Ράμμος για υποκλοπές: Δεν πίστευα στα μάτια μου διαβάζοντας την ανακοίνωση Τζαβέλλα

 Ράμμος για υποκλοπές: Δεν πίστευα στα μάτια μου διαβάζοντας την ανακοίνωση Τζαβέλλα
💡 AI Summary by Libre

Ο Χρήστος Ράμμος εξέφρασε απογοήτευση για την απόφαση του εισαγγελέα Τζαβέλλα να μην ανασύρει τη δικογραφία για τις υποκλοπές με το λογισμικό Predator.

Τόνισε ότι η απόφαση αγνοεί κρίσιμες ενδείξεις και τη λεπτομερή, 1.900 σελίδων απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που τεκμηριώνει τις αποκαλύψεις.

Ο Ράμμος υποστήριξε ότι η δημόσια κριτική στη Δικαιοσύνη είναι θεμιτή και αναγκαία για τη διαφάνεια και τη βελτίωση των θεσμών στη δημοκρατία.

Επισήμανε ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να διερευνά πλήρως υποθέσεις που αφορούν ισχυρά πρόσωπα, διαφορετικά κλονίζεται η εμπιστοσύνη της κοινωνίας.

Για την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να μην ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία για την υπόθεση των υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator, μίλησε ο πρώην πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ, Χρήστος Ράμμος, στα Παραπολιτικά 90,1 και στην εκπομπή «Στον αέρα», με τη δημοσιογράφο Νίκη Λυμπεράκη.

Κληθείς να σχολιάσει την απόφαση του κ. Τζαβέλλα, ο κ. Ράμμος είπε: «Παρά το γεγονός ότι είχα ζήσει από πρώτο χέρι τα πεπραγμένα δύο παλαιότερων Εισαγγελέων του Αρείου Πάγου, του κ. Ντογιάκου και της κ. Αδειλίνη, ήθελα να ελπίζω ότι παρόμοια πρακτική δεν θα τρίτωνε και δεν θα επαναλαμβανόταν. Διάβασα και ξαναδιάβασα την ανακοίνωση αυτή του κυρίου Τζαβέλλα και δεν πίστευα στα μάτια μου και νομίζω ότι η εσχάτη πλάνη είναι χείρων των προηγουμένων. Και τούτο διότι μεσολάβησε η τεκμηριωμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, του δικαστή κ. Ασκιανάκη. Υπήρξαν αποκαλύψεις οι οποίες καταγράφηκαν στην απόφαση. Θυμίζω ότι είναι μία απόφαση 1.900 σελίδων που τεκμηρίωναν με μαρτυρικές καταθέσεις διάφορα περιστατικά για τα οποία μας είχαν ενημερώσει αναλυτικά οι δημοσιογράφοι που παρακολουθούσαν κάθε μέρα τη δίκη».

«Του κ. Τζαβέλλα δεν του ζήτησε κανείς να κηρύξει ενοχή ή μη ενοχή κάποιου· εκείνο το οποίο ζητήθηκε και το οποίο ήταν το καθήκον του ήταν να διερευνήσει όλες αυτές τις ενδείξεις οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες. Νομίζω συμφωνούμε όλοι όσοι έχουμε στοιχειώδη λογική ότι ήταν πολύ κρίσιμες και οδηγούσαν ενδεχομένως σε σκέψεις και για πράξεις οι οποίες είχαν ενδεχομένως σύνδεσμο και με κρατικούς παράγοντες. Μια τόσο μεγάλη συρροή ενδείξεων δεν είναι δυνατόν να παρακάμπτεται», πρόσθεσε.

Ερωτηθείς αν είναι θεμιτό να ασκείται κριτική στη Δικαιοσύνη, ο κ. Ράμμος απάντησε: «Η άποψη που ακούγεται είναι μία άποψη που επιχειρεί να επιβάλει περιορισμό στην ελευθερία έκφρασης και να επιβάλει σιωπή στα πεπραγμένα της δικαστικής εξουσίας. Νομίζω ότι πρόκειται για μία θεωρία η οποία επιχειρεί να μας πάει πίσω σε παλαιότερες εποχές. Η αυστηρή κριτική δεν είναι απαξίωση. Κάποιος απαξιώνεται από αυτά που κάνει ή δεν κάνει, όχι από την κριτική που του γίνεται. Οι δικαστές έχουν μια τεράστια εξουσία, μοναδική με βάση το Σύνταγμα· αποφασίζουν για τη ζωή μας, για τα περιουσιακά μας δικαιώματα, για την προσωπική μας ελευθερία· πρέπει λοιπόν να αντέχουν και να αποδέχονται τη δημόσια κριτική στα πεπραγμένα τους. Η δημόσια κριτική, όσο και αν είναι δυσάρεστη, είναι αυτονόητο δικαίωμα σε μια σύγχρονη και ελεύθερη δημοκρατία και αφορά όλες τις εξουσίες. Είναι οξυγόνο για τη δημοκρατία και βοηθάει στη βελτίωση των θεσμών».

«Η δικαστική εξουσία κρίνεται καθημερινά, αλλά κρίνεται κυρίως στις μεγάλες υποθέσεις που έχουν σχέση με το κράτος δικαίου, που έχουν σχέση με σοβαρά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία και που έχουν σχέση κυρίως με ευθύνες των ισχυρών. Όταν εκεί η Δικαιοσύνη φαίνεται να μην κάνει πλήρη διερεύνηση, να διστάζει ή να φαίνεται ότι προσπαθεί να μην αγγιχθούν πρόσωπα τα οποία είναι ισχυρά, τότε κλονίζεται η πίστη στη δικαστική εξουσία. Δεν είναι ένα θέσφατο η δικαστική εξουσία· η δικαστική εξουσία οφείλει να αποδεικνύει τι είναι, οφείλει να έχει την ταπεινότητα να κάνει τη δουλειά της και να πείθει. Στις υποθέσεις τις τελευταίες –υποκλοπές, Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ– δεν φαίνεται να το κάνει», κατέληξε.

Σχετικά Άρθρα