Axios: Η ουσία της αμερικανοκινεζικής σχέσης παραμένει βαθιά ανταγωνιστική
✨Παρά τη φιλική δημόσια εικόνα, η αμερικανοκινεζική σχέση παραμένει βαθιά ανταγωνιστική, με στρατηγικές διαφορές και συνεχιζόμενη καχυποψία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
✨Οι εμπορικές συμφωνίες και οικονομικές δεσμεύσεις συνοδεύονται από γεωπολιτικές εντάσεις, κυρώσεις και υποψίες, ιδίως γύρω από το Ιράν και την παράνομη προμήθεια όπλων.
✨Η Κίνα προειδοποιεί για επικίνδυνες εξελίξεις στην Ταϊβάν, ενώ και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να διατηρήσουν μια εύθραυστη ισορροπία, αποφεύγοντας άμεσες συγκρούσεις.
✨Παρά τις διαφωνίες, η προσωρινή συνεργασία στο εμπόριο και η διπλωματική ευγένεια φαίνεται να στοχεύουν στην αποτροπή οικονομικών κραδασμών πριν τις αμερικανικές εκλογές.
Το Axios επισημαίνει ότι, παρά τη σκηνοθετημένη ατμόσφαιρα φιλίας, η ουσία της αμερικανοκινεζικής σχέσης παραμένει βαθιά ανταγωνιστική. Οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη μπορεί να εμφανίζονται προσωρινά πρόθυμες να συνυπάρξουν, ωστόσο καμία από τις δύο πλευρές δεν δείχνει πραγματικά διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη στρατηγική αντιπαράθεση.
Όπως αναφέρει το άρθρο η δημόσια εικόνα σύγκλισης που επιχείρησαν να εκπέμψουν Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής στο Πεκίνο δύσκολα μπορεί να κρύψει τη βαθιά στρατηγική καχυποψία που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Παρά τις εμπορικές συμφωνίες, τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις και το κλίμα διπλωματικής ευγένειας, το υπόβαθρο της αμερικανοκινεζικής σχέσης παραμένει φορτισμένο, με τις δύο υπερδυνάμεις να κινούνται ταυτόχρονα ανάμεσα στη συνεργασία και την αντιπαράθεση. Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα ανάλυσης του Axios, που καταγράφει το χάσμα ανάμεσα στη θετική ρητορική των ηγετών και στην πραγματική κατάσταση των διμερών σχέσεων.
Τα εμπορικά deals και οι οικονομικές δεσμεύσεις
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ επιχείρησε να αναδείξει την πρόοδο που –κατά τον ίδιο– σημειώθηκε στο οικονομικό πεδίο. Ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε για «φανταστικές εμπορικές συμφωνίες», ενώ είχε προηγηθεί η δήλωσή του στο Fox News ότι η Κίνα δεσμεύτηκε να αγοράσει 200 αεροσκάφη της Boeing.
Παράλληλα, ο Αμερικανός εκπρόσωπος Εμπορίου, Τζέιμισον Γκριρ, ανέφερε ότι η Ουάσιγκτον αναμένει από το Πεκίνο να προχωρήσει σε ετήσιες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων αξίας άνω των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την επόμενη τριετία, επιπλέον των ήδη υφιστάμενων δεσμεύσεων για τη σόγια.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρέθηκε επίσης η δημιουργία μιας διμερούς «Εμπορικής Επιτροπής», η οποία θα αναζητήσει νέους τομείς συνεργασίας στο εμπόριο, καλύπτοντας προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων που δεν θεωρούνται στρατηγικά ευαίσθητα.
Το Ιράν και τα ανοιχτά γεωπολιτικά μέτωπα
Ωστόσο, πίσω από τις οικονομικές συμφωνίες, τα ζητήματα γεωπολιτικής και ασφάλειας παρέμειναν ανοιχτά. Ιδιαίτερα οι δηλώσεις του Τραμπ για τη στάση της Κίνας απέναντι στο Ιράν προκάλεσαν περισσότερη αβεβαιότητα παρά σαφή εικόνα. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι ο Σι δεσμεύτηκε να μην προμηθεύσει στρατιωτικά το Ιράν, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι η Κίνα συνεχίζει να εξαρτάται ενεργειακά από το ιρανικό πετρέλαιο.
Στη συνάντηση της Παρασκευής στο Ζονγκνανχάι, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι δύο ηγέτες συζήτησαν και το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, σημειώνοντας ότι «κανείς δεν θέλει ένα πυρηνικό Ιράν» και ότι υπάρχει κοινό ενδιαφέρον για τη διατήρηση ανοιχτών θαλάσσιων οδών στην περιοχή.
Κυρώσεις, υποψίες και υπόγειος ανταγωνισμός
Παρά το θετικό κλίμα που προβλήθηκε δημοσίως, το Axios επισημαίνει ότι στο παρασκήνιο οι αμερικανικοί μηχανισμοί ασφαλείας και οι λεγόμενοι «σκληροπυρηνικοί» της Ουάσιγκτον κινήθηκαν σε αντίθετη κατεύθυνση, υπονομεύοντας ουσιαστικά κάθε προσπάθεια ουσιαστικής επαναπροσέγγισης.
Τις εβδομάδες πριν από τη σύνοδο κορυφής, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επέβαλε κυρώσεις σε τρεις κινεζικές εταιρείες, κατηγορώντας τες ότι παρείχαν δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν από το Ιράν σε επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Ταυτόχρονα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε νέες κυρώσεις κατά κινεζικών διυλιστηρίων που φέρονται να αγόραζαν ιρανικό πετρέλαιο αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, με το Πεκίνο να αντιδρά καλώντας τις κινεζικές επιχειρήσεις να αγνοήσουν τις αμερικανικές κυρώσεις.
Σε άλλο μέτωπο, υπόμνημα του Λευκού Οίκου που συνέταξε ο επιστημονικός σύμβουλος του Τραμπ, Μάικλ Κράτσιος, κατηγορούσε κινεζικούς φορείς για απόπειρες υποκλοπής τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης από αμερικανικές εταιρείες.
Λίγο πριν από την άφιξη του Τραμπ στο Πεκίνο, ομοσπονδιακοί εισαγγελείς στις ΗΠΑ απήγγειλαν κατηγορίες εις βάρος του δημάρχου της Αρκάντια στην Καλιφόρνια, υποστηρίζοντας ότι λειτουργούσε ως «πράκτορας της κινεζικής κυβέρνησης».
Οι αποκαλύψεις για Ιράν και οι φόβοι της Ουάσιγκτον
Το κλίμα επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο από διαρροές αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, η Κίνα επιχειρεί να αξιοποιήσει τον πόλεμο στο Ιράν για να ενισχύσει τη γεωπολιτική της επιρροή εις βάρος των ΗΠΑ σε στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο.
Παράλληλα, οι New York Times αποκάλυψαν ότι κινεζικές εταιρείες φέρονται να συζητούν μυστικές συμφωνίες πώλησης όπλων προς το Ιράν, χρησιμοποιώντας τρίτες χώρες και αφρικανικά δίκτυα διαμεσολάβησης ώστε να αποκρύπτεται η προέλευση του εξοπλισμού.
Η Ταϊβάν και τα μηνύματα του Σι
Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ φρόντισε να διατηρήσει τη δημόσια εικόνα συνεννόησης, παρά τις σαφείς προειδοποιήσεις προς την Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν. Ο Κινέζος πρόεδρος φέρεται να προειδοποίησε ότι λανθασμένοι χειρισμοί στο ζήτημα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση».
Την ίδια ώρα, το Πεκίνο επιχείρησε συμβολικές κινήσεις καλής θέλησης. Υποδέχθηκε θερμά τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, παρότι εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κινεζικές κυρώσεις λόγω προηγούμενων επικρίσεών του για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα.
Στο επίσημο δείπνο της Πέμπτης, ο Σι επιχείρησε μάλιστα να συνδέσει πολιτικά αφηγήματα των δύο χωρών, δηλώνοντας ότι το κινεζικό σχέδιο της «μεγάλης αναγέννησης» μπορεί να συνυπάρξει με το αμερικανικό σύνθημα «Make America Great Again».
Μια εύθραυστη «εκεχειρία»
Παρά τις βαθιές διαφωνίες, και οι δύο ηγέτες φαίνεται ότι έχουν λόγους να διατηρήσουν –έστω προσωρινά– μια εύθραυστη ισορροπία. Ο Τραμπ δεν επιθυμεί νέους οικονομικούς κραδασμούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, ειδικά μετά τις επιπτώσεις που είχαν προκαλέσει οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών κατά τον προηγούμενο εμπορικό πόλεμο.
Από την άλλη πλευρά, ο Σι εκτιμά ότι μια περίοδος σχετικής σταθερότητας με τις ΗΠΑ μπορεί να επιτρέψει στην Κίνα να προωθήσει κρίσιμες στρατηγικές επιδιώξεις, όπως ο στρατιωτικός εκσυγχρονισμός και η τεχνολογική πρωτοκαθεδρία.
Παρόλα αυτά, πίσω από τις δημόσιες χειραψίες και τα διπλωματικά χαμόγελα, οι δύο κυβερνήσεις συνεχίζουν να εργάζονται συστηματικά για τον περιορισμό της αλληλεξάρτησής τους. Το Axios σημειώνει ότι η προσπάθεια του Τραμπ να ενισχύσει τους οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα συγκρούεται πλέον με το κυρίαρχο πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ, όπου οι κινεζικές επενδύσεις αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως παράγοντας κινδύνου.
Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Rhodium Group, οι κινεζικές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταρρεύσει από περίπου 45 δισεκατομμύρια δολάρια το 2016 σε λιγότερα από 3 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι.