Έρευνα libre: Σε ποια προϊόντα βάζουν “κόφτη” οι Έλληνες καταναλωτές-Συγκυριακή προσαρμογή, ή μόνιμη κανονικότητα;
✨Η συνεχής ακρίβεια αναγκάζει τους καταναλωτές να περιορίζουν τις αγορές τους, ξεκινώντας από επώνυμα προϊόντα και γλυκά έως είδη πρώτης ανάγκης όπως κρέας και γαλακτοκομικά.
✨Οι καταναλωτές στρέφονται σε πιο οικονομικές επιλογές, όπως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, και δίνουν προτεραιότητα στην τιμή έναντι της ποιότητας, με μόνο το 17% να πληρώνει παραπάνω για ποιοτικά προϊόντα.
✨Σχεδόν το 20% του εισοδήματος κατευθύνεται πλέον στα τρόφιμα, ενώ οι καταναλωτές υιοθετούν νέες συνήθειες, όπως σύγκριση τιμών, λίστα αγορών και επίσκεψη σε περισσότερα καταστήματα.
✨Οι αλλαγές αυτές διαμορφώνουν μια νέα καταναλωτική πραγματικότητα, που πιθανόν να είναι μόνιμη και χαρακτηρίζεται από μείωση αγορών και προσεκτικότερες επιλογές λόγω οικονομικής δυστοπίας.
H συνεχόμενη, τα τελευταία χρόνια, ακρίβεια αναγκάζει πολλούς από τους καταναλωτές να βάζουν “κόφτη” σε παλαιότερες αγοραστικές συνήθειές τους και να περιορίζουν τα προϊόντα που αγοράζουν. Προφανώς δεν σας κάναμε σοφότερους με την παραπάνω πληροφορίες, οφείλαμε όμως να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα. Το επόμενο ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε στο πλαίσιο αυτού του ρεπορτάζ είναι σε ποια προϊόντα βάζουν κόφτη οι καταναλωτές.
Έρευνες της αγοράς από διακεκριμένες εταιρίες έχουν καταδείξει ότι οι πρώτες περικοπές αφορούν επώνυμα προϊόντα (που αντικαθιστώνται από φθηνότερες επιλογές), γλυκά και σνακ αλλά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας σχετικά υψηλού κόστους. Λογικές οι παραπάνω περικοπές.
Πλέον όμως οι “κόφτες” επεκτείνονται και σε είδη πρώτης ανάγκης όπως το κρέας και το ψάρι, τα γαλακτοκομικά (ειδικά τα βρεφικά γάλατα είναι πολύ ακριβά στην Ελλάδα) τα φρούτα και τα λαχανικά. Σ’ αυτά τα είδη παρατηρείται μείωση στην ποσότητα που αγοράζονται ή στη συχνότητα της αγοράς τους.
Την ίδια ώρα ο πληθωρισμός, άρα και η ακρίβεια, καλά κρατούν εξωθώντας τους καταναλωτές σε νέες περικοπές. Το 2025 τα γλυκά και τα σοκολατοειδή αυξήθηκαν κατά 9,6% και το φρέσκο κρέας κατά 7,6%. Σ’ αυτά ακριβώς τα είδη παρατηρήθηκαν και οι μεγαλύτεροι “κόφτες” των καταναλωτών.
Στα απορρυπαντικά, την ίδια ώρα, παρατηρείται μία έντονη στροφή σε περισσότερο οικονομικά προϊόντα, σ’ αυτά που χαρακτηρίζουμε “ετικέτας” και είναι, ανά σούπερ μάρκετ, αρκετά πιο φθηνά σε σχέση με τα προϊόντα των επώνυμων εταιριών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σ’ αυτό είναι τα απορρυπαντικά των πιάτων. Τα ετικέτας σε μικρή συσκευασία δεν ξεπερνούν το 1 ευρώ ανά τεμάχιο.
Σύμφωνα με μία περσινή έρευνα του ΙΕΛΚΑ οι καταναλωτές συμβιβάζονται, τρόπον τινά, με τη σκληρή πραγματικότητα. Μόνο των 17% αυτών δήλωσε πρόθυμο να πληρώσει παραπάνω για “ποιοτικά προϊόντα”. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η τιμή ενός προϊόντος είναι πλέον το βασικό κριτήριο της αγοράς του. Το αντέχει η τσέπη; Μπαίνει στο καλάθι. Δεν το αντέχει; Δεν μπαίνει όσο χρήσιμο ή ελκυστικό και αν είναι.
Αν όλα τα παραπάνω συνδεθεί με το εύρημα των ερευνών της ΕΛΣΤΑΤ ότι σχεδόν το 20% του εισοδήματος κατευθύνεται πλέον στα τρόφιμα, γίνεται απολύτως κατανοητό γιατί μπαίνει ο κόφτης στις αγορές του σούπερ μάρκετ.
Γι’ αυτό επίσης έχει αλλάξει, αισθητά θα έλεγε κανείς, η βιωμένη πραγματικότητα στα σούπερ μάρκετ και στα λοιπά καταστήματα τροφίμων.
Πλέον οι καταναλωτές συγκρίνουν τιμές πιο συστηματικά, επιλέγουν προϊόντα σε προσφορά, κάνουν λίστα πριν τα ψώνια για να αποφύγουν περιττές αγορές και αρκετές φορές επισκέπτονται περισσότερα από ένα καταστήματα. Οι συνταξιούχοι, με περισσότερο χρόνο και… λιγότερο εισόδημα στη διάθεσή τους έχουν υιοθετήσει μαζικά τις παραπάνω συνήθειες.
Είναι, έτσι, απολύτως σαφές ότι οι αλλαγές αυτές φαίνεται να παγιώνονται, διαμορφώνοντας ένα νέο καταναλωτικό τοπίο. Η ακρίβεια δεν οδηγεί μόνο σε προσωρινές περικοπές, αλλά σε μια συνολική αναθεώρηση των προτεραιοτήτων των νοικοκυριών αλλά σε αλλαγή συγκεκριμένων συμπεριφορών.
Το «καλάθι» μικραίνει, οι επιλογές γίνονται πιο προσεκτικές και η έννοια της αγοράς μετατοπίζεται από την ευκολία στην ανάγκη.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτές οι αλλαγές αποτελούν μια συγκυριακή προσαρμογή ή τη νέα μόνιμη κανονικότητα στην καταναλωτική ζωή της χώρας. Αν πρόκειται για το δεύτερο, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η νέα κανονικότητα απέχει πολύ από αυτό που επιθυμούν οι πολίτες για τη ζωή τους. Δεν πρόκειται άρα για κανονικότητα, αλλά για οικονομική δυστοπία.