Έρευνα libre: Χαρτογραφώντας το φαινόμενο της “δεύτερης δουλειάς” στην Ελλάδα- Επιλογή ή ανάγκη;

✨Η δεύτερη εργασία στην Ελλάδα είναι δύσκολο να χαρτογραφηθεί φορολογικά, ενώ η επίσημη αναφορά της είναι μόλις 1,5%, αλλά η τάση αυξάνεται.
✨Πολλοί εργαζόμενοι αποκτούν εισόδημα από freelancing, εποχιακές εργασίες και ψηφιακές πλατφόρμες, δημιουργώντας μια οικονομία πολλαπλών, μικρών πηγών εισοδήματος.
✨Σύμφωνα με τον e-ΕΦΚΑ, σχεδόν 346.000 ασφαλισμένοι συνδυάζουν μισθωτή εργασία με ελευθεροεπαγγελματική δραστηριότητα, υποδεικνύοντας αυξανόμενη ανάγκη για δεύτερη απασχόληση.
✨Ο χαμηλός μέσος μισθός και οι οικονομικές κρίσεις οδηγούν πολλούς εργαζόμενους σε πολλαπλές δουλειές για να καλύψουν το κόστος διαβίωσης και τη ζωή τους.
Στην ερώτηση πόσοι Ελληνες κάνουν δεύτερη δουλειά δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Μπορεί, ο καθένας στο μικροκοσμό του και στη δική του κοινωνική φούσκα να ακούει ότι υπάρχουν πράγματι αρκετοί που αποκομίζουν εισόδημα από μία δεύτερη απασχόληση εκτός από την πρώτη δουλειά τους, ωστόσο στην Ελλάδα αυτή η δεύτερη απασχόληση χαρτογραφείται δύσκολα και εντοπίζεται (φορολογικά) ακόμα πιο δύσκολα. Ωστόσο υπάρχουν και οι ενδείξεις που μάς δείχνουν ότι αυτή η τάση αυξάνεται.
Πρώτα, ας δούμε τα επίσημα στοιχεία που σίγουρα κατεδεικνύουν τη δυσκολία του εγχειρήματος της χαρτογράφησης. Σύμφωνα μ’ αυτά, οι εργαζόμενοι που δηλώνουν επίσημα ότι δουλεύουν και σε δεύτερη εργασία είναι πάρα πολύ λίγοι, μόλις το 1,5% του σχετικού συνόλου. Είναι όμως αρκετά περισσότεροι οι εργαζόμενοι που εργάζονται υπερωριακά και πολύ περισσότεροι όσοι αποκτούν εισόδημα από “ελεύθερες” ή περιστασιακές επαγγελματικές δραστηριότητες.
Η οικονομία της δεύτερης εργασίας
Να δώσουμε παραδείγματα για να γίνει κατανοητό ότι το “μέγεθος” της οικονομίας της δεύτερης εργασίας είναι αρκετά μεγαλύτερο από ότι δείχνουν τα πραγματικά νούμερα. Ουδείς εκπαδευτικός, πλην σπανιότατων εξαιρέσεων, δηλώνει τα ιδιαίτερα μαθήματα που κάνει είτε με φυσική παρουσία είτε on line. Σε δουλειές όποιουδήποτε τύπου με τη μορφή του freelance είναι και πάλι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο της φοροαποφυγής, ιδιαίτερα αν μιλάμε για μικρά ποσά αμοιβής.
Υπάρχουν δε εργαζόμενοι που αναζητούν και παίρνουν δεύτερο μεροκάματο, σε αγροτικές εργασίες ή εργασίες υδραυλικού ή ηλεκτρικού χωρίς επίσης να τις δηλώνουν. Η γκάμα είναι ατελείωτη, θα μπορούσαμε να γράφουμε για ώρες. Τις δε εποχιακές εργασίες μερικής απασχόλησης δεν τις αναφέρουμε καν.
Φαίνεται επίσης, χωρίς αυτό να “χαρτογραφείται” αντιστοίχως, ότι η χρήση μεθόδων της gig economy παίζει το δικό τους ξεχωριστό ρόλο. Μία δουλειά που μπορεί να γίνεται μέσα σε δύο ώρες ή μόνο σε μία ημέρα της εβδομάδας (ειδικά σε τομείς της σύγχρονης τεχνολογίας) δεν είναι δυνατόν να εντοπιστούν από το φορολογικό σύστημα. Ωστόσο, αποφέρουν χρήματα στους επαγγελματίες που τις προτιμούν ή “εξαναγκάζονται” σ’ αυτές. Ακόμα και στο Τik-Tok μπορεί να δουλέψει κανείς σήμερα, όπως παρουσιάσαμε σε άλλο ρεπορτάζ του Libre προ μηνός.
Είναι, λοιπόν, σαφές ότι δεν μιλάμε πλέον μόνο για μια δεύτερη σύμβαση εργασίας. Αντιθέτως, πρόκειται για μία κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα “παράγεται” από πολλές μικρές πηγές: λίγες ώρες freelancing, περιστασιακές υπηρεσίες, ψηφιακές πλατφόρμες, εποχική απασχόληση ή μικρές ιδιωτικές δουλειές.
Οι Ελληνες δουλεύουν πολύ και παντού
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα και αν κανείς εκμεταλλεύεται τα όποια “πλεονεκτήματα” της gig economy, οι στατιστικές δείχνουν ότι οι Ελληνες δουλεύουν πολύ (φανταστείτε να υπήρχε πρόσβαση και στις εντελώς αχαρτογράφητες ασχολίες).
Ο ΟΟΣΑ έχει καταδείξει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια ότι ένα μεγάλο μέτος των εργαζόμενων στην Ελλάδα σχετίζεται με πολλαπλές μορφές απασχόληση. Την ίδια ώρα η Eurofound έχει αποδείξει ότι οι Ελληνες συγκαταλέγονται στους Ευρωπαίους με τις περισσότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας.
Ταυτόχρονα συμβαίνει και το ακόλουθο: Οπως αναφέρει ο e-ΕΦΚΑ, η ετήσια εκκαθάριση ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2024 αφορούσε 345.993 ασφαλισμένους με παράλληλη μισθωτή απασχόληση και μη μισθωτή δραστηριότητα. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Οτι σχεδόν 346.000 άνθρωποι βρέθηκαν στο σύστημα του e-ΕΦΚΑ ως πρόσωπα που συνδύαζαν τη μισθωτή εργασία με τη δραστηριότητα ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή αυτοαπασχολούμενοι. Δείχνει μία συγκεκριμένη τάση το συγκεκριμένο στοιχείο που σχεδόν σίγουρα είναι μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να “αποδείξει” ο ΕΦΚΑ.
Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι ο μέσος μισθός δεν εξασφαλίζει ποιότητα ζωής σ’ έναν εργαζόμενο και έτσι προκύπτει η ανάγκη εύρεσης δεύτερης απασχόλησης.
Στην Ελλάδα παρατηρείται ένα στοιχείο που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αγνοείται: Πολλοί εργαζόμενοι συγκεντρώνονται σε χαμηλές και μεσαίες αποδοχές ενώ συγκριτικά λίγες θέσεις προσφέρουν μεγάλους ή πολύ μεγάλους μισθούς. Παράλληλα, ένας μισθός συχνά δεν «κλιμακώνεται» με την εμπειρία όσο θα περίμενε κανείς. Φτάνει κάποιος στα 45 και οι αποδοχές του δεν είναι σημαντικά αυξημένες σε σχέση με πριν από 10 χρόνια.
Παράλληλα, σε μία Ελλάδα η οποία την τελευταία 15ετία βίωσε αλλεπάλληλες κρίσεις (οικονομική, υγειονομική, πληθωριστική κτλ) οι εργαζόμενοι αναζητούν διεξόδους έτσι ώστε να διασφαλίσουν περισσότερα χρήματα. Δεν πρόκειται για επιλογή αλλά για έναν έμμεσο εξαναγκασμό στον οποίο οδηγούν οι αυξημένες ανάγκες της σύγχρονης ζωής.
Πλέον, για χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα, ο μισθός δεν είναι πια μία πηγή εισοδήματος, αλλά μόνο η πρώτη από πολλές που χρειάζονται για να βγει ο μήνας.
Τι σημαίνει η δεύτερη δουλειά
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι μόνο πόσοι έχουν δεύτερη δουλειά, αλλά τι σημαίνει αυτή η πολλαπλότητα εισοδημάτων για το πώς ζουν, εργάζονται και σχεδιάζουν το μέλλον τους οι εργαζόμενοι στη χώρα.
Τελικά, αυτό που αποκαλούμε “δεύτερη δουλειά” δεν λειτουργεί πια ως εξαίρεση ή ως συμπληρωματικό εισόδημα σε λίγους κλάδους, αλλά ως ένδειξη μιας ευρύτερης μεταβολής στην αγορά εργασίας. Για ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων, ο μισθός από μία μόνο απασχόληση δεν επαρκεί για να καλύψει το συνολικό κόστος διαβίωσης.
Έτσι, η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από πολλαπλές δραστηριότητες, διαφορετικά ωράρια και ευκαιριακές πηγές εισοδήματος. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτυπώνει μόνο οικονομική πίεση, αλλά και μια νέα εργασιακή κανονικότητα, όπου η σταθερότητα δίνει τη θέση της στην ευελιξία της ανάγκης. Και το ζητούμενο πλέον δεν είναι αν αυτό είναι προσωρινό, αλλά αν έχει γίνει μόνιμο.
Και κάτι τελευταίο: Η πολιτεία καλείται να “εντοπίσει” και να καταγράψει το φαινόμενο, όχι μόνο για φορολογικούς λόγους αλλά και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης.