Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα: Για ποιον είναι χρήσιμη η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;
✨Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ιδρύθηκε το 2017 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και συμμετέχει η Ελλάδα με απόφαση της κυβέρνησης Τσίπρα.
✨Αποκαλύπτει και διώκει οικονομικά εγκλήματα, ενώ η ανεξαρτησία της έφερε στο φως τη θεσμική σήψη και τη διαχείριση δημοσίων ευρωπαϊκών πόρων στην Ελλάδα.
✨Η κυβέρνηση επιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με στελέχη να προτείνουν ακόμη και την αποχώρηση της χώρας από αυτήν, λόγω των αποκαλύψεων που προκαλεί.
✨Η ανάγκη για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραμένει επιτακτική όσο δεν αποκαθίσταται ανεξάρτητη δικαστική έρευνα και τιμωρία των υπευθύνων στην Ελλάδα.
Απέναντι στο κλίμα στοχοποίησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από το κυβερνών κόμμα, το ΙΝΑΤ αναδεικνύει την επάρκεια και την αναγκαιότητα ενός ευρωπαϊκού θεσμού που συμβάλλει στη διαφάνεια και στο κράτος δικαίου.
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο των Γ. Δρόσου, Ι. Καμπουράκη και Ζ. Λάλη.
Χρειαζόμαστε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;
του Γιάννη Δρόσου
Ομότιμου Καθηγητή στη Νομική Σχολή Αθηνών
Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συστάθηκε το 2017 ως διακριτό και ανεξάρτητο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτήν μετέχουν τα περισσότερα, αλλά όχι όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα μετέχει σε αυτήν με απόφαση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σύμφωνα και με τον ιδρυτικό της Κανονισμό, συστάθηκε επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και τα κράτη της «βαρύνονται με την υποχρέωση να προστατεύουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης από αξιόποινες πράξεις». Δεν πρέπει δε «ούτε να ζητεί ούτε να λαμβάνει εντολές από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», ενώ οι εξουσίες της δεν θίγουν «τα εθνικά συστήματα των κρατών μελών σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης των ποινικών ερευνών».
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συμβάλλει ουσιαστικά στην αποκάλυψη και δίωξη οικονομικών εγκληματιών σε όλες της χώρες που μετέχουν σε αυτή, όπως μας πληροφόρησε σε πρόσφατη συνέντευξή της στους Δελφούς η επικεφαλής της, και όπως άλλωστε φαίνεται και από τις ετήσιες εκθέσεις που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η υψηλή επαγγελματική επάρκεια και θεσμική ακεραιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποδείχθηκε πρόβλημα για την παρούσα ελληνική κυβέρνηση. Όχι για την Ελλάδα, αλλά για τους κυβερνητικούς λυμεώνες του δημοσίου χρήματος καθώς οι ενωσιακοί πόροι είναι δημόσιο χρήμα. Αλλά και για το ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, είτε το αμιγώς δικαστικό, είτε το συνυφασμένο με ανακριτικές και διωκτικές αρμοδιότητες της βουλής σύστημα ποινικής δίωξης πολιτικών προσώπων, αποδείχθηκε πρόβλημα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τούτο επειδή έδειξε έμπρακτα το τι σημαίνει πραγματικά ανεξάρτητος δικαστικός έλεγχος και, με το παράδειγμά της, πόσο αποκρουστικό είναι το αντίθετο. Ανέδειξε, επίσης έμπρακτα, την έκταση και το βάθος της θεσμικής σήψης που συνοδεύει την, συνεχή πια, πολιτική συγκάλυψης και την αναιδή απόπειρα να καταστεί περίπου «φυσιολογική» πρακτική της λειτουργίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος η διοχέτευση δημοσίων ευρωπαϊκών χρημάτων -εκατοντάδες ήταν τα εκατομμύρια μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ- σε σκοτεινούς μηχανισμούς του κυβερνητικού κόμματος, που η ακεραιότητα των ευρωπαϊκών εισαγγελικών λειτουργών έφερε στο φως.
Πρόβλημα λοιπόν για την ελληνική κυβέρνηση και το κόμμα της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Για αυτό και λαλίστατα κεντρικά της στελέχη -τροχιοδεικτικά σε πάρα πολλές περιπτώσεις- της επιτίθενται ωμά και απροσχημάτιστα. Ο Άδωνις Γεωργιάδης ουσιαστικά ζητά να αποχωρήσει η Ελλάδα από αυτήν. Η Σοφία Βούλτεψη την καθυβρίζει με τρόπο που αρμόζει μόνον στον μαύρο εαυτό της.
Οι εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν συνδέονται με άμεσο τρόπο με την δικαστική κατάπνιξη κάθε περαιτέρω έρευνας για ενδεχόμενες κακουργηματικές πράξεις αναγόμενες στον πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας και συνδεόμενες με την υπόθεση των υποκλοπών. Συνδέεται όμως με την εύλογα έντονη αμφισβήτηση και της δυνατότητας ακόμη της ελληνικής δικαιοσύνης να είναι και να φαίνεται ότι είναι αδέκαστη.
Για το ζήτημα των υποκλοπών περιορίζομαι στην περιγραφή που μας δίνει ο δικηγόρος Ζαχαρία Κεσσές, η οποία αναφέρεται στην απόφαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να αρχειοθετήσει -μέσα σε τέσσερεις ημέρες!- την υπόθεση: «Τα στοιχεία τα οποία εισφέρθηκαν κατά την εκδίκαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ήταν πολυπληθή. Μόνο το ευρετήριο αποδεικτικών στοιχείων είναι πάνω από 40 σελίδες και τα ίδια τα έγγραφα ανέρχονται σε χιλιάδες. Κάποια από αυτά είναι αδιάψευστα τεκμήρια, όπως η φωτογραφία του οχήματος ενός από τους καταδικασθέντες εντός των απόρρητων εγκαταστάσεων της ΕΥΠ, το μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της ΕΥΠ και μυστικών υπηρεσιών της Βόρειας Μακεδονίας που φέρει ψηφιακό ίχνος του τεχνικού διευθυντή της Intellexa, οι τιμοκατάλογοι και η περιγραφή του Predator που βρέθηκαν στην Ελλάδα, τα εξοδολόγια των στελεχών των εταιριών, τα δικαστικά έγγραφα από την αντιδικία των πρώην συνεταίρων της Intellexa στα οποία αποτυπώνεται η δομή και ο τρόπος λειτουργίας και πολλά άλλα. Όλα τα ανωτέρω δεν ήταν στη διάθεση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ούτε είχαν αξιολογηθεί για την έκδοση της ”αναντίλεκτης” τότε διάταξης αρχειοθέτησης.» (Dnews 28.4.2026).
Δυστυχώς χρειαζόμαστε ευρωπαϊκές εισαγγελίες. Δυστυχώς όχι μόνο για την αναζήτηση και τιμώρηση των υπό κυβερνητική σκέπη λωποδυτών που λυμάνθηκαν ευρωπαϊκά χρήματα, αλλά, και πάλι δυστυχώς, για την έρευνα σχετικά με κάθε εγκληματική πράξη που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανάγεται στην κυβερνητική δραστηριότητα. Δυστυχώς, μέχρι να αποκατασταθεί στη χώρα μας μία τάξη δικαίου και μία πατριωτική στάση στην δίωξη των πολιτικά σημαντικών ποινικών συμπεριφορών, δηλαδή μέχρι να αποκατασταθεί ως πράξη η από ελληνική αρχή ανεξάρτητη εισαγγελική και γενικότερα δικαστική έρευνα και -κάθε φορά που αποδεικνύεται ότι συντρέχει λόγος- τιμώρηση των υπευθύνων από τις ελληνικές αρχές που απονέμουν δικαιοσύνη, χρειαζόμαστε μια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αυτήν στην οποία, το επαναλαμβάνω, «μένοντας Ευρώπη», ενέταξε τη χώρα η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα το 2017.
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Κράτος Δικαίου και Πολιτική Οικονομία
του Ιωάννη Καμπουράκη
Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής στο Πανεπιστήμιο Erasmus του Ρότερνταμ
Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα
Ήδη από το 2007, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη της Λισσαβόνας, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα σύστασης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σχολιαστές και ακαδημαϊκοί διείδαν τη δυναμική μετάβασης από ένα μοντέλο διακρατικής δικαστικής συνεργασίας σε ένα ακόμα βήμα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Από αυτή τη σκοπιά, η μετάβαση της Εισαγγελίας σε επιχειρησιακή λειτουργία το 2021, σε ένα σύγχρονο σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δεν είναι τυχαία. Πράγματι, το 2021 σημαδεύτηκε όχι μόνο από τη στροφή προς την κεντρική διαχείριση κρίσεων στο πλαίσιο της πανδημίας, αλλά και από την κομβική διεύρυνση των δημοσιονομικών παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και από τη σταδιακή ανάδειξη πιο φιλόδοξων στόχων για τη διαμόρφωση του παραγωγικού μοντέλου της Ένωσης. Έκτοτε, οι πολιτικές της Ε.Ε. έχουν διανοίξει νέες δυνατότητες κρατικού παρεμβατισμού (λ.χ., μέσω της προσωρινής χαλάρωσης του πλαισίου κρατικών ενισχύσεων), αλλά και διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων. Η στροφή της Ε.Ε. δεν αποτελεί μεμονωμένη εξέλιξη, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή τάση ενίσχυσης του στρατηγικού ρόλου του κράτους στην οικονομία, η οποία διευρύνει τα περιθώρια ανάπτυξης πελατειακών σχέσεων και δημιουργεί νέες δυνατότητες ιδιοποίησης και διασπάθισης δημόσιων πόρων.
Σε αυτές τις συνθήκες, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν εμφανίζεται απλώς ως τεχνικός μηχανισμός καταπολέμησης του οικονομικού εγκλήματος εις βάρος των συμφερόντων της Ένωσης, αλλά ως μέρος μιας αναδυόμενης αρχιτεκτονικής ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, όπου η επέκταση του δημόσιου παρεμβατισμού συνοδεύεται από νέες μορφές ελέγχου της εξουσίας επί της νομής των ευρωπαϊκών πόρων. Υπό αυτή την έννοια, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει διττή θεσμική σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση: την προάσπιση του κράτους δικαίου ως θεμελιώδη αρχή της Ε.Ε., αλλά και τη διασφάλιση και υλοποίηση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής στρατηγικής. Από την οπτική των αρχών του κράτους δικαίου, η Εισαγγελία αποτελεί ένα θεσμικό αντίβαρο απέναντι στις δυνατότητες που διανοίγει η δημοσιονομική επέκταση. Παρότι η εντολή και οι αρμοδιότητές της είναι στενά καθορισμένες, εστιάζοντας σε εγκλήματα που αφορούν ευρωπαϊκά κονδύλια και σοβαρή διασυνοριακή απάτη σχετική με τον ΦΠΑ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προσθέτει μια ακόμη θεσμική επίστρωση στον έλεγχο της διαφθοράς. Από τη σκοπιά των εκάστοτε ευρωπαϊκών στρατηγικών, η σταδιακή ενίσχυση της δραστηριότητας της Εισαγγελίας αντανακλά μια μετατόπιση προς μορφές υπερεθνικής δημόσιας εξουσίας, ικανής να πειθαρχεί μορφές οικονομικής ισχύος που ιδιοποιούνται δημόσιους πόρους μέσω της ενοποίησης και συγκέντρωσης των μηχανισμών έρευνας και δίωξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Για τα καθ’ ημάς, και οι δύο αυτές λειτουργίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην τρέχουσα συγκυρία. Όσον αφορά τους θεσμούς, όπως έχει καταστεί σαφές σε πολλές περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατη την αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών, η χώρα έχει αδήριτη ανάγκη από θεσμικά αντίβαρα και αναχώματα κράτους δικαίου. Παράλληλα, με όρους πολιτικής οικονομίας, η δυνατότητα της Εισαγγελίας να λειτουργεί ως μηχανισμός πειθάρχησης απέναντι σε πρακτικές διασπάθισης ευρωπαϊκών πόρων σημαίνει ότι, πρώτον, μπορεί να διακόπτει ορισμένες μορφές συσσώρευσης που βασίζονται σε πελατειακά δίκτυα με την εκτελεστική εξουσία, αποσταθεροποιώντας έτσι σχέσεις κράτους–κεφαλαίου που συγκροτούνται γύρω από την ανταλλαγή πολιτικής επιρροής με οικονομικούς πόρους και, δεύτερον, να περιορίζει τη συγκρότηση κομματικών μηχανισμών που αναπαράγουν και διαιωνίζουν αυτές τις σχέσεις.
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Πότε και για ποιον λόγο δημιουργήθηκε;
της Ζωρζέτας Λάλη
Πρώην Διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα
Το 2017 δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία από 20 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Πρόκειται για αποτέλεσμα ενισχυμένης συνεργασίας, δηλαδή μιας δράσης που ανέπτυξαν μόνο όσα κράτη μέλη συμφωνούν με τον σκοπό της. Ο σκοπός του νέου αυτού οργάνου είναι να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε. από αξιόποινες πράξεις, οι οποίες δεν διώκονται επαρκώς από τις αρχές των κρατών μελών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις σοβαρές διασυνοριακές απάτες στην είσπραξη του ΦΠΑ που υπερβαίνουν τα 10 εκ., οι οποίες έμεναν στο απυρόβλητο λόγω περιορισμένης αρμοδιότητας των δικαστικών αρχών.
Τα κράτη μέλη διαμόρφωσαν τον θεσμό αυτό όπως τα ίδια έκριναν σωστό και λειτουργικό, σεβόμενα πλήρως τα εθνικά συστήματα δικαιοσύνης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνιστά κοινό, αλλά αποκεντρωμένο όργανο. Λειτουργεί δηλαδή σε δυο επίπεδα, το ευρωπαϊκό και το εθνικό. Στο ευρωπαϊκό βρίσκεται στην κορυφή ο/η Γενικός/ή Ευρωπαίος/α Εισαγγελέας -στην προκείμενη η κ. Κοβέσι- και το Κολλέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων το οποίο αποτελείται από έναν εισαγγελέα ανά κράτος μέλος. Στο εθνικό επίπεδο, κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν αριθμό εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων (13 για την Ελλάδα). Ο κανονισμός έχει σημαντικές διατάξεις και διαδικασίες για το θέμα της ανεξαρτησίας των Ευρωπαίων εισαγγελέων καθώς και για θέματα προστασίας ατομικών δεδομένων.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άρχισε να λειτουργεί την 1η Ιουνίου 2021. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να επιληφθεί απάτης που έγινε πριν από αυτή την ημερομηνία. Διαβάζοντας την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μαθαίνουμε ότι το 2025 διαχειριζόταν 3.602 υποθέσεις, (175 αφορούν την Ελλάδα) σχετικά με ζημιές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό ύψους 2,68 δις. Είναι δύσκολο να κατατάξουμε συγκριτικά την χώρα μας ως προς την «ικανότητα» της σε θέματα απάτης. Μπορεί όμως να πει κανείς ότι είναι πολύ ψηλά στην λίστα και μόλις δεύτερη μετά το Βέλγιο, αν την συγκρίνουμε με τα μεσαίου μεγέθους κράτη μέλη. Το σημαντικότερο όμως για μας είναι ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναφέρεται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ως παράδειγμα απάτης από «οργανωμένη εγκληματική οργάνωση», η οποία δρούσε με «σαφή ιεραρχική δομή και διακριτούς ρόλους».
Η συζήτηση για την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει φουντώσει στη χώρα μας και πολλοί τοποθετούνται σχετικά με το αν πρέπει να ανανεωθεί η θητεία των τριών εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων. Κάποιοι μιλούν ακόμα και για αποχώρηση της Ελλάδας από το όργανο. Σε καμία άλλη χώρα της Ε.Ε. δεν υπήρξε τόσο οργανωμένη επίθεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όπως λαμβάνει χώρα σήμερα στην Ελλάδα από το κυβερνών κόμμα και τον φιλοκυβερνητικό τύπο. Τι να σκεφτεί κανείς πέρα από την προφανή ενοχή μιας κυβέρνησης που κατηγορείται για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης;
Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν την σημασία ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε μια χώρα όπου το παλιό πολιτικό κατεστημένο δεν δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στην πάταξη της διαφθοράς. Επιβεβαιώνει την διορατικότητα μιας κυβέρνησης που δεν φοβόταν να εκτεθεί σε έλεγχο και να βάλει την χώρα μας στην αρχική ομάδα των κρατών μελών που προώθησαν την δημιουργία του οργάνου αυτού, όπως και να σηματοδοτήσει με αυτόν τον τρόπο την ξεκάθαρη τοποθέτησή της υπέρ της διαλεύκανσης κάθε απάτης.