη μεταγλώττιση, με έμφαση στις συνεργασίες και την ποικιλία ρόλων που υπηρετεί με συνέπεια.
✨Ενδιαφέρεται να δοκιμάσει την επιθεώρηση, ένα απαιτητικό θεατρικό είδος με άμεση επικοινωνία και έντονη κοινωνική διάσταση, που δεν έχει υπηρετήσει μέχρι σήμερα.
✨Η παράσταση «Τζένη Τζένη», σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, προσέγγισε κλασικό έργο με σύγχρονο τρόπο, ενώ ο Μπερικόπουλος προτίμησε προσωπική ερμηνεία αντί μίμησης των θρυλικών ηθοποιών.
✨Η συνεργασία του με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη στο «Maestro» ήταν σημαντική και γεμάτη σεβασμό, δημιουργικότητα και αμοιβαία εκτίμηση, με τον ρόλο να ταιριάζει ιδανικά στην προσωπικότητά του.
Με μια διαδρομή που μετρά δεκαετίες στο θέατρο, την τηλεόραση και τη μεταγλώττιση, ο Κώστας Μπερικόπουλος συνεχίζει να υπηρετεί την υποκριτική με συνέπεια και αγάπη. Με αφορμή την επιτυχημένη παράσταση «Τζένη Τζένη» και τη συμμετοχή του στο «Maestro», μιλά για τις συνεργασίες που τον καθόρισαν, τους ρόλους που τον συγκινούν, τη δημιουργική διαδικασία και τις μικρές στιγμές της καθημερινότητας που του προσφέρουν έμπνευση και ισορροπία.
Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο
–Υπάρχει κάποιος ρόλος που δεν έχετε δοκιμάσει ακόμη και θα θέλατε να ερμηνεύσετε στο μέλλον; Ή κάποιο είδος θεάτρου στο οποίο δεν σας έχει δοθεί η ευκαιρία να συμμετάσχετε;

Θα έλεγα και τα δύο. Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, νιώθω πως είμαι ήδη ένας χορτασμένος άνθρωπος – τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το θέατρο. Έχω παίξει σε πάρα πολλές και πολύ όμορφες παραστάσεις, με εξαιρετικούς συνεργάτες και σπουδαίους ρόλους. Δεν ανήκω σε εκείνους που λαχταρούν έναν συγκεκριμένο ρόλο. Εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι οι συνεργασίες. Με ποιους ανθρώπους θα συναντηθώ, με ποιους θα μοιραστώ τη σκηνή. Από εκεί και πέρα, κάθε καλός ρόλος είναι ευπρόσδεκτος.
Αν υπάρχει, όμως, ένα θεατρικό είδος που δεν έχω δοκιμάσει και θα ήθελα κάποια στιγμή να υπηρετήσω, αυτό είναι η επιθεώρηση. Με γοητεύει πολύ η άμεση επικοινωνία με το κοινό. Τη θεωρώ εξαιρετικά δελεαστική, αλλά ταυτόχρονα και τρομερά απαιτητική. Είναι ένα πολύ δύσκολο είδος θεάτρου.
Ίσως η πιο κοντινή εμπειρία που είχα ήταν στην παράσταση «Μιστέρο Μπούφο», όπου υπήρχε μια πολύ άμεση απεύθυνση προς το κοινό. Βέβαια, επρόκειτο για ένα εντελώς διαφορετικό έργο, με άλλη δραματουργία και άλλες συνθήκες. Η επιθεώρηση έχει και μια έντονη πολιτική και κοινωνική διάσταση· δεν κρύβεται πίσω από το «περιτύλιγμα» μιας ιστορίας. Αυτό είναι που την κάνει τόσο ξεχωριστή και τόσο γοητευτική.
-Παρακολούθησα το «Τζένη Τζένη» και η γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για μια εξαιρετική παράσταση, με τη σκηνοθετική ματιά του Νίκου Καραθάνου. Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ότι ένα κλασικό ελληνικό έργο διαβάστηκε με έναν εντελώς σύγχρονο τρόπο. Πόσο δημιουργική ήταν αυτή η διαδικασία για εσάς και τι σας άφησε το συγκεκριμένο έργο;
Νομίζω πως αυτό ισχύει για κάθε σημαντικό έργο. Άλλωστε, αυτός είναι και ο ρόλος του σκηνοθέτη. Παίρνει ένα έργο, εμπνέεται από αυτό και μετατρέπει την προσωπική του ανάγνωση σε θεατρική πράξη.
Κάπως έτσι συνέβη και με το «Τζένη Τζένη». Ο Νίκος Καραθάνος είχε μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα. Ήθελε, με τον δικό του τρόπο, να κλείσει έναν κύκλο, να αποχαιρετήσει μια εποχή που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Τι σημαίνει αυτό για τον καθένα είναι μια προσωπική υπόθεση.
Θυμάμαι όταν με πήρε τηλέφωνο πριν από περίπου δύο χρόνια και μου είπε ότι ήθελε να κάνουμε το «Τζένη Τζένη» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα. Η πρώτη εικόνα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η κλασική κινηματογραφική εκδοχή της ταινίας. Εκείνος, όμως, μου είπε απλώς να βρεθούμε και να συζητήσουμε.
Σιγά σιγά μπήκαμε όλοι στο πνεύμα της παράστασης και καταλάβαμε τι ακριβώς ήθελε να δημιουργήσει. Αυτό ήταν που με ενθουσίασε.
Από τη μία, με συγκινούσε η ιδέα ότι θα υποδυόμουν έναν ρόλο που είχε ερμηνεύσει ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Πρόκειται για μια εμβληματική μορφή, όπως και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Δεν είναι μόνο σπουδαίοι ηθοποιοί του ελληνικού κινηματογράφου· είναι κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης.
Αυτό που δεν θέλαμε, ούτε εγώ ούτε ο Νίκος Καραθάνος, ήταν να «παίξω τον Κωνσταντάρα». Όπως έχω ξαναπεί, ο Κωνσταντάρας δεν αντιγράφεται.
Γι’ αυτό προσπάθησα να προσεγγίσω τον χαρακτήρα μέσα από τα δικά μου βιώματα. Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα, έχω γνωρίσει ανθρώπους με αυτά τα χαρακτηριστικά και προσπάθησα να χτίσω τον ήρωα μέσα από τις δικές μου εμπειρίες και όχι μέσα από μια μίμηση της ταινίας.
–Η ερμηνεία σας ήταν πραγματικά εξαιρετική. Συγχαρητήρια. Η παράσταση θα συνεχιστεί και τη νέα θεατρική σεζόν;
Σας ευχαριστώ πολύ. Ναι, η παράσταση θα επιστρέψει το φθινόπωρο. Αν θυμάμαι σωστά, οι παραστάσεις θα ξεκινήσουν στις 30 Σεπτεμβρίου και θα ολοκληρωθούν στις 10 Νοεμβρίου.
–Θα ήθελα να σταθούμε λίγο στη συνεργασία σας με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη στο «Maestro». Τι κρατάτε περισσότερο από αυτή την εμπειρία;

Κρατάω ολόκληρη τη συνεργασία, από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που με πήρε τηλέφωνο ο Χριστόφορος και μου είπε ότι έγραφε έναν ρόλο έχοντας εμένα στο μυαλό του. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι και το τελευταίο γύρισμα, όλη αυτή η διαδρομή έχει μείνει μέσα μου σαν ένα πολύτιμο δώρο.
Ήταν μια εξαιρετική συνεργασία, όχι μόνο με τους ηθοποιούς αλλά και με όλους τους ανθρώπους της παραγωγής. Υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός, δημιουργικότητα και μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα.
Το έχω πει πολλές φορές και το πιστεύω πραγματικά: ο Χριστόφορος μού έκανε ένα πολύ μεγάλο δώρο με τον ρόλο του Δημοσθένη. Τον φρόντισε πολύ ως χαρακτήρα, του έδωσε βάθος και ουσία. Βέβαια, το ίδιο έκανε και με όλους τους ήρωες της σειράς, αλλά με τον Δημοσθένη υπήρχε κάτι που ταίριαζε απόλυτα και με το δικό μου χιούμορ και την ιδιοσυγκρασία μου.
Ήταν μια πολύ ευτυχής συγκυρία και αισθάνομαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτή τη συνεργασία.
–Τι πιστεύετε ότι κάνει τις δουλειές του Χριστόφορου Παπακαλιάτη να ξεχωρίζουν και να ταξιδεύουν τόσο επιτυχημένα και στο εξωτερικό;
Είναι ένα σύνθετο θέμα.
Ο Χριστόφορος είναι ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος. Γράφει, σκηνοθετεί, παίζει, επιλέγει τη μουσική, τους συνεργάτες του και έχει συνολική εικόνα του έργου που θέλει να δημιουργήσει.
Πέρα όμως από το ταλέντο του, είναι ένας βαθιά ευγενής άνθρωπος. Ξέρει να εμπνέει και να επηρεάζει δημιουργικά όλους τους συνεργάτες του, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους.
Ταυτόχρονα, έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων του χώρου μέσα από τη συνέπεια και την ποιότητα της δουλειάς του. Αυτό δεν αφορά μόνο την καλλιτεχνική πλευρά, αλλά και την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι παραγωγοί απέναντί του.
Παραγωγές όπως το «Maestro» απαιτούν πολύ μεγάλες επενδύσεις και σημαντικούς οικονομικούς πόρους. Δεν είναι εύκολες παραγωγές. Για να υλοποιηθούν χρειάζεται να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πραγματικά στο όραμά σου.
Νομίζω ότι ο Χριστόφορος έχει κερδίσει αυτή την εμπιστοσύνη με τη δουλειά του όλα αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό και οι δημιουργίες του συνεχίζουν να εξελίσσονται και να φτάνουν όλο και πιο μακριά.
–Η μεταγλώττιση θεωρείται από πολλούς μια «αόρατη» μορφή υποκριτικής και εσείς έχετε ασχοληθεί με μεγάλη επιτυχία. Ποιες δυσκολίες κρύβει και σε τι διαφέρει από την ερμηνεία στη θεατρική σκηνή;
Στην πραγματικότητα, ως προς την υποκριτική δεν διαφέρει τόσο πολύ. Και στο θέατρο, αλλά και στη μεταγλώττιση, προσπαθείς να κατανοήσεις τον χαρακτήρα, να ανακαλύψεις τον ψυχισμό του και να τον υπηρετήσεις όσο πιο αληθινά γίνεται.
Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στους περιορισμούς που έχει η μεταγλώττιση. Εκεί καλείσαι να αποδώσεις τον χαρακτήρα μέσα από μια ήδη ολοκληρωμένη ερμηνεία. Πρέπει να συγχρονιστείς με την εικόνα, με τις κινήσεις του στόματος, με τον ρυθμό και τη διάρκεια κάθε φράσης.
Οι ελληνικές λέξεις συχνά έχουν διαφορετικό μήκος και διαφορετικό ρυθμό από τις πρωτότυπες. Πρέπει, λοιπόν, να βρεις τον τρόπο να χωρέσουν μέσα στον ίδιο ακριβώς χρόνο, χωρίς να χαθεί ούτε η αλήθεια της ερμηνείας ούτε το συναίσθημα.
Στο θέατρο έχεις πολύ μεγαλύτερη ελευθερία. Στη μεταγλώττιση δουλεύεις μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο. Αυτό είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση.
Υπάρχουν άνθρωποι που το κάνουν πραγματικά καταπληκτικά. Μπορούν να αλλάζουν φωνές, να μεταμορφώνονται αμέσως σε έναν διαφορετικό χαρακτήρα, είτε πρόκειται για άνθρωπο είτε για κάποιον ήρωα κινουμένων σχεδίων. Είναι μια ιδιαίτερη τέχνη που απαιτεί μεγάλη τεχνική και ευαισθησία.
–Πόσο σας έχουν διαμορφώσει οι εμπειρίες και οι εικόνες που έχετε ζήσει μέχρι σήμερα, τόσο ως άνθρωπο όσο και ως ηθοποιό;

Νομίζω πως το παρελθόν μάς καθορίζει όλους. Ειδικά στη δική μας δουλειά, η εμπειρία είναι το μεγαλύτερο εφόδιό μας.
Δεν είναι μία συγκεκριμένη εικόνα ή ένα μόνο γεγονός που με επηρέασε. Είναι χιλιάδες εικόνες, άνθρωποι, συναντήσεις και βιώματα που με διαμόρφωσαν και εξακολουθούν να με τροφοδοτούν στη δουλειά μου.
Όλα αυτά γίνονται υλικό για έναν ηθοποιό.
Οι απώλειες, βέβαια, επηρεάζουν κάθε άνθρωπο. Όσο μεγαλώνουμε, όμως, αλλάζει και η σχέση μας με την έννοια της απώλειας. Όταν είσαι νεότερος τη βιώνεις διαφορετικά. Με τα χρόνια αρχίζεις να την αντιμετωπίζεις με μεγαλύτερη αποδοχή, γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι αποτελεί μέρος της ζωής.
Δεν θα έλεγα ότι με άλλαξε ως χαρακτήρα. Σίγουρα με επηρέασε, όπως επηρεάζει όλους μας, αλλά δεν ξέρω αν με έχει αλλάξει ουσιαστικά. Ίσως να μπορώ να απαντήσω καλύτερα σε αυτή την ερώτηση σε δέκα χρόνια.
–Πολλοί γνωρίζουν και την αγάπη σας για τις χειροποίητες δημιουργίες από γυαλιά που βρίσκετε στις παραλίες. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδιαίτερη ενασχόληση;
Με γοητεύουν πολλά πράγματα σε αυτή τη διαδικασία. Είναι σαν μια μορφή προσωπικής θεραπείας.
Πρόκειται για γυαλιά που βρίσκω στις παραλίες, γυαλιά που έχουν λειανθεί από τη θάλασσα και τον χρόνο. Μου αρέσει πολύ να περπατώ στην ακροθαλασσιά και να τα αναζητώ ένα-ένα. Δεν είναι καθόλου εύκολο όσο ίσως φαίνεται. Για να δημιουργήσεις κάτι χρειάζονται πάρα πολλά κομμάτια.
Στη συνέχεια αρχίζει ένα άλλο, εξίσου δημιουργικό στάδιο: να δω πώς μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, ποια σχήματα δημιουργούν, ποιες χρωματικές ισορροπίες προκύπτουν. Είναι μια διαδικασία που μου προσφέρει μεγάλη χαρά, αλλά κυρίως ηρεμία.
Μου αρέσουν πολύ οι χειρονακτικές εργασίες. Είναι ένας τρόπος να αδειάζει το μυαλό μου και να συγκεντρώνομαι αποκλειστικά στη δημιουργία.
Θυμάμαι μάλιστα ότι κάποια στιγμή είχα μαζέψει από μια παραλία στο Σούνιο μικρές μαύρες, επίπεδες πέτρες και θέλησα να δουλέψω και με αυτές. Τότε ανακάλυψα κάτι που δεν είχα υπολογίσει. Επειδή η κόλλα που χρησιμοποιούσα ήταν διάφανη, οι πέτρες έμοιαζαν να αιωρούνται μεταξύ τους όταν τις φώτιζε το φως. Δημιουργούνταν μια αίσθηση ότι συνδέονταν χωρίς να ακουμπούν πραγματικά.
Είναι αυτές οι μικρές ανακαλύψεις που κάνουν όλη τη διαδικασία τόσο συναρπαστική. Το ίδιο το υλικό σού αποκαλύπτει δυνατότητες που δεν είχες φανταστεί όταν ξεκινούσες.
-Όταν δεν εργάζεστε, πώς επιλέγετε να ζείτε την καθημερινότητά σας στην Αθήνα; Υπάρχουν γειτονιές ή μικρές συνήθειες που σας βοηθούν να αποφορτίζεστε;
Ναι, υπάρχουν. Ζω στην ίδια γειτονιά όπου μεγάλωσα. Το πατρικό μου σπίτι βρίσκεται πολύ κοντά και αυτό από μόνο του μου δημιουργεί ένα αίσθημα οικειότητας και ηρεμίας.
Όταν έχω ελεύθερο χρόνο, μου αρέσει να συναντώ φίλους, να βγαίνουμε για φαγητό ή για ένα ποτό. Αυτές οι απλές στιγμές είναι πολύ σημαντικές για μένα.
Πάνω απ’ όλα, όμως, αγαπώ τη θάλασσα. Αν μπορώ να πάρω έναν καφέ και να καθίσω για λίγο μπροστά στο νερό, νιώθω ότι γεμίζω ενέργεια. Είναι κάτι που με ηρεμεί βαθιά και λειτουργεί σχεδόν λυτρωτικά.
Βέβαια, όταν δουλεύω ή κάνω πρόβες, δεν είναι πάντα εύκολο να το κάνω. Υπάρχει διάβασμα, προετοιμασία και ένα πολύ απαιτητικό πρόγραμμα. Όταν, όμως, βρίσκω τον χρόνο, αυτή η μικρή απόδραση στη θάλασσα είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να ανανεωθώ.
–Για εσάς το καλοκαίρι σημαίνει ξεκούραση ή είναι μια περίοδος κατά την οποία η σκέψη βρίσκεται ήδη στην επόμενη δουλειά; Και ποια είναι τα σχέδιά σας για τη νέα σεζόν;
Τη νέα θεατρική σεζόν θα επιστρέψουμε με το «Τζένη Τζένη», κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα. Παράλληλα, βρίσκομαι σε συζητήσεις για μια τηλεοπτική σειρά και μια κινηματογραφική ταινία. Δεν έχουν οριστικοποιηθεί ακόμη, οπότε δεν μπορώ να πω περισσότερα.
Όσο για το καλοκαίρι, εξαρτάται από τη χρονιά. Αν βρίσκομαι σε περιοδεία, πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο, με συνεχείς μετακινήσεις και έντονους ρυθμούς.
Αν, αντίθετα, δεν εργάζομαι εκείνη την περίοδο, και πάλι δεν σημαίνει ότι σταματώ να δουλεύω. Συνήθως υπάρχει ήδη μια επόμενη συνεργασία που απαιτεί μελέτη, διάβασμα και προετοιμασία. Το μυαλό ενός ηθοποιού δεν σταματά ποτέ να επεξεργάζεται το επόμενο βήμα. Ακόμη και όταν φαίνεται ότι ξεκουράζεσαι, στην πραγματικότητα δουλεύεις.
–Παρακολουθείτε στενά την πολιτική και την κοινωνική επικαιρότητα. Πιστεύετε ότι ένας ηθοποιός έχει ευθύνη να εκφράζει δημόσια τις απόψεις του ή θεωρείτε ότι το έργο του αρκεί για να μιλήσει;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια υποχρέωση. Είναι μια απολύτως προσωπική επιλογή, είτε είσαι ηθοποιός είτε οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος.
Προσωπικά, δεν αισθάνομαι ότι έχω ευθύνη να τοποθετούμαι δημόσια για πολιτικά ζητήματα. Αν κάποια στιγμή νιώσω την ανάγκη να το κάνω, θα το κάνω, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν.
Πιστεύω, όμως, ότι ο καλλιτέχνης εκφράζεται πρωτίστως μέσα από το έργο του. Η τέχνη είναι ένας βαθύς τρόπος έκφρασης και, πολλές φορές, λειτουργεί και ως μια μορφή αντίστασης απέναντι στην πραγματικότητα.
–Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να προσθέσετε πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας;
Όχι, νομίζω πως τα είπαμε όλα. Σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση.
–Εγώ σας ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο σας και σας εύχομαι καλή συνέχεια και κάθε επιτυχία στα επόμενα σχέδιά σας.
Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ πολύ.