Ζούπης, Σεριάτος, Πιστόλας αναλύουν στο libre τις πολιτικές ανακατατάξεις μετά την εμφάνιση Τσίπρα, Καρυστιανού

✨Το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα αλλάζει ραγδαία με την ίδρυση νέων κομμάτων από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού, ενώ εξετάζεται και τρίτος φορέας υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
✨Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ρευστότητα, με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί προβάδισμα, αλλά το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ να χάνει έδαφος έναντι των νέων κομμάτων του Τσίπρα και της Καρυστιανού.
✨Οι ειδικοί προβλέπουν σημαντικές ανακατατάξεις, με μάχη τριών κομμάτων για τη δεύτερη θέση και τον ρόλο των νέων κομμάτων να κρίνεται από την τακτική τους και την απήχησή τους.
✨Η Νέα Δημοκρατία αναμένεται να παραμείνει πρώτη, ενώ τα νέα κόμματα επηρεάζουν κυρίως την αντιπολίτευση και το κέντρο, προκαλώντας μετατοπίσεις στο πολιτικό πεδίο.
Το πολιτικό σκηνικό βιώνει μια περίοδο έντονης κινητικότητας και ανακατατάξεων, η οποία επαναπροσδιορίζει τις ισορροπίες και δημιουργεί νέα δεδομένα για το μέλλον της διακυβέρνησης. Με αφορμή την επίσημη ίδρυση δύο νέων κομμάτων, του Αλέξη Τσίπρα (ΕΛΑΣ) και της Μαρίας Καρυστιανού (Ελπίδα για τη Δημοκρατία) αλλά και την πυκνή φημολογία που περιβάλλει την πιθανή ανακοίνωση ενός τρίτου πολιτικού φορέα υπό τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, το libre φιλοξενεί τις αναλύσεις τριών διακεκριμένων ειδικών. Του Διευθυντή Ερευνών της OPINION POLL και Πολιτικού Αναλυτή Ζαχαρία Ζούπη, του Επιστημονικού Διευθυντή της Prorata Άγγελου Σεριάτου και του Εκλογικού αναλυτή Απόστολου Πιστόλα.
Η συζήτηση έρχεται σε μια συγκυρία όπου η κοινωνία αναζητά διεξόδους, γεγονός που αποτυπώνεται καθαρά και στα ευρήματα των τελευταίων ερευνών της κοινής γνώμης. Συγκεκριμένα, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις των εταιρειών Interview, RealPolls και Alco καταγράφουν μια διάχυτη ρευστότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία τους, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί μεν το προβάδισμα, ωστόσο εμφανίζει σημάδια φθοράς, την ίδια στιγμή που κανένα από τα υφιστάμενα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν δείχνει ικανό να την απειλήσει αυτόνομα.
Επιπλέον, οι μετρήσεις αναδεικνύουν ένα ισχυρό αίτημα των πολιτών για ευρύτερες συγκλίσεις στον χώρο του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς, καθώς και την ανάγκη για ανάδειξη νέων ηγετικών προσώπων.
Ο «χαμένος» εμφανίζεται να είναι το ΠΑΣΟΚ / ΚΙΝΑΛ που εμφανίζεται στην 3η ή 4η θέση, ενώ το κόμμα ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα «κατακτά» τη δεύτερη θέση και το κόμμα Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού την 3η ή την 4η.
Να σημειωθεί ότι το ΠΑΣΟΚ κατήγγειλε ότι «κατά παράβαση της απόφασης του συνδέσμου των εταιρειών δημοσκοπήσεων, δημοσιεύτηκαν δύο δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν τις ίδιες ημέρες, πριν την ίδρυση του κόμματος του κ. Τσίπρα».
Οι τρεις ειδικοί που μιλούν στο libre αποκωδικοποιούν τα μηνύματα μετά την ανακοίνωση των νέων κομμάτων, αναλύουν αν οι νέοι σχηματισμοί μπορούν να λειτουργήσουν ως υποδοχείς της δυσαρέσκειας και εξετάζουν πώς μια ενδεχόμενη κίνηση Σαμαρά θα επηρεάσει τη συνοχή της κυβερνώσας παράταξης.
Ζαχαρίας Ζούπης: Έρχονται μεγάλες αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό από τα νέα κόμματα

Τα νέα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού ιδρύθηκαν και απασχολούν έντονα την επικαιρότητα και τον διάλογο. Εύλογο, αφού και τα δύο φαίνεται να επηρεάζουν διαφορετικούς χώρους στο πολιτικό φάσμα και να οδηγούν σε σημαντική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Είναι δεδομένο, ότι θα φέρουν αναταράξεις και σημαντικές αλλαγές βασικά σε όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης και νομίζω ότι στις έρευνες τις αμέσως επόμενες ημέρες από τις εταιρείες δημοσκοπήσεων του ΣΕΔΕΑ, θα δούμε το μέγεθος των μεταβολών στους πολιτικούς συσχετισμούς. Ας τονίσουμε ωστόσο ότι για την μελέτη τάσεων χρειάζονται δύο ή και τρεις έρευνες και ότι μεν τις πρώτες θα πάρουμε μια καλή γεύση, δεν θα τελειώσει όμως η μάχη.
Ωστόσο, όλο το προηγούμενο διάστημα συσσωρευόταν σημαντικό υλικό τόσο από την μέτρηση δυνητικής ψήφου επί μήνες, όσο και την μελέτη ποιοτικών στοιχείων. Από αυτά προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα:
ΠΡΩΤΟ: Με το δεδομένο ότι και τα δύο κόμματα ελάχιστα αγγίζουν την ΝΔ, ενώ θα πραγματοποιηθεί ένα ξαναμοίρασμα της πολιτικής τράπουλας, λίγο θα θιγεί η ΝΔ. Έτσι θα παραμένει πρώτη και με μεγάλη διαφορά. Σημείωση: Μικρότερες απώλειες δεν σημαίνουν μηδενικές απώλειες. Θα τις δούμε, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το βασικό συμπέρασμα.
ΔΕΥΤΕΡΟ: Η μελέτη της δυνητικής ψήφου και ιδιαίτερα των αναλύσεων, αναδεικνύει το συμπέρασμα, ότι θα έχουμε μια μάχη τριών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, Κόμματος Τσίπρα και Κόμματος Καρυστιανού) για την δεύτερη θέση. Αυτή θα κριθεί από την τακτική του καθένα, την αξιοποίηση των δυνατών σημείων του καθένα από τον ίδιο και των αδυνάτων από τους άλλους, από το στίγμα που θα εκπέμψουν. Θα είναι μάχη που θα έχει διάρκεια και δεν θα κριθεί από τις πρώτες δημοσκοπήσεις που θα δημοσιευτούν.
Το ΠΑΣΟΚ είναι ιστορικό κόμμα, έχει κοινωνικές ρίζες, αλλά έχασε όλο το 2025 ενώ σ’ αυτό έμπαινε με 17%-18% με το κλίμα μετά τις εκλογές για Πρόεδρο, δεν έσβησε τον ΣΥΡΙΖΑ όταν αυτός κατέρρεε, παράτησε το Κέντρο όπου ήταν πρώτο κόμμα στις Ευρωεκλογές και άρχισε να εμφανίζεται δήθεν πιο αριστερό. Δεν έχει πείσει ότι έχει εναλλακτική και ότι μπορεί να βγει πρώτο. Οι άμυνες που θα βγάλει, η αλλαγή στην αντιπολιτευτική πολιτική του θα κρίνει πολλά.
Ο Α. Τσίπρας έχει πολλά από το παρελθόν του. Το περιπετειώδες 2015 και οι επιλογές του, οι αλλεπάλληλες ήττες από τον Κ. Μητσοτάκη, η διακυβέρνηση στο διάστημα 2015-2019 και στην συνέχεια η σταδιακή κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ ξεκινώντας από το 2023 δίνουν όπλα στους αντιπάλους του. Βασίζεται στο ότι κανένας από την Αντιπολίτευση δεν κατάφερε να δημιουργήσει αντίπαλο δέος και στην απελπισία τμημάτων της Κεντροαριστεράς και Αριστεράς να αποκτήσουν ελπίδα. Έχει επικοινωνιακό ταλέντο, εμπειρία και αυτά τα χαρακτηριστικά του θα τον βοηθήσουν.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι ένα νέο πρόσωπο που κανείς δεν μπορεί να αναφερθεί σε κάποιο κυβερνητικό παρελθόν. Κάνει κοινωνικό γκελ και ξεκινάει από μια βάση. Η απειρία της, το στίγμα που θα προσδώσει στο κόμμα της (μίας ΝΙΚΗΣ plus ή κάποιου ευρύτερου μορφώματος) θα παίξουν ρόλο στην πορεία της. Το ξεκίνημά της δεν της έδωσε αέρα, αλλά ας μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα.
Άρα, θα παρακολουθήσουμε μια μάχη τριών και στην συνέχεια πιθανά δύο δυνάμεων για μία θέση. Ένα είναι το σίγουρο. Ο δεύτερος τα παίρνει όλα και θα ενισχυθεί και άλλο ιδιαίτερα αν έχουμε δεύτερες εκλογές.
ΤΡΙΤΟ: Ουσιαστικά μιλάμε για μια ευρύτερη αναδιάταξη. Θα δούμε κόμματα να πιέζονται θανατηφόρα ( ΣΥΡΙΖΑ, ΝΙΚΗ, ΜΕΡΑ 25, ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ,ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ , ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ ) , αλλά και κόμματα όπως ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ, ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ να παρουσιάζουν σοβαρές απώλειες. Αυτά τα κόμματα θα αναζητήσουν άμυνες, θα επιτεθούν σε όσους τους απορροφούν δυνάμεις, θα αναζητήσουν δεξαμενές ψήφων για να αναπληρώσουν τμήμα έστω των απωλειών τους. Άρα θα δούμε έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στα κόμματα.
Ας δούμε όμως τι δείχνει η δυνητική ψήφος για τους δύο νέους παίκτες σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της OPINIONPOLL (4 Μαΐου, ACTION24). Μελετώντας την μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι πάει να γίνει. Σημειώνεται εξ αρχής , ότι η δυνητική ψήφος δεν είναι πρόθεση ψήφου, αλλά περισσότερο μας δείχνει μία « περίμετρο» δυνατοτήτων.
Tο κόμμα Τσίπρα εμφανίζει δυνητική ψήφο (άθροισμα του πολύ και αρκετά πιθανό να το ψηφίσουν) 19.1%. Το 7.7% δηλώνει πολύ και το 11.4% αρκετά. Σε σχέση με την επίδοση δύο μήνες πριν, παρουσιάζει μια αύξηση κατά 4%, κάτι που δείχνει να αποδίδει η κινητικότητα που δείχνει το τελευταίο διάστημα. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι στην ίδια έρευνα το 9.9% τον επέλεγε για Πρωθυπουργό. Το 11.5% απαντά λίγο πιθανό και το 65.9% απαντώντας καθόλου πιθανό ξεκόβει κάθε δυνατότητα. Αντικειμενικά δείχνει μία πολύ σημαντική αντισυσπείρωση. Από ποιους χώρους δείχνει βασικά την μεγαλύτερη δυνατότητα να τραβήξει δυνάμεις; Από τον ΣΥΡΙΖΑ το 60.5 % των δυνάμεών του, δηλαδή τους ψηφοφόρους στις Ευρωεκλογές (32.3% πολύ πιθανό και 28.2%), από την ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 38.7% των ψηφοφόρων της (10.5% πολύ πιθανό και 22.2% αρκετά πιθανό) και από το ΠΑΣΟΚ το 24.4% των ψηφοφόρων του, με την ιδιομορφία βέβαια ότι μόλις το 5.3% δηλώνει πολύ πιθανό και το 19.1% δηλώνει αρκετά πιθανό. Τι δείχνουν αυτά τα στοιχεία: Ότι θα ισοπεδώσει ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, θα πιέσει σοβαρά την ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ και ότι θα επιφέρει πλήγμα στο ΠΑΣΟΚ ανάλογα με τις άμυνες που θα δείξει το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να εισπράξει δυνάμεις και από αλλού, όπως από Κ.Κ.Ε, ΜΕΡΑ 25, αλλά αυτές οι εισπράξεις θα είναι πολύ πιο οριακές.

Το κόμμα Καρυστιανού εμφανίζει δυνητική ψήφο 21.1%. Το 9% απαντά πολύ πιθανό και το 12.1% αρκετά. Το 15.8% απαντά λίγο και το 57.8% καθόλου. Ενώ από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο έχασε 10% , στην συνέχεια φαίνεται να σταθεροποιήθηκε άρα δεν φαίνεται να φθίνει ή να χάνει άλλες δυνάμεις και ταυτόχρονα βρίσκεται 2% πάνω από τον Α. Τσίπρα. Φαίνεται ότι μπορεί να έχει εισπράξεις βασικά από: Την ΝΙΚΗ το 50% των δυνάμεών της ( 22.2% πολύ, 27.8% αρκετά) , την ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 46.2% ( 14.4% πολύ, 30.8% αρκετά ) , την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ 35% (12.5% πολύ, 22.5% αρκετά), τον ΣΥΡΙΖΑ 30.4% (10.4% πολύ, 20% αρκετά). Εμφανίζει δυνατότητα είσπραξης και από άλλα κόμματα αλλά σε μικρότερο βαθμό, π.χ από το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι μπορεί εν δυνάμει να διεκδικήσει το 13.7% (8.4% πολύ, 5.3% αρκετά). Δείχνει να διατηρεί μια δυνατότητα πολυσυλλεκτικότητας, παρά τις δηλώσεις για θέματα που συνέβαλαν στην δημιουργία ενός προφίλ «ακροδεξιού κόμματος». Εδώ είναι και το κρίσιμο σημείο για την πορεία του κόμματος αυτού.

Διευκρινίζοντας ότι ένας πολίτης που συμμετέχει σε μια έρευνα και ερωτάται για την δυνητική ψήφο, μπορεί να απαντήσει και πάνω από ένα κόμμα ότι θα μπορούσε να το ψηφίσει και ότι ο βαθμός αυτής της επικάλυψης ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο κόμματα φτάνει το 15%-20%, είναι φανερό ότι προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα: Οδεύουμε προς μία ενδιαφέρουσα πολιτική περίοδο. Θα υπάρχουν αναταράξεις, σοβαρές αναταράξεις, μεταβολές στους συσχετισμούς, νέες δυναμικές. Ας τις παρακολουθήσουμε. Δεν θα πλήξουμε πάντως.
Άγγελος Σεριάτος: Καράβι σε λάθος πορεία, κάστρο χωρίς πρόσβαση: Νέα κόμματα σε μια κοινωνία που βράζει

Οι τελευταίες μετρήσεις αποτυπώνουν ένα περιβάλλον διευρυμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, το οποίο αγγίζει πλέον σταθερά περίπου τα δύο τρίτα του δυνητικού εκλογικού σώματος. Η αίσθηση ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση παραμένει κυρίαρχη και συνδέεται τόσο με την επίμονη οικονομική πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά όσο και με μια γενικευμένη αντίληψη περί αρνητικών κυβερνητικών επιδόσεων σε ζητήματα διαφάνειας και Δικαιοσύνης. Παράλληλα, στα ποιοτικά δεδομένα καταγράφεται ένα μίγμα συναισθημάτων που χαρακτηρίζεται από απογοήτευση, θυμό, ανασφάλεια αλλά και έντονη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ένα πρόσφατο εύρημα της Prorata που βασίζεται στις μεταφορές του «καραβιού» και του «κάστρου» ως δύο διακριτών αλλά αλληλοσυμπληρούμενων τρόπων αξιολόγησης της διακυβέρνησης. Η μεταφορά του «καραβιού» σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, με την αίσθηση δηλαδή ότι η χώρα διαθέτει σχέδιο, προσανατολισμό και ικανότητα πλοήγησης. Από την άλλη πλευρά, το «κάστρο» αφορά στη συμπεριληψιμότητα και τον βαθμό στον οποίο οι πολίτες αισθάνονται ότι συμμετέχουν ισότιμα στις διαδικασίες και στα θετικά αποτελέσματα της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Και το γεγονός ότι κυριαρχούν περιγραφές περί «λάθος πορείας», «έλλειψης προσανατολισμού» ή ενός «κλειστού κάστρου» με περιορισμένη πρόσβαση, φανερώνει ότι η φθορά της κυβέρνησης δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα των πολιτικών της, αλλά και μια συνολικότερη απονομιμοποίηση του υφιστάμενου τρόπου άσκησης εξουσίας.
Ωστόσο, το κρισιμότερο στοιχείο της περιόδου είναι πως η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται και σε ενίσχυση της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, οι μετρήσεις δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος θεωρεί πως σήμερα δεν υπάρχει κόμμα ή πολιτικός αρχηγός που να ασκεί ουσιαστική και πειστική πίεση προς την κυβέρνηση. Πρόκειται για ένα κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της περιόδου διότι φανερώνει σοβαρής έντασης δυσφορία των πολιτών. Ένα στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση δεν περιορίζεται στην κυβέρνηση αλλά αγγίζει συνολικότερα το σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης. Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα πολιτικής αναμονής και αναστοχασμού οι κοινωνικές δυνάμεις δείχνουν να δυσκολεύονται να εκφραστούν μέσω των υφιστάμενων φορέων.
Εν συνεχεία το ΠΑΣΟΚ. Ένα κόμμα που βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχαιρή θέση. Και αυτό διότι δεν κατάφερε να κάνει το επόμενο βήμα, παρότι είχαν διαμορφωθεί θεωρητικά εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες λόγω της ήττας του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της συνολικότερης αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας. Η συλλογική μνήμη φαίνεται πως δεν επέτρεψε στο κόμμα να συστηθεί εκ νέου ως κάτι «νέο» στον κόσμο, στοιχείο που είναι χρήσιμο στοιχείο για την ανάπτυξη δυναμικής. Παράλληλα, ο ηγέτης του ποτέ δεν κατάφερε να εδραιωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας ως μια προσωπικότητα που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την κυριαρχία Μητσοτάκη. Και φυσικά το γεγονός πως το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ άφησε ένα βαθύ πολιτικό αποτύπωμα, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως αντίσταση στην άνοδο του ΠΑΣΟΚ έπαιξε τον ρόλο του: Ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια δυσκολεύεται να ευθυγραμμιστεί, ακόμη και κριτικά, με το ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως και κάτι ακόμα: το ιστορικό κόμμα μοιάζει να εγκατέλειψε τη συστηματική ανάδειξη ορισμένων επεξεργασμένων θέσεων που είχε, για παράδειγμα για το στεγαστικό ή για τα εργασιακά. Μια αξιόλογη αλλά και εξαιρετικά αποσπασματική δουλειά. Εν κατακλείδι, το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα που έχει στο DNA του την κυβερνητική προοπτική και γι’ αυτό το λόγο η επόμενη περίοδος θα είναι εξαιρετικά δύσκολη για το κόμμα, δεδομένου μάλιστα ότι επανεμφανίζεται πλέον ένας παίκτης στον ευρύτερο χώρο, ο οποίος έχει διατελέσει πρωθυπουργός της χώρας.
Μέσα στο περιγραφόμενο, έτσι, κενό εκπροσώπησης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία δύο νέα πολιτικά εγχειρήματα που ανακοινώθηκαν τις τελευταίες ημέρες, το ένα υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα και το άλλο υπό αυτή της Μαρίας Καρυστιανού. Οι δύο περιπτώσεις, σαφώς διαφορετικές μεταξύ τους, επιχειρούν να συνομιλήσουν με ένα ακροατήριο πολιτικά απομαγευμένο και θεσμικά δύσπιστο. Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, τα δεδομένα δείχνουν ότι εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με σημαντικά τμήματα του μπλοκ της περιόδου 2015 – 2019. Το νέο του εγχείρημα καταγράφει εξαιρετικά βαθιά διείσδυση μεταξύ όσων μέχρι πρότινος συνδέονταν πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως επίσης και σε χαμηλότερα εισοδήματα και αυτοπροσδιοριζόμενους αριστερούς ψηφοφόρους. Το εγχείρημα είναι σαφές πως δεν θα αναφέρεται πλέον στην ριζοσπαστική αριστερά όπως στη φάση της ανόδου του φαινομένου «ΣΥΡΙΖΑ» αλλά σε μια απόπειρα σύνθεσης των δυνάμεων της πληθυντικής – με γαλλικούς όρους – Αριστεράς. Έτσι, η έννοια της κυβερνώσας Αριστεράς επιχειρείται πλέον να νοηματοδοτηθεί εκ νέου ως κάτι ευρύτερο που θα μπορεί σε επίπεδο διακυβέρνησης να διαχειριστεί καλύτερα έναν δεδομένα αρνητικό συσχετισμό δύναμης, στο πλαίσιο του οποίου μάλλον δεν μπορούν να γίνουν μεγάλες τομές. Και σε αυτό το πλαίσιο μοιάζει περίπου δεδομένο πως η ΕΛΑΣ θα τραβήξει οριστικά και με τρόπο απόλυτο πλέον ορισμένες διαχωριστικές γραμμές σε σχέση με το παρελθόν.
Το πλεονέκτημά του πρώην πρωθυπουργού είναι ότι πρόκειται για έναν πολιτικό με κυβερνητική εμπειρία, ικανό να εκφράσει την ανάγκη μερίδας της κοινωνίας για αντικατάσταση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από την άλλη πλευρά, δεν πρόκειται για ένα νέο πρόσωπο αλλά για έναν ηγέτη ήδη αξιολογημένο, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα του να παρουσιαστεί ως φορέας συνολικής ανανέωσης. Ταυτόχρονα, η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού υπογραμμίζει και τη βαθύτερη κρίση στρατηγικής και ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ στη μετά-Τσίπρα εποχή: Σχεδόν τρία χρόνια μετά την αποχώρησή του, το κόμμα δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει σχετική ανθεκτικότητα, ούτε προοπτική επανασυσπείρωσης δυνάμεων. Υπό αυτή την έννοια, η ΕΛΑΣ μοιάζει απλώς να επιταχύνει την οριστική ολοκλήρωση ενός σημαντικού για την πολιτική ιστορία της χώρας πολιτικού κύκλου.
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι επίσημες θέσεις του κόμματος δεν επιτρέπουν την σαφή κατάταξη του σε συγκεκριμένο χώρο και σε αυτό το επίπεδο περισσότερο θυμίζει το Κίνημα των 5 αστέρων με σαφώς δεξιότερο κέντρο βάρους και εστίαση στη διαφθορά, παρά οτιδήποτε άλλο. Παρόλα αυτά, και ασχέτως διακήρυξης, στην παρουσίαση του κόμματος είδαμε αρκετά εθνικά και οικεία πολιτισμικά σύμβολα, καθώς και μεγάλη δόση ελληνικής επανάστασης, αρχαίας Ελλάδας, και Ορθοδοξίας που δίνουν ένα ορισμένο στίγμα, θυμίζοντας υφολογικά το ΕΠΑΜ ή ίσως και τον σχηματισμό «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη. Σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διείσδυση του κόμματος, καθώς δείχνει να έχει σαφώς καλύτερη απήχηση σε νεότερες ηλικίες και ιδιαίτερα στους άντρες, ενώ συνομιλεί κυρίως με άτομα που, είτε αυτοτοποθετούνται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, είτε δεν εκφράζονται γενικότερα από έννοιες, όπως Αριστερά και Δεξιά. Και το τελευταίο χαρακτηριστικό, διαφοροποιεί σημαντικά το κόμμα από όλα τα υπόλοιπα,
Τέλος, μέσα σε αυτό το ήδη σύνθετο σκηνικό, δεν θα πρέπει να υποτιμάται και ο ρόλος της Άκρας Δεξιάς σε πιθανές συνθήκες κυβερνητικού αδιεξόδου. Παρά τη διττή στρατηγική διάκρισης αλλά και ενσωμάτωσης της ΝΔ απέναντι στην Άκρα Δεξιά, η τελευταία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα τα τελευταία χρόνια. Και τούτο δεν είναι τυχαίο, καθώς σχετίζεται με τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης. Συνολικότερα, δημοσκοπικά, ο χώρος δεν απέχει από τις επιδόσεις που κατέγραψε στις τελευταίες ευρωεκλογές. Και αυτό τεκμηριώνει ότι έχει αποκτήσει ρίζες, ιδίως σε φτωχότερες λαϊκές περιοχές, κατεξοχήν της Βόρειας Ελλάδας. Και οι αναφορές εδώ σχετίζονται με εκλογείς οι οποίοι δεν θα επιστρέψουν στη ΝΔ ακόμα και αν η τελευταία υιοθετεί σκληρότερη ρητορική σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας, ασφάλειας ή μετανάστευσης. Και τούτη η παραδοχή έχει αξία να συζητιέται δημόσια διότι σε συνθήκες κυβερνητικού αδιεξόδου, η Άκρα Δεξιά είναι εξαιρετικά πιθανό να μας απασχολήσει.
Απόστολος Πιστόλας: Οι κομματικές ταυτίσεις του παρελθόντος έχουν εξασθενίσει

Την περίοδο της μεταπολίτευσης το πολιτικό σκηνικό της χώρας χαρακτηριζόταν από ένα δίπολο. Ακόμα και στα χρόνια της βαθιάς κρίσης το δίπολο παρέμεινε, καθώς η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ οδήγησε στη θεαματική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Στις διπλές εκλογές του 2023 όμως γίναμε μάρτυρες της κατάρρευσης του δευτέρου πόλου εξουσίας, του ΣΥΡΙΖΑ, δίχως να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο κόμμα. Έτσι μπήκαμε στην πρώτη φάση της μεταβατικής περιόδου προς τη δημιουργία ενός νέου σταθερού πολιτικού σκηνικού. Αυτή η φάση χαρακτηρίστηκε από δημιουργία πολλών κομμάτων στα αριστερά της Νέας Δημοκρατίας (του μοναδικού πόλου που έχει παραμείνει, τουλάχιστον για την ώρα) σε μια προσπάθεια το καθένα να κερδίσει κομμάτι από το μερίδιο εκλογικής αγοράς που έχανε ο ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, το ίδιο προσπάθησε να κάνει και η Νέα Δημοκρατία. Η απόφαση όμως του Μαξίμου για μετατόπιση μακριά από τη βάση, προς αναζήτηση νέων εκλογικών κοινών, με την ταυτόχρονη αντίθετη μετατόπιση του εκλογικού σώματος σε πιο συντηρητικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων (κάτι που ξεκίνησε από την περίοδο του κόβιντ και βασίζεται στην συνύπαρξη κρίσης αγοραστικής δύναμης και ταυτοτικής κρίσης) οδήγησε στην απομάκρυνση συντηρητικών ψηφοφόρων από τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη και στη δημιουργία πολλών σε μια προσπάθεια να καλύψουν το κενό που άφησε η μετατόπιση της ΝΔ. Η πρώτη φάση της μεταβατικής περιόδου, η οποία χαρακτηρίστηκε από έλλειψη κυβερνητικής εναλλακτικής, διήρκησε τρία χρόνια με πολύ ήρεμα εκλογικά νερά από τις ευρωεκλογές και έπειτα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως σε αυτή τη φάση είχαμε το «άπλωμα του πολιτικού τραχανά».
Η δημιουργία των κομμάτων Ελπίδα για τη Δημοκρατία και ΕΛΑΣ, καθώς και το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά, σηματοδοτούν την έναρξη της δεύτερης φάσης της μεταβατικής περιόδου, αυτής του «μαζέματος του πολιτικού τραχανά». Ο Αλέξης Τσίπρας τοποθετείται ως ηγέτης της αριστεράς, θέλοντας να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε το 2023, αλλά όχι μιας αριστεράς σκληρής, διεθνηστικής, αντισυστημικής που ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Μιας αριστεράς πιο προσιτής, που δε φοβίζει, δε δημιουργεί αντισυσπηρώσεις. Η κυρία Καρυστιανού από την άλλη προσπαθεί να εκφράσει το αντισύστημα, ενώ περιμένουμε ακόμα να δούμε συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις του κόμματός της. Είναι δεδομένο πως και οι δύο θα δημιουργήσουν αναταράξεις στα νερά της εκλογικής λίμνης και πονοκεφάλους στους ήδη υπάρχοντες παίκτες. Η ΕΛΑΣ θα δημιουργήσει υπαρξιακή κρίση σε ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και Δημοκράτες ενώ σε συνδυασμό με την Ελπίδα για Δημοκρατία θα πιέσουν σε σημαντικό βαθμό την Πλεύση Ελευθερίας. Πίεση θα δεχθεί από το κόμμα της κυρίας Καρυστανιού και η Εληνική Λύση ενώ η Νίκη οδεύει προς ποσοστά κοντά στη μονάδα και το μέλλον της είναι αβέβαιο. Παράλληλα, στα αριστερά της ΕΛΑΣ περιμένουμε να δούμε την απάντηση όσων μένουν έξω από αυτήν (Πολάκης, Παππάς, Δούρου), ενώ στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας αναμένουμε την πιθανή δημιουργία κόμματος υπό τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά που θα δημιουργήσει αναταράξεις, καθώς θα επηρεάσει άμεσα όχι μόνο το κυβερνών κόμμα (από το οποίο είναι δεδομένο πως θα λάβει ένα κομμάτι ενώ παράλληλα θα δώσει εναλλακτική ψήφο σε όσους ψήφισαν ΝΔ το 2023 αλλά απομακρύνθηκαν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη το 2024), αλλά το πολιτικό σκηνικό από το ΠΑΣΟΚ και δεξιά. Παράλληλα, η πιθανή ύπαρξη δύο πρώην πρωθυπουργών στο παιχνίδι, και ειδικά του κυρίου Σαμαρά που κράτησε σταθερά το τιμόνι της χώρας μέσα στην πιο βαθιά κρίση, ακυρώνει το επιχείρημα του Μαξίμου πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι η μοναδική κυβερνητική εναλλακτική για τη χώρα. Τέλος, μια επανάληψη κόμματος τύπου Σπαρτιατών θα πιέσει περαιτέρω την Ελληνική Λύση και τη Φωνή Λογικής όπου έχουν «παρκάρει την ψήφο τους» αρκετοί εθνικιστές.
Είναι προφανές πως σε ένα τόσο ρευστό πολιτικό σκηνικό κανείς δε μπορεί να προβλέψει το τι θα βγάλει η κάλπη. Ειδικά όταν δε γνωρίζουμε όλους τους τελικούς παίκτες αλλά και τόσα πολλά κόμματα βρίσκονται δημοσκοπικά σε ποσοστά κάτω από το 5%. Οι κομματικές ταυτίσεις του παρελθόντος έχουν εξασθενίσει και αυτό κάνει το πολιτικό σκηνικό ακόμα περισσότερο ευμετάβλητο. Η απόφαση του πρωθυπουργού να εξαντλήσει την τετραετία αφήνει χώρο να δοθούν μάχες μεταξύ των παικτών. Η προεκλογική περίοδος είναι μακρά και από τη ΔΕΘ και έπειτα θα μπούμε σε μια μαραθώνια μάχη. Είναι πολύ δύσκολο όλα τα υπάρχοντα κόμματα να είναι στη γραμμή του τερματισμού των εκλογών. Όσα τα καταφέρουν θα έχουν ως στόχο την καλύτερη δυνατή τοποθέτηση στις εκλογές, ώστε να μπουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην τρίτη και τελευταία φάση του μεταβατικού πολιτικού σκηνικού. Για άλλους αυτό είναι το 30%, για άλλους η δεύτερη θέση, για τους περισσότερους το όριο εισόδου στη Βουλή. Το εάν το 2031 οδηγηθούμε με σταθερό δίπολο, τρίπολο ή τετράπολο θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα των εκλογών του 2027.