Handelsblatt: Το success story της ελληνικής οικονομίας- Χατζηδάκης: Αποτέλεσμα στέρεης οικονομικής πολιτικής

 Handelsblatt: Το success story της ελληνικής οικονομίας- Χατζηδάκης: Αποτέλεσμα στέρεης οικονομικής πολιτικής
💡 AI Summary by Libre

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ισχυρή ανάπτυξη με αύξηση ΑΕΠ 2,1% το 2024 και θετικό δημοσιονομικό ισοζύγιο 1,7% του ΑΕΠ το 2025.

Ο Αντιπρόεδρος Κωστής Χατζηδάκης επισκέπτεται το Βερολίνο για να προσελκύσει γερμανικές επενδύσεις, τονίζοντας τη σταθερότητα και τις ευκαιρίες σε ενέργεια, τεχνολογία και υποδομές.

Οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα έφτασαν τα 12,8 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, ενώ η κυβέρνηση εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις για την απλοποίηση και ενίσχυση της επιχειρηματικότητας.

Ο κ. Χατζηδάκης, αρχιτέκτονας σημαντικών μεταρρυθμίσεων, προώθησε ευέλικτη αγορά εργασίας και ψηφιακή κάρτα για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας.

Το success story της ελληνικής οικονομίας, επί τη αφορμή της επίσκεψης του Κωστή Χατζηδάκη στη Γερμανία και συγκεκριμένα στο Βερολίνο, αποτυπώνει με μακροσκελές δημοσίευμά της η εφημερίδα «Handelsblatt». Σύμφωνα με αυτό, ακόμα και οι Γερμανοί πρόκειται να ζηλέψουν με τους αριθμούς που ενδεχομένως να παρουσιάσει.

Μάλιστα, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης μίλησε στην «Handelsblatt», η οποία ανέφερε πως η επίσκεψή του γίνεται επί σκοπώ, δηλαδή προκειμένου να αναζητηθούν επενδύσεις. Ο Κωστής Χατζηδάκης φέρεται να αποδέχθηκε την πρόσκληση του ιδρύματος «Hanns Seidel», φίλα προσκείμενου στο κόμμα CSU, το οποίο είναι κυβερνητικό.

Η χώρα που κάποτε κινδύνευε με χρεοκοπία ξεχωρίζει πλέον με υποδειγματικά δημοσιονομικά στοιχεία. Για να συνεχίσει αυτήν την επιτυχημένη πορεία, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης αναζητά επενδύσεις στη Γερμανία.

Τη Δευτέρα (σημ. 18/5), ο Έλληνας Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, έρχεται στο Βερολίνο -και φέρνει μαζί του αριθμούς που πιθανότατα θα τον κάνουν αντικείμενο ζήλειας των Γερμανών συνομιλητών του: το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,1% πέρυσι -σημαντικά περισσότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που ήταν 1,3%. Για φέτος, η κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 2%.

Το 2025, η Ελλάδα ήταν μάλιστα μία από τις μόλις πέντε χώρες της ΕΕ με θετικό δημοσιονομικό ισοζύγιο: το πλεόνασμα ανήλθε στο 1,7% του ΑΕΠ. Στο πρωτογενές ισοζύγιο, το οποίο δεν περιλαμβάνει την εξυπηρέτηση του χρέους, η χώρα σημείωσε μάλιστα πλεόνασμα 4,9%.

«Δεν πρόκειται για μαγεία, αλλά για το αποτέλεσμα μιας στέρεης οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία συνδυάζει με συνέπεια τη δημοσιονομική πειθαρχία με μέτρα που προωθούν την ανάπτυξη και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», δήλωσε ο κ. Χατζηδάκης στην εφημερίδα «Handelsblatt» στην Αθήνα. «Βρισκόμαστε έτσι σε καλή θέση εκκίνησης για να αμβλύνουμε τις οικονομικές αναταράξεις που προκύπτουν από τη σύγκρουση με το Ιράν».

Ο νομικός, που σπούδασε στην Αθήνα και στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, από το 2019 ηγήθηκε πολλών βασικών υπουργείων, μεταξύ των οποίων των Οικονομικών, Εργασίας, Ενέργειας και Ανάπτυξης. Τον Μάρτιο του 2025, ο συντηρητικός Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τον διόρισε Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης.

Ο κ. Χατζηδάκης επισκέπτεται το Βερολίνο κατόπιν πρόσκλησης του ιδρύματος «Hanns Seidel», το οποίο έχει στενούς δεσμούς με το CSU. Εκεί θα συναντήσει, μεταξύ άλλων, την Ομοσπονδιακή Υπουργό Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε (CDU) και την Υπουργό Έρευνας Ντοροθέ Μπερ (CSU). Ο κ. Χατζηδάκης σκοπεύει να τους εξηγήσει πώς έχει μεταμορφωθεί η Ελλάδα από την κρίση χρέους και ποιες ευκαιρίες προσφέρονται σήμερα στους επενδυτές.

«Η Γερμανία είναι ήδη ένας μεγάλος επενδυτής -με χαρτοφυλάκιο άμεσων επενδύσεων ύψους περίπου οκτώ δισεκατομμυρίων ευρώ το 2023», τόνισε ο κ. Χατζηδάκης. Με αυτό το ποσό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση μεταξύ των ξένων επενδυτών. «Αυτή είναι μια ισχυρή βάση, αλλά δεν είναι ακόμη το τέλος του δρόμου». Η Ελλάδα προσφέρει σήμερα «έναν συνδυασμό πολιτικής σταθερότητας, βελτιωμένων μακροοικονομικών δεικτών και ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων που είναι ελκυστικό για τους στρατηγικούς επενδυτές».

Ως ιδιαίτερα ενδιαφέροντες κλάδους, ο κ. Χατζηδάκης αναφέρει την ενέργεια, τα δίκτυα και τις υποδομές, την εφοδιαστική (logistics), τον τουρισμό, τη μεταποιητική βιομηχανία, την αμυντική βιομηχανία, καθώς και την καινοτομία και την τεχνολογία. Επίσης, η αυξανόμενη σημασία της Ελλάδας ως κόμβου για την παροχή φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη προσφέρει, σύμφωνα με τα λόγια του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, ευκαιρίες για στενότερη συνεργασία με τη Γερμανία: «Η εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αδιανόητη χωρίς κοινή αγορά ενέργειας», δήλωσε ο κ. Χατζηδάκης. «Σε αυτό περιλαμβάνεται η επέκταση των διευρωπαϊκών δικτύων ενεργειακού εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένων νέων συνδέσεων μέσω της Ελλάδας προς τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή». Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα έφτασαν το 2025 τα 12,8 δισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών.

Ωστόσο, η χώρα έχει μεγάλο έλλειμμα όσον αφορά τις επενδύσεις. Κατά τη δεκαετία του 2000, αυτές ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο 25% του ΑΕΠ. Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 11%. Παρ’ ότι αυξήθηκε πέρυσι στο 17,7%, παραμένει όμως σαφώς κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 21,2%. Με τη μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία της πρόσφατης ιστορίας της χώρας, η συντηρητική κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 επιδιώκει να προωθήσει την οικονομία. Σε αυτό, ο Πρωθυπουργός Μητσοτάκης επωφελείται από το γεγονός ότι μπορεί να στηριχθεί στο Κοινοβούλιο σε απόλυτη πλειοψηφία του κόμματός του. Η Ελλάδα δεν γνωρίζει διαμάχες μεταξύ των κομμάτων της κυβέρνησης.

Ο κ. Χατζηδάκης είναι ο αρχιτέκτονας πολυάριθμων μεταρρυθμίσεων. «Μειώσαμε 83 φόρους και τέλη, απλοποιήσαμε το πλαίσιο για την έγκριση επενδύσεων και δημιουργήσαμε τα πιο γενναιόδωρα κίνητρα στην Ευρώπη για νεοφυείς επιχειρήσεις και καινοτομίες», δήλωσε. Στα προηγούμενα πολιτικά αξιώματά του, ο κ. Χατζηδάκης συνέβαλε καθοριστικά σε πολλές από τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες οφείλει την ανάκαμψή της η χώρα που κάποτε βρισκόταν σε κρίση. Έτσι, ως Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, επέβαλε μια μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας που προβλέπει, μεταξύ άλλων, πιο ευέλικτα ωράρια εργασίας και ψηφιακή κάρτα εργασίας. Αυτό επιτρέπει την καταγραφή των υπερωριών σε πραγματικό χρόνο και την πρόληψη της αδήλωτης εργασίας.

Ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο κ. Χατζηδάκης έθεσε την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ως προτεραιότητα. «Καταφέραμε να μειώσουμε το κενό του ΦΠΑ από 23% το 2018 σε 9,5%, φτάνοντας έτσι στον μέσο όρο της ΕΕ», αναφέρει ο κ. Χατζηδάκης. Το κενό του ΦΠΑ είναι η διαφορά μεταξύ του οφειλόμενου και του πραγματικά καταβληθέντος ΦΠΑ.

Στο παρελθόν, οι ξένοι επενδυτές στην Ελλάδα παραπονιούνταν συχνά για τη γραφειοκρατία, τις χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, τη διαφθορά και την έλλειψη ασφάλειας δικαίου. «Οι επενδυτές είχαν δίκιο», δήλωσε ο κ. Χατζηδάκης, όταν ρωτήθηκε σχετικά από την εφημερίδα «Handelsblatt». «Αλλά πολλά έχουν αλλάξει: δημιουργήσαμε ένα ενιαίο κέντρο εξυπηρέτησης για επενδυτές, απλοποιήσαμε σημαντικά τις διαδικασίες αδειοδότησης και, με τη βοήθεια της ψηφιοποίησης, μειώσαμε τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών σε πρώτο βαθμό κατά 50%», δήλωσε ο πολιτικός.

Πριν από δέκα χρόνια η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος της κρατικής χρεοκοπίας, ενώ σήμερα όλοι οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης κατατάσσουν ξανά τη χώρα ως πιστωτικά αξιόπιστο οφειλέτη στην επενδυτική βαθμίδα. Η κυβέρνηση σημειώνει πρόοδο και στη μείωση του χρέους: σύμφωνα με την Eurostat, η Ελλάδα μείωσε το ποσοστό χρέους της το 2025 ταχύτερα από οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ. Αυτό κατέστη δυνατό, μεταξύ άλλων, χάρη στην πρόωρη αποπληρωμή των δανείων βοήθειας από την εποχή της κρίσης. Ήδη στα τέλη του τρέχοντος έτους, η Ελλάδα θα μπορούσε να παραδώσει τον τίτλο της χώρας με το υψηλότερο χρέος στην ΕΕ στην Ιταλία. «Μετά τη μεγάλη κρίση της περασμένης δεκαετίας, αποκαταστήσαμε την αξιοπιστία μας και ανακτήσαμε την αξιολόγηση επενδυτικού βαθμού», δήλωσε ο κ. Χατζηδάκης σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Handelsblatt». Το συμπέρασμά του είναι γεμάτο αυτοπεποίθηση: «Οι Έλληνες έμαθαν από τα λάθη τους -από το 2019 έχουν ψηφίσει δύο φορές στη σειρά το κόμμα που υποσχέθηκε τα λιγότερα και έκανε τα περισσότερα».

Σχετικά Άρθρα