Ρεπορτάζ libre: Η εμπορική μετάλλαξη στις γειτονιές της Αθήνας δεν έρχεται με θόρυβο

✨Η ελληνική αγορά αλλάζει δραματικά, με κλείσιμο μικρών καταστημάτων, τραπεζικών υποκαταστημάτων και καταστημάτων ΕΛΤΑ, επηρεάζοντας αρνητικά τις γειτονιές.
✨Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι συστημικές τράπεζες κυριαρχούν, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται λόγω αυξημένων εξόδων, έλλειψης προσωπικού και περιορισμένης χρηματοδότησης.
✨Η ψηφιοποίηση προχωρά αργά στους μικρούς επιχειρηματίες, με λίγους να υιοθετούν αποτελεσματικά την τεχνητή νοημοσύνη και το ηλεκτρονικό εμπόριο να αντικαθιστά τα φυσικά καταστήματα.
✨Οι γειτονιές χάνουν την τοπική τους ταυτότητα, καθώς το εμπόριο γίνεται πιο συγκεντρωμένο και απρόσωπο, μετασχηματίζοντας την πόλη χωρίς συμμετοχή των κατοίκων.
Xάνει η γειτονιά στις μεγάλες πόλεις την ψυχή της; Αν και δεν αρεσκόμαστε στην καθαρά συναισθηματική προσέγγιση των πραγμάτων στην προηγούμενη φράση υπάρχει ισχυρή δόση αλήθειας. Γιατί; Διότι όλοι μας βλέπουμε ότι η ελληνική οικονομία και το ελληνικό επιχειρείν αλλάζουν χαρακτήρα και τα μικρά ψάρια είναι δύσκολο να επιβιώσουν πια.
Το αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι, δεν θα μας απασχολήσει εδώ, άλλωστε τα συμπεράσματα ανήκουν πάντα στον αναγνώστη.
Θα παραθέσουμε, όμως, δεδομένα.
Σε ότι αφορά τη γειτονιά, το χαρακτήρα τους δεν τον διατηρούν μόνο οι μικρές επιχειρήσεις αλλά και ΔΕΚΟ πολλών τύπων, εκεί που ο πολίτης μπορεί να διεκπεραιώσει κάποιες από τις υποχρεώσεις του με “φυσικό” τρόπο.
Μέσα στο προηγούμενο διάστημα όμως έκλεισαν 204 συνολικά καταστήματα ΕΛΤΑ. Την ίδια ώρα, και περισσότερο στην ελληνική περιφέρεια, οι ελληνικές τράπεζες κλείνουν πολλά φυσικά τους καταστήματα των οποίων η λειτουργία θεωρείται πλέον ασύμφορη με στενή οικονομική ανάγνωση.
Οι γειτονιές και οι μικρές πόλεις αλλάζουν έτσι όψη.
Από την άποψη των μικρών επιχειρήσεων, η πραγματικότητα δεν είναι περισσότερο ενθαρρυντική. Ο συνολικός τζίρος αυξάνεται αλλά το μεγάλο μέρος των κερδών πηγαίνουν στους ισχυρούς παίκτες της αγοράς. Οι πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις στην Ελλάδα κατά τα προηγούμενο έτος ήταν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες και οι εταιρίες ενέργειες. Στο λιανεμπόριο, όπως είναι μάλλον αναμενόμενο, τη μερίδα του λέοντος, παίρνουν οι πολύ μεγάλες φίρμες.
Η αγορά μεγαλώνει αλλά για λίγους. Οι πολλοί, οι περισσότερες δηλαδή ελληνικές επιχειρήσεις, μικρές ή πολύ μικρές αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα χωρίς να έχουν πρόσβαση σε σοβαρή χρηματοδότηση.
Ακόμα και στην ψηφιοποίησή τους παρουσιάζονται δυσλειτουργίες. Φαίνεται ότι μία στις τρεις μικρές επιχειρήσεις πειραματίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη, ομως μόνο μία στις είκοσι την έχει υιοθετήσει πρακτικά και αποτελεσματικά.
Οι μικρομεσαίοι, συνοπτικά, αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ενέργειας, δυσκολία εύρεσης προσωπικού και χαμηλή παραγωγικότητα. Και κάπως έτσι όσα γνωρίζαμε για το χαρακτήρα της τοπικής αγοράς αρχίζουν και αλλάζουν.
Το χειρότερο; Ενώ πολλές φορές το κλείσιμο μίας μεγάλης φίρμας γίνεται πρωτοσέλιδο, τα λουκέτα των μικρομεσαίων και κατά συνέπεια η ερημοποίηση ολόκληρων αγορών στην Αθήνα και την περιφέρεια, δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν. Ούτε φυσικά η συγκέντρωση του πλούτου σε ολοένα λιγότερα χέρια, αυτό είναι ένα γενικότερο ζήτημα που χρήζει ίσως ξεχωριστού σχολιασμού.
Σε κάθε περίπτωση όμως τα πράγματα αλλάζουν.
- Η αγορά προσανατολίζεται σε μεγαλύτερες και πολλές φορές άκρως ψηφιακές επιχειρήσεις.
- Η φυσική παρουσία μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, πολλά γίνονται μέσω του διαδικτύου χωρίς επίσκεψη σε φυσικά καταστήματα.
- Το e-commerce αντικαθιστά πολλές φορές τα “φυσικά” σημεία ενώ πολλοί μικροεπιχειρηματίες δεν διαθέτουν κατάστημα παρά μόνο σχετικούς λογαριασμούς στα social και e-shop.
Στη δε Αθήνα, αν θέλουμε να γίνουμε περισσότερο συγκεκριμένοι, οι μικροί δείχνουν να αποκλείονται από συγκεκριμένες αγορές. Στην Ερμού για παράδειγμα τα ύψη των ενοικίων είναι απαγορευτικά. Στο Νέο Ψυχικό και γενικότερα στα βόρεια προάστεια επίσης, σε άλλες περιοχές, με χαμηλότερα ενοίκια, παρατηρείται αστάθεια αλλά και μίας μορφής πειρασματισμός με νέου τύπου μικρές επιχειρήσεις όπως τα second hand.
Είναι σαφές ότι η αλλαγή στα μικρά μαγαζιά της Αθήνας δεν έρχεται με θόρυβο. Δεν έχει κορδέλες εγκαινίων ούτε τίτλους για «μεγάλα λουκέτα».
Συμβαίνει αργά, ένα ρολό που δεν ξανανεβαίνει, μια ταμπέλα που αλλάζει, μια βιτρίνα που μένει άδεια λίγο περισσότερο απ’ όσο αντέχει μια κατά κύριο λόγο λαϊκή γειτονιά.
Και όμως, πίσω από αυτές τις μικρές μετατοπίσεις, φαίνεται ότι κρύβεται μια μεγάλη αλλαγή: η πόλη μετασχηματίζεται χωρίς να ρωτά τους ανθρώπους που τη ζουν καθημερινά. Το εμπόριο γίνεται πιο απρόσωπο, οι υπηρεσίες πιο συγκεντρωμένες, οι γειτονιές λιγότερο “δικές” τους.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι πόσα μαγαζιά κλείνουν. Αλλά τι είδους πόλη μένει πίσω όταν αυτά χαθούν. Και επαναλαμβάνουμε. Δεν κρίνουμε, απλώς καταγράφουμε.