ΗΠΑ: Γονατίζουν ακόμη και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις των ΗΠΑ από το ενεργειακό κόστος
✨Η ενεργειακή αβεβαιότητα και τα υψηλά επιτόκια επιβαρύνουν σημαντικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, προκαλώντας αυξημένο λειτουργικό κόστος και πολιτική δυσαρέσκεια.
✨Παρά τη μείωση του πληθωρισμού τον Ιούνιο, η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και τα αυξανόμενα κόστη καυσίμων επιδεινώνουν την οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων.
✨Οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και οι ασταθείς δασμολογικές πολιτικές δυσκολεύουν την απορρόφηση κόστους από τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
✨Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα διατηρεί αυστηρή νομισματική πολιτική, ενώ οι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες χρηματοδότησης και αναβάλλουν επενδύσεις λόγω αβεβαιότητας και αυξημένων επιτοκίων.
Η ενεργειακή αβεβαιότητα, σε συνδυασμό με τα υψηλά επιτόκια και το αυξημένο λειτουργικό κόστος έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για εκατομμύρια επιχειρηματίες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, γεγονός που δημιουργεί και πολιτική δυσαρέσκεια ενώ φόβοι εκφράζονται και για νέο κύμα αύξησης του πληθωρισμού.
Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες τον περασμένο Ιούνιο, το ενεργειακό κόστος παραμένει γάγγραινα για τις αμερικανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εξακολουθούν να κινούνται σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, καθώς η νέα άνοδος στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου απειλεί ν’ ανατρέψει κάθε θετική εξέλιξη, μετά και τις αλλεπάλληλες αλλαγές στα δασμολογικά καθεστώτα εισαγωγής εμπορευμάτων ξένων κρατών.
Σύμφωνα με το BBC, τα τελευταία στοιχεία του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας (BLS) έδειξαν ότι ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,5% τον Ιούνιο, από 4,2% τον Μάιο, κυρίως χάρη στη μείωση του ενεργειακού κόστους και των τιμών της βενζίνης. Ωστόσο, η ανάσα αυτή αποδείχθηκε προσωρινή. Μέσα σε λίγες ημέρες, οι διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προκάλεσαν νέο άλμα στην τιμή του πετρελαίου Brent, η οποία άγγιξε τα 87 δολάρια το βαρέλι, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ άρχισε και πάλι να αυξάνεται.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε υψηλότερα λειτουργικά έξοδα. Οι εταιρείες μεταφορών, τα καταστήματα λιανικής, οι βιοτεχνίες, οι επιχειρήσεις εστίασης και όσοι εξαρτώνται από καθημερινές μετακινήσεις βλέπουν το κόστος καυσίμων να συμπαρασύρει προς τα πάνω σχεδόν κάθε δαπάνη. Από τις μεταφορές πρώτων υλών μέχρι τις παραδόσεις προϊόντων και τη λειτουργία των εγκαταστάσεων, η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή του συνολικού κόστους.
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν περιορίζεται μόνο στα καύσιμα. Οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων συνεχίζονται, ενώ ακριβότερα παραμένουν το κρέας, τα γαλακτοκομικά, τα δημητριακά και τα γεύματα εκτός σπιτιού.
Έτσι, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εστίαση και το λιανεμπόριο καλούνται ν’ απορροφήσουν αυξήσεις που δύσκολα μπορούν να μετακυλήσουν εξ ολοκλήρου στους καταναλωτές, καθώς η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών παραμένει πιεσμένη. Το γεγονός επιτείνεται από τις προηγούμενες παλινωδίες Τραμπ σε συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα, με δασμούς που ανεβοκατέβαιναν.
Την ίδια ώρα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) εξακολουθεί να διατηρεί αυστηρή στάση απέναντι στον πληθωρισμό. Ο νέος πρόεδρός της, Κέβιν Γουόρς, έχει καταστήσει σαφές ότι προτεραιότητα αποτελεί η σταθερότητα των τιμών, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει διατήρηση ή και νέα αύξηση των επιτοκίων. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε περαιτέρω τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες στηρίζονται στον τραπεζικό δανεισμό για επενδύσεις, αγορά εξοπλισμού ή κάλυψη των καθημερινών αναγκών τους.
Τα υψηλά επιτόκια κάνουν τον δανεισμό ακριβότερο και περιορίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης. Πολλοί επιχειρηματίες αναβάλλουν επενδύσεις, προσλήψεις προσωπικού ή επέκταση της δραστηριότητάς τους, καθώς το κόστος χρηματοδότησης έχει αυξηθεί σημαντικά. Παράλληλα, η αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων.
Ενδεικτικό του κλίματος είναι ότι πάνω από ένας στους πέντε ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ δηλώνει πλέον ότι ο πληθωρισμός αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει, σύμφωνα με την Εθνική Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Επιχειρήσεων (NFIB). Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων σχεδόν δύο ετών, γεγονός που αποτυπώνει την έντονη ανησυχία στον επιχειρηματικό κόσμο.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αν η ένταση στη Μέση Ανατολή διατηρήσει τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα, ο πληθωρισμός ενδέχεται να επιταχυνθεί εκ νέου τους επόμενους μήνες. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Fed δύσκολα θα προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων, παρά τις πιέσεις του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για φθηνότερο δανεισμό.
Έτσι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα διπλό βάρος: από τη μία το αυξημένο ενεργειακό κόστος που συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και από την άλλη τα υψηλά επιτόκια που περιορίζουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Για πολλούς επιχειρηματίες, οι επόμενοι μήνες θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία αντοχής, καθώς θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στη συγκράτηση των τιμών, τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την επιβίωση των επιχειρήσεών τους