Μάρω Κοντού: Η ζωή, το έργο και οι σταθμοί της σπουδαίας καριέρας- 5 εμβληματικοί ρόλοι

 Μάρω Κοντού: Η ζωή, το έργο και οι σταθμοί της σπουδαίας καριέρας- 5 εμβληματικοί ρόλοι
💡 AI Summary by Libre

Η Μάρω Κοντού, γεννημένη το 1934 στο Κουκάκι, διακρίθηκε σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση, αντικατοπτρίζοντας τις κοινωνικές αλλαγές της Ελλάδας του 20ού αιώνα.

Ξεκίνησε από τον χορό και τον αρχαίο δράμα, συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες και έπαιξε εμβληματικούς ρόλους που αντανακλούσαν την εξέλιξη της γυναικείας ταυτότητας.

Η ζωή της περιλάμβανε δύο γάμους, πολιτική εμπλοκή, και συνεχείς καλλιτεχνικές προκλήσεις, χωρίς να εγκλωβιστεί στη νοσταλγία του παρελθόντος.

Απέσπασε τον σεβασμό του κοινού και των συναδέλφων της, διανύοντας πάνω από επτά δεκαετίες με σημαντική προσωπική και επαγγελματική πορεία.

Η Μάρω Κοντού γεννήθηκε σε μια γειτονιά με κήπους και ανοιχτά παράθυρα, μπήκε στο Εθνικό όταν η λέξη «θεατρίνα» ήταν προσβολή, συμπρωταγωνίστησε με τον Χορν που την απέτρεψε από το να γίνει Βουγιουκλάκη, γέμισε θεατρικές και κινηματογραφικές αίθουσες, μπήκε στην πολιτική – και τη σιχάθηκε.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Ελλάδα, ειδικότερα το αστικό κέντρο, θα μπορούσε να αποτελεί case study ραγδαίας αλλαγής. Οι πολυκατοικίες αντικαθιστούσαν τις αυλές της Αθήνας, η μεσαία τάξη αποκτούσε αυτοπεποίθηση και ο ελληνικός κινηματογράφος γινόταν η μεγάλη κοινή εμπειρία της χώρας. Για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους η έξοδος της εβδομάδας ήταν μια σκοτεινή αίθουσα. Εκεί έβλεπαν σπίτια καλύτερα από τα δικά τους, καινούργια αυτοκίνητα, γυναίκες που εργάζονταν, ντύνονταν κομψά, αντιμιλούσαν, ερωτεύονταν και ζητούσαν από τη ζωή περισσότερα από όσα είχαν ζητήσει οι μητέρες τους.

Η Μάρω Κοντού βρέθηκε ακριβώς μέσα σε αυτή τη μετάβαση. Είχε το παράστημα και την αστική κομψότητα που αγαπούσε η κάμερα, σε έπειθε ακαριαία ότι ήταν μια γυναίκα που ήξερε τι θέλει. Ακόμη και όταν το σενάριο την τοποθετούσε δίπλα σε έναν άνδρα που φώναζε, ζήλευε ή απαιτούσε, εκείνη κρατούσε τη θέση της χωρίς να χάνει το χιούμορ και την ψυχραιμία της.

Η Ελένη Κοκοβίκου, η σύζυγος που περιμένει επί χρόνια μια βέρα στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», έγινε ίσως ο πιο γνωστός της ρόλος επειδή πίσω από την κωμωδία υπήρχε μια ακριβής παρατήρηση: Μια γυναίκα μπορεί να αγαπά, να υπομένει, να περιμένει, αλλά κάποια στιγμή φεύγει. Το καπέλωμα του Αντωνάκη έγινε εμβληματική στιγμή όχι για τον κινηματογράφο, αλλά για κάθε μικρή ή μεγάλη προσωπική επανάσταση εκείνη την εποχή.

Η Μαριάνθη Κοντού, όπως ήταν το πλήρες όνομά της, έφυγε από τη ζωή στα 92 της χρόνια, έχοντας διανύσει περισσότερες από επτά δεκαετίες στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Η πορεία της ξεκίνησε από τον χορό του αρχαίου δράματος, πέρασε από τον Δημήτρη Χορν, τον Μάνο Χατζιδάκι και τη «Μαύρη Φορντ», από τις ταινίες του Φίνου και τις μεγάλες εμπορικές κωμωδίες, από θιάσους, περιοδείες και περίπου ενενήντα θεατρικές παραγωγές, για να φτάσει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στη Βουλή και, πολύ αργότερα, σε μια νέα τηλεοπτική παρουσία που τη σύστησε και σε κοινό το οποίο είχε γεννηθεί δεκαετίες μετά τις πρώτες της ταινίες.

Το Κουκάκι με τις ανοιχτές πόρτες και τις θρυλικές γειτόνισσες

Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934, στο σπίτι των παππούδων της στο Κουκάκι, αφού εκεί έπιασαν οι πόνοι τη μητέρα της. Η οικογένεια ζούσε αρχικά στον Πειραιά, αλλά ο πατέρας της έπασχε από φυματίωση και στο μικρό παιδί απαγορευόταν να τον πλησιάζει. Πέθανε όταν εκείνη ήταν δύο ετών. Η μητέρα της έπιασε δουλειά στο υπουργείο Παιδείας και μετακόμισε μαζί με τις δύο κόρες της στο πατρικό της.

Όποτε μιλούσε για τα παιδικά της χρόνια, η συζήτηση κατέληγε σχεδόν πάντα στο Κουκάκι πριν από την αντιπαροχή. Όχι ως μια εξιδανικευμένη Αθήνα, αλλά ως μια γειτονιά που λειτουργούσε σαν μικρή κοινότητα. Τα σπίτια επικοινωνούσαν μεταξύ τους, οι γείτονες γνώριζαν ο ένας τον άλλον και τα παιδιά μεγάλωναν σχεδόν σαν μια μεγάλη παρέα.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν οικογένειες που αργότερα θα συνδέονταν με τα γράμματα και τις τέχνες, όπως του Μάριου Πλωρίτη, της Κατερίνας Γιουλάκη και της Νάνας Μούσχουρη. Ήταν ένας κόσμος που μέσα σε λίγα χρόνια θα εξαφανιζόταν κάτω από τις πολυκατοικίες.

Από πολύ μικρή η κίνηση ήταν ο φυσικός της τρόπος έκφρασης. Η ίδια θυμόταν ότι δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη ούτε στις πιο επίσημες περιστάσεις· χόρευε όπου έβρισκε χώρο, ακόμα και στο κόκκινο χαλί της εκκλησίας, προς αμηχανία των μεγάλων. Η εικόνα αυτή, όσο παιδική κι αν ακούγεται, εξηγεί γιατί ο χορός προηγήθηκε της υποκριτικής. Πριν θελήσει να γίνει ηθοποιός, είχε ήδη αποφασίσει ότι η ζωή της θα περνούσε μέσα από το σώμα και τη σκηνή.

Στα δεκατέσσερά της ψήλωσε απότομα. Άρχισε να σκύβει και να ντρέπεται για το σώμα της. Η μητέρα της την έστειλε στη σχολή της Κούλας Πράτσικα για να βελτιώσει τη στάση της. Η λύση σε μια εφηβική αμηχανία έγινε επάγγελμα και, τελικά, ζωή. Στη σχολή βρήκε αυτό που αναζητούσε από παιδί: έναν χώρο όπου το σώμα, η κίνηση και η πειθαρχία είχαν νόημα.

Κέρδισε υποτροφία για σπουδές χορού στη Γερμανία, αλλά δεν της επέτρεψαν να πάει. Η μητέρα της επέμενε να εξασφαλίσει μια σταθερή δουλειά, όπως είχαν κάνει τόσες γυναίκες της γενιάς της. Εκείνη, όμως, είχε πάρει ήδη την απόφασή της. Η συμμετοχή της στις εξετάσεις της Εθνικής Τράπεζας έγινε περισσότερο για να ικανοποιήσει την οικογένεια, παρά επειδή πίστευε ότι αυτό ήταν το μέλλον της. Η αντίδρασή της προκάλεσε μεγάλη ένταση στο σπίτι, αλλά ήταν η πρώτη φορά που επέλεγε συνειδητά να συγκρουστεί για το επάγγελμα που ονειρευόταν.

Χορεύοντας στην πρώτη παράσταση της Επιδαύρου, επιλογή του Ροντήρη μαζί με τη Χρονοπούλου

Η ευκαιρία ήρθε όταν ο Δημήτρης Ροντήρης αναζητούσε χορεύτριες για τον Χορό του Εθνικού Θεάτρου. Στην οντισιόν παρουσιάστηκαν εξήντα νέες γυναίκες και επιλέχθηκαν είκοσι. Ανάμεσά τους βρίσκονταν η Μάρω Κοντού και η Μαίρη Χρονοπούλου.

Η πιο σκληρή αντίδραση δεν ήρθε από τη μητέρα της αλλά από τη γιαγιά της, μια μορφωμένη γυναίκα από τη Σμύρνη με βαθιά συντηρητικές αντιλήψεις. Για εκείνη, το θέατρο εξακολουθούσε να είναι ένας χώρος που δεν ταίριαζε σε μια «καλή» κοπέλα. Η προσβολή που εκστόμισε έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της Κοντού και, όπως παραδεχόταν αργότερα, επηρέασε για χρόνια τον τρόπο με τον οποίο στεκόταν, ντυνόταν και παρουσιαζόταν δημόσια. Ήθελε διαρκώς να αποδεικνύει ότι μπορούσε να είναι ηθοποιός χωρίς να προδώσει την αξιοπρέπειά της.

Το 1954 βρέθηκε στην Επίδαυρο, στον «Ιππόλυτο» του Ροντήρη, στην παράσταση που εγκαινίασε τον θεσμό των Επιδαυρίων. Τα καλοκαίρια συμμετείχε στον Χορό των αρχαίων έργων και τον χειμώνα πλαισίωνε τις παραστάσεις του Εθνικού. Για τεσσεράμισι χρόνια παρατηρούσε καθημερινά την Κατίνα Παξινού, τον Αλέξη Μινωτή, την Άννα Συνοδινού και τους ηθοποιούς που καθόρισαν τη μεταπολεμική σκηνή. Η παρουσία της στην Επίδαυρο προηγήθηκε της φήμης της. Προηγήθηκαν, επίσης, η ακριβής κίνηση, η αίσθηση του ρυθμού, η αναμονή στα παρασκήνια και η πειθαρχία που σου επιβάλλει ένας μεγάλος οργανισμός όπως το Εθνικό Θέατρο.

Όταν έλαβε άδεια ηθοποιού ως «εξαιρετικό ταλέντο», άρχισαν οι προτάσεις από το ελεύθερο θέατρο. Η πρώτη περιπέτεια είχε κάτι από τη φύση του επαγγέλματος: Ο Δημήτρης Μυράτ την πλήρωσε για μια παράσταση που δεν ανέβηκε ποτέ. Ακολούθησε ο θίασος του Ντίνου Ηλιόπουλου και μια μεγάλη περιοδεία σε Ελλάδα και Κύπρο με το «Φωνάζει ο κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και την «Κυρία του κυρίου» των Τσιφόρου και Βασιλειάδη.

Σε μία από αυτές τις παραστάσεις την είδε ο Άλκης Στέας και τη σύστησε στον Δημήτρη Χορν. Η ίδια έλεγε ότι δεν είχε αυτοπεποίθηση. Ο Χορν επέμεινε και της έδωσε τον πρώτο μεγάλο πρωταγωνιστικό ρόλο της στην αθηναϊκή σκηνή, στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ. Έμεινε μαζί του τρεις σεζόν. Από την Επίδαυρο και την πειθαρχία του Χορού είχε περάσει πλέον στην πρώτη γραμμή, πλάι στον σημαντικότερο ίσως πρωταγωνιστή της εποχής.

Η «Μαύρη Φορντ» του Χατζιδάκι, πάνω σε ένα κουτί άφιλτρα

Το 1962 ήρθε η «Οδός Ονείρων». Σε εκείνη την παράσταση συναντήθηκαν ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Γκάτσος, ο Αλέξης Σολομός, ο Δημήτρης Χορν, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρω Κοντού, ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο Γιώργος Μαρίνος. Σήμερα η απαρίθμηση των ονομάτων μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική. Τότε αποτελούσαν μια θεατρική παρέα με ανταγωνισμούς, ανασφάλειες και πρόβες που δεν πήγαιναν πάντα όπως είχαν σχεδιαστεί.

Η Κοντού ένιωσε ότι είχε παραμεριστεί επειδή δεν είχε δικό της νούμερο και έφυγε από τη γενική δοκιμή. Επέστρεψε όταν της είπαν ότι ο Χατζιδάκις είχε γράψει κάτι ειδικά για εκείνη. Ο συνθέτης τής διάβασε τη «Μαύρη Φορντ», γραμμένη πάνω σε ένα κουτί άφιλτρα τσιγάρα. Εκείνη έβαλε τα κλάματα επειδή δεν της άρεσε. Ο Χορν τής είπε ότι δεν καταλάβαινε τι είχε στα χέρια της και προέβλεψε πως από την παράσταση θα έμεναν η «Μαύρη Φορντ» και το «Ηθοποιός σημαίνει φως».

Η ιστορία της «Μαύρης Φορντ» έμεινε θρυλική όχι μόνο επειδή ο Χατζιδάκις τής χάρισε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του, αλλά επειδή η ίδια είχε την ειλικρίνεια να ομολογεί ότι, όταν το άκουσε πρώτη φορά, δεν κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί. Χρειάστηκε ο Δημήτρης Χορν να της εξηγήσει ότι μπροστά της βρισκόταν ένα τραγούδι που θα ξεπερνούσε την ίδια την παράσταση.

«Εμείς του θεάτρου σνομπάραμε τον κινηματογράφο»

Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1954, στο «Χαρούμενο ξεκίνημα», σε έναν βουβό ρόλο. Ως πρώτη ουσιαστική ταινία της θεωρούσε «Τα κίτρινα γάντια» του Αλέκου Σακελλάριου, το 1960. Τότε οι ηθοποιοί του θεάτρου αντιμετώπιζαν τον κινηματογράφο με συγκατάβαση. Για την Κοντού, που δεν προερχόταν από εύπορη οικογένεια, ήταν και ένας τρόπος να κερδίσει χρήματα.

Κάποια στιγμή είπε στον Χορν ότι ήθελε να γίνει Βουγιουκλάκη. Εκείνος της ευχήθηκε να μη γίνει λαϊκό είδωλο και τη ρώτησε αν προτιμούσε να μπορεί να παίζει σε καλές δουλειές μέχρι τα ογδόντα της. Η φράση αποδείχθηκε σχεδόν προφητική. Η Κοντού δεν απέκτησε ποτέ τον μύθο της Αλίκης, ούτε επιδίωξε να οικοδομήσει γύρω της μια μόνιμη μηχανή σταρ. Κατάφερε όμως να παραμείνει ηθοποιός για όλη της τη ζωή.

Συμμετείχε σε περισσότερες από πενήντα ταινίες. Στην «Αντιγόνη» του Γιώργου Τζαβέλλα υποδύθηκε την Ισμήνη. Στο «Αλλοίμονο στους νέους» βρέθηκε μέσα σε μια από τις ωραιότερες κινηματογραφικές μεταφορές θεατρικού έργου της εποχής. Στα «Κίτρινα γάντια» έπαιξε τη σύζυγο του παθολογικά ζηλιάρη Νίκου Σταυρίδη. Στον «Φίλο μου τον Λευτεράκη» στάθηκε απέναντι στον Ντίνο Ηλιόπουλο. Στο «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» σχημάτισε με τον Αλέκο Αλεξανδράκη ένα ζευγάρι που εξέφραζε τη νέα αστική Αθήνα της δεκαετίας του ’60. Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα έκανε δεκατρείς ταινίες, ανάμεσά τους τις «Ο γεροντοκόρος», «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι» και «Κρίμα το μπόι σου».

Η κινηματογραφική της εικόνα δεν ήταν ενιαία, είχε όμως σταθερά χαρακτηριστικά. Υποδυόταν συχνά γυναίκες ώριμες, κομψές, ευφυείς, με κοινωνική άνεση και με ικανότητα να αντιστρέφουν το παιχνίδι απέναντι σε άνδρες οι οποίοι πίστευαν ότι το ελέγχουν. Το σώμα της χορεύτριας, η χαμηλή φωνή, η στάση, το βλέμμα που μπορούσε να γίνει ειρωνικό χωρίς υπερβολή, συνέθεταν έναν γυναικείο τύπο διαφορετικό από την αφελή ενζενί, τη μοιραία ξανθιά ή τη λαϊκή κωμική ηρωίδα.

Η κυρία Κοκοβίκου

Στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, το 1965, η Μάρω Κοντού και ο Γιώργος Κωνσταντίνου υποδύθηκαν ένα ζευγάρι που συζεί επί χρόνια σε ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι. Ο Αντωνάκης αρνείται τον γάμο, η Ελένη περιμένει, το σπίτι γύρω τους κατεδαφίζεται και η σχέση φτάνει στο τέλος της ακριβώς τη στιγμή που υποτίθεται ότι τακτοποιείται κοινωνικά.

Η ταινία αγαπήθηκε για τις ατάκες και τις ερμηνείες της, αλλά η διάρκειά της οφείλεται και σε κάτι που ξεπερνά την κωμωδία. Κατέγραψε μια Αθήνα που εξαφανιζόταν κάτω από τις μπουλντόζες και ένα ζευγάρι παγιδευμένο ανάμεσα στην παλιά και στη νέα κοινωνική συνθήκη. Η Ελένη Κοκοβίκου ζει χωρίς γάμο, εργάζεται μέσα στο σπίτι, ανέχεται την αυταρχικότητα του Αντωνάκη και τελικά τον εγκαταλείπει. Η έξοδός της από το σπίτι είναι ήσυχη. Ακριβώς γι’ αυτό έχει βάρος.

Στον ρόλο αυτόν συγκεντρώθηκαν πολλά από τα στοιχεία της Κοντού: το μέτρο, η εσωτερική κωμωδία, η αποφασιστικότητα χωρίς φωνές, η δυνατότητα να περάσει μέσα σε λίγα λεπτά από την καθημερινή γκρίνια στην απογοήτευση και από εκεί στην ανεξαρτησία. Η κυρία Κοκοβίκου έγινε ένας από τους γνωστότερους γυναικείους χαρακτήρες του ελληνικού κινηματογράφου επειδή αναγνώρισαν σε αυτήν πολλές γυναίκες τη δική τους καθυστερημένη απόφαση να μην περιμένουν άλλο.

Η ζωή μετά το τέλος της κινηματογραφικής ακμής

Όταν ο εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος άρχισε να παρακμάζει στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η Κοντού δεν αιφνιδιάστηκε. Θεωρούσε φυσικό κάθε καλλιτεχνικός κύκλος να γνωρίζει ακμή και κάμψη. Επέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά στο θέατρο, κυρίως στην ελληνική κωμωδία, την οποία δεν αντιμετώπισε ποτέ ως κατώτερο είδος.

Έπαιξε Τσιφόρο και Βασιλειάδη, Γιαλαμά και Πρετεντέρη, Δημήτρη Ψαθά. Οι παραστάσεις έκαναν μεγάλες ουρές. Υπήρξε συνθιασάρχισσα με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Κώστα Βουτσά και τον Γιώργο Κωνσταντίνου, σε μια εποχή που ο θιασάρχης δεν δάνειζε απλώς το όνομά του στην παραγωγή. Αναλάμβανε οικονομικό ρίσκο, συγκροτούσε θίασο, επέλεγε έργο, περιόδευε, παρακολουθούσε καθημερινά την κίνηση του ταμείου.

Συνεργάστηκε αργότερα με τον Λάκη Λαζόπουλο στο «Τι είδε ο Γιαπωνέζος», με τον Σταμάτη Κραουνάκη, ενώ το 2012 έπαιξε τη βασίλισσα Ελισάβετ στο έργο του Ντάριο Φο «Ελισάβετ – Μια γυναίκα από σύμπτωση». Η θεατρική της πορεία ξεπέρασε τις ενενήντα παραγωγές. Δεν την ενδιέφερε να επαναλαμβάνει επ’ αόριστον τις επιτυχίες της νεότητάς της. Όταν αισθάνθηκε ότι είχε αρχίσει να κάνει παραστάσεις που δεν την εξέφραζαν, σταμάτησε.

Η σχέση της με το παρελθόν ήταν ασυνήθιστη για μια ηθοποιό που είχε ταυτιστεί τόσο έντονα με τη λεγόμενη χρυσή εποχή. Δεν το εξιδανίκευε. Έλεγε ότι θεωρεί τα παλιά ντεμοντέ, λάτρευε τους νέους και έκανε παρέα μαζί τους, είχε μεγάλη περιέργεια για κάθε τι νέο.

Οι δύο γάμοι και ο τελευταίος έρωτας στα 67

Παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, ένας από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την εικόνα των ταινιών της Finos Film. Υπήρξε η πρώτη μεγάλη της αγάπη. Ο γάμος τελείωσε, η σχέση όμως μετατράπηκε σε βαθιά φιλία. Όταν εκείνος αρρώστησε βαριά, τον πήρε στο σπίτι της και τον φρόντισε έως το τέλος.

Ο δεύτερος γάμος της ήταν με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Δεν απέκτησε παιδιά, ένα θέμα για το οποίο μίλησε πολλές φορές χωρίς να ζητήσει την έγκριση ή τη συμπάθεια του κοινού. Η προσωπική της ζωή είχε έρωτες, αποχωρισμούς, δύο γάμους και έναν τελευταίο μεγάλο έρωτα στα 67 της χρόνια. Στην τελευταία τηλεοπτική της συνέντευξη στη Νίκη Λυμπεράκη πριν από λίγες εβδομάδες, έλεγε ότι τα είχε ζήσει όλα: Είχε κυνηγήσει και την είχαν κυνηγήσει, είχε γελάσει και είχε κλάψει. Η φράση δεν είχε τον τόνο ενός τελικού απολογισμού. Έμοιαζε περισσότερο με διαπίστωση ανθρώπου που δεν αισθανόταν ότι του χρωστούσε κάτι η ζωή.

«Ήθελα να βγω από το χρυσό μου κλουβί» είπε και… μπήκε στην πολιτική

Κάποια στιγμή αποφάσισε να απομακρυνθεί από τον προστατευμένο κόσμο του θεάτρου και να δοκιμαστεί στην πολιτική. Εξελέγη δημοτική σύμβουλος Αθηναίων το 1994 και παρέμεινε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση για επτά χρόνια, δίπλα στον Δημήτρη Αβραμόπουλο. Διετέλεσε πρόεδρος του «Αθήνα 9,84» και του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα». Αργότερα βρέθηκε στη Βουλή με τη Νέα Δημοκρατία, υπηρετώντας τρεις σύντομες κοινοβουλευτικές θητείες.

Η εμπειρία την απογοήτευσε. Περίμενε ότι η πολιτική θα σήμαινε πρακτική προσφορά και βρέθηκε, όπως έλεγε, μέσα σε ένα σύστημα εσωστρεφές, γεμάτο προσωπικές φιλοδοξίες. Η κοινοβουλευτική εμπειρία δεν επιβεβαίωσε τις προσδοκίες της. Περίμενε έναν χώρο προσφοράς και βρέθηκε μπροστά σε μια πραγματικότητα που την απομάκρυνε γρήγορα. Δεν έκρυψε ποτέ ότι δεν ένιωσε να ανήκει εκεί.

Η πολιτική περίοδος δεν αντικατέστησε την προηγούμενη ταυτότητά της, ούτε έγινε νέο κέντρο της δημόσιας εικόνας της. Παρέμεινε ένα κεφάλαιο μιας ζωής που δεν φοβήθηκε να αλλάξει κατεύθυνση, ακόμη και όταν η νέα διαδρομή δεν αποδείχθηκε όπως την είχε φανταστεί.

Δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στη νοσταλγία

Η ζωή της δύσκολα χωρά σε έναν χαρακτηρισμό. Υπήρξε το κορίτσι που μεγάλωσε σε μια αθηναϊκή γειτονιά πριν από την αντιπαροχή, η χορεύτρια που βρέθηκε στην πρώτη παράσταση της Επιδαύρου, η ηθοποιός που έμαθε το θέατρο δίπλα στην Παξινού και στον Μινωτή, η πρωταγωνίστρια που έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της Finos Film, η γυναίκα που δοκιμάστηκε στην πολιτική, η ζωγράφος, η φίλη, η ερωτευμένη μέχρι τα 67 της χρόνια.

Δεν έπαψε ποτέ να αντιμετωπίζει το θέατρο ως δουλειά και όχι ως μύθο. Ίσως γι’ αυτό η πορεία της άντεξε περισσότερο από την εποχή που τη γέννησε. Οι ταινίες της διατηρούν σήμερα την αξία τους όχι μόνο επειδή ξαναβλέπουμε μέσα τους μια άλλη Ελλάδα, αλλά επειδή η παρουσία της δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στη νοσταλγία. Ήταν πάντα στραμμένη, όπως έλεγε και η ίδια, προς το επόμενο βήμα.

Οι 5 εμβληματικοί ρόλοι

Ανάμεσα στις ταινίες που σφράγισαν την κινηματογραφική της διαδρομή, ξεχωρίζουν πέντε ρόλοι που ανέδειξαν διαφορετικές πλευρές του ταλέντου της: τη λεπτή ειρωνεία, τη δυναμική παρουσία και την ξεχωριστή ευαισθησία με την οποία προσέγγιζε τους χαρακτήρες της.

Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα (1965)

Η Ελένη Κοκοβίκου είναι ίσως ο ρόλος με τον οποίο ταυτίστηκε περισσότερο η Μάρω Κοντού. Στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, η ηθοποιός υποδύεται μια γυναίκα που βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αντιλήψεις και τα στερεότυπα της εποχής γύρω από τον γάμο, αλλά σταδιακά διεκδικεί τον δικό της χώρο και τη δική της φωνή. Πίσω από την ανάλαφρη κωμωδία και τις ατάκες που «έγραψαν» στον χρόνο, η ταινία αποτυπώνει με οξυδέρκεια τις αλλαγές που άρχιζαν να διαμορφώνονται στην ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1960, αλλά και τη σύγκρουση ανάμεσα σε έναν παραδοσιακό ανδρικό ρόλο και μια νέα αντίληψη για τη θέση της γυναίκας.

Η χημεία των Μάρως Κοντού και Γιώργου Κωνσταντίνου (Αντωνάκης) υπήρξε ένα από τα στοιχεία που έκαναν την ταινία διαχρονική. Η επιτυχία της ταινίας, μάλιστα, ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, έχοντας διακριθεί στο εξωτερικό, με συμμετοχή στο Φεστιβάλ Βερολίνου και βράβευση στο Φεστιβάλ Σικάγου.

Τα κίτρινα γάντια (1960)

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές κωμωδίες της δεκαετίας του 1960, τα «Κίτρινα γάντια» φέρουν τη σφραγίδα του Αλέκου Σακελλάριου, ο οποίος υπογράφει τη σκηνοθεσία, ενώ το σενάριο φέρει την υπογραφή του ίδιου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου. Με πρωταγωνιστές τον Νίκο Σταυρίδη, τον Μίμη Φωτόπουλο και τη Μάρω Κοντού, η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από μια σειρά παρεξηγήσεων και κωμικών ανατροπών, αποτυπώνοντας το ύφος της αστικής κωμωδίας που κυριάρχησε στον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής.

Η ηθοποιός, στον ρόλο της Ρένας, αναδεικνύει ήδη από αυτή την περίοδο την κωμική της πλευρά, με μια παρουσία που συνδυάζει κομψότητα και ζωντάνια.

Ο φίλος μου ο Λευτεράκης (1963)

Η κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλομοιράκη, βασίζεται στο σενάριο του Σακελλάριου και ξετυλίγεται γύρω από μια σειρά παρεξηγήσεων που προκύπτουν από τα ψέματα ενός συζύγου. Η Μάρω Κοντού, στον ρόλο της Φωφώς Βλάσση, ξεχωρίζει για την υποκριτική της ακρίβεια και το μέτρο με το οποίο υπηρετεί την κωμωδία, δίπλα στους Ντίνο Ηλιόπουλο και Κώστα Βουτσά.

Στην ταινία, η δύναμη των διαλόγων, οι παρεξηγήσεις και η χημεία των ηθοποιών μετατρέπουν μια καθημερινή ιστορία σε διαχρονική κωμωδία.

Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη (1968)

Η κωμωδία του Ντίνου Δημόπουλου, βασισμένη στο θεατρικό έργο των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της κωμωδίας της ύστερης δεκαετίας του ’60. Η Μάρω Κοντού, στον ρόλο της Ιταλίδας Μπιάνκα, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορίας παρεξηγήσεων γύρω από μια επινοημένη «ξένη» ταυτότητα που αποκαλύπτει την ελληνική προσδοκία για κοινωνική αποδοχή και ευρωπαϊκό αέρα. Δίπλα στον Αλέκο Αλεξανδράκη, αποτυπώνει με φυσικότητα μια ηρωίδα που ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και τον ρομαντισμό.

Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι (1968)

Η κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, βασισμένη στο θεατρικό έργο «Μια κυρία ατυχήσασα» των Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, φέρνει τη Μάρω Κοντού απέναντι στον Λάμπρο Κωνσταντάρα σε μια ιστορία αλλαγής και συναισθηματικών ανατροπών. Στον ρόλο της Μαίρης Χατζηθωμά-Κωνσταντινίδου, η Κοντού γίνεται ο καταλύτης που ανατρέπει τη ζωή του αυστηρού πλοιάρχου Λεωνίδα Πετρόχειλου, σε μια ταινία που συνδυάζει το χιούμορ με το σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Κωνσταντίνου στη Μάρω Κοντού

Την αγαπημένη του φίλη, Μάρω Κοντού ή αλλιώς «Ελενίτσα» από την ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» που έπαιξαν μαζί, αποχαιρέτισε ο Γιώργος Κωνσταντίνου με μία συγκινητική ανάρτηση στα social media, αναφερόμενος σε μία σπουδαία κυρία, ενώ παράλληλα σημείωσε, πως η ηθοποιός δεν τήρησε την υπόσχεση που είχαν δώσει.

Το πρωί της Τετάρτης 15 Ιουλίου, η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών και λίγες ώρες αργότερα ο Γιώργος Κωνσταντίνου εξέφρασε τη θλίψη του για την απώλεια της αγαπημένης του φίλης και συναδέλφου του μέσω δημοσίευσης στο Facebook. Ο ηθοποιός τόνισε πως περνάει δύσκολες στιγμές με την είδηση του θανάτου ενός τόσο αγαπημένου του προσώπου, ενώ παράλληλα ζήτησε σεβασμό στο πένθος του.

Κοινοποιώντας μία φωτογραφία του με τη Μάρω Κοντού, ο ηθοποιός ή αλλιώς ο «Αντωνάκης» έγραψε για την εκλιπούσα: «Αντίο Ελενίτσα μου. Άλλα είχαμε συμφωνήσει. Μεγάλη παράκληση. Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω σε όλα αυτά τα τηλεφωνήματα. Καταλαβαίνω απόλυτα τη δουλειά σας, αλλά παρακαλώ να καταλάβετε κι εμένα. Έφυγε μια σπουδαία φίλη. Μια σπουδαία κυρία. Όλα τα άλλα δεν έχουν κανένα νόημα. Ούτε οι βαρύγδουπες δηλώσεις ούτε τίποτα. Η Μάρω ήταν και θα είναι ένα αγαπημένο πρόσωπο».

Δείτε την ανάρτησή του

Ο αποχαιρετισμός του Γιώργου Κωνσταντίνου στη Μάρω Κοντού: «Αντίο Ελενίτσα μου, άλλα είχαμε συμφωνήσει»

Σχετικά Άρθρα