Ο κίνδυνος να μετατραπεί η Βουλή σε ανακριτικό πεδίο-Τα δικαστικά συμβούλια, ο Φλωρίδης, η (αν)ισορροπία εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμών
✨Η νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ περιλαμβάνει αναφορές σε βουλευτές, αλλά πολλές κατηγορίες δεν φαίνεται να στοιχειοθετούνται επαρκώς, προκαλώντας πολιτικά ερωτήματα.
✨Η αποστολή δικογραφιών σε δόσεις και η έλλειψη πληρότητας δημιουργούν θεσμική εκκρεμότητα, αφήνοντας πολιτικά πρόσωπα εκτεθειμένα χωρίς άμεση δικαστική κρίση.
✨Κυβερνητικά στελέχη επικρίνουν τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και την κατάργηση των δικαστικών συμβουλίων, που λειτουργούσαν ως κρίσιμο «φίλτρο» για τις διώξεις.
✨Η κατάσταση απειλεί την πολιτική σταθερότητα και τη λειτουργία των θεσμών, ενώ ζητείται επανεξέταση της ισορροπίας μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εισαγγελικών αρχών.
Η διαβίβαση στη Βουλή της νέας δικογραφίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περιλαμβάνει αναφορές σε βουλευτές για αδικήματα που σε πολλές περιπτώσεις, σύμφωνα με πληροφορίες του κοινοβουλευτικού και δικαστικού ρεπορτάζ αλλά και κυβερνητικών πηγών, δεν φαίνεται να στοιχειοθετούνται επαρκώς. Το γεγονός προκαλεί ερωτήματα και πολιτικές αιχμές καθώς η πρακτική αυτή, ενισχύει την αίσθηση ότι το Κοινοβούλιο μετατρέπεται σταδιακά σε ένα διαρκές «ανακριτικό πεδίο», όπου αξιολογούνται φάκελοι χωρίς σαφές κατηγορητήριο.
Παράλληλα, η αποστολή δικογραφιών «σε δόσεις» –με χρονικές αποστάσεις και χωρίς πλήρη εικόνα των στοιχείων– δημιουργεί προβληματισμό για τον τρόπο και τον χρόνο ενεργοποίησης των σχετικών διαδικασιών.
Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι τα πιθανά αδικήματα, για τα οποία εξάλλου και δια στόματος του πρωθυπουργού ζητείται πλήρης και σε βάθος διερεύνηση, αλλά η ποιότητα και η πληρότητα των φακέλων.
Όπως σημειώνουν, δεν πρόκειται για εμπεριστατωμένες δικογραφίες με σαφείς κατηγορίες, αλλά για υλικό που αφήνει ανοιχτά ερωτήματα και μεταθέτει το βάρος της αξιολόγησης στη Βουλή. Αυτό, σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, δημιουργεί ένα περιβάλλον «θεσμικής εκκρεμότητας», στο οποίο πολιτικά πρόσωπα βρίσκονται εκτεθειμένα χωρίς να έχουν τη δυνατότητα άμεσης δικαστικής κρίσης.
Υπό αυτό το πλαίσιο διατυπώνεται έντονη κριτική από κυβερνητικά στελέχη για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κάνουν λόγο για έναν μηχανισμό που λειτουργεί με περιορισμένο έλεγχο, ενώ επισημαίνουν ότι η δημοσιοποίηση στοιχείων –είτε μέσω επίσημων ανακοινώσεων είτε μέσω διαρροών– προηγείται συχνά της θεσμικής επεξεργασίας των υποθέσεων.
Το γεγονός αυτό, κατά τις ίδιες πηγές, εντείνει την πολιτική διάσταση των υποθέσεων και τροφοδοτεί ένα κλίμα «προκατασκευασμένων εντυπώσεων».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις επιπτώσεις για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Όπως σημειώνεται, η απλή αναφορά σε δικογραφία αρκεί για να δημιουργήσει σκιές στην κοινή γνώμη, ανεξαρτήτως της τελικής δικαστικής κατάληξης. Η απουσία ενός ταχέως μηχανισμού αξιολόγησης των στοιχείων εντείνει το πρόβλημα, με τους πολιτικούς που αναφέρονται στους φακέλους.
Το νέο στοιχείο μετά τις αιχμές εναντίον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όχι για την ουσία αλλά για τον τρόπο λειτουργίας είναι και η κριτική που διατυπώνεται στο παρασκήνιο για τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, κυρίως για την κατάργηση των δικαστικών συμβουλίων.
Και τούτο διότι σύμφωνα με νομικούς κύκλους τα συμβούλια αυτά λειτουργούσαν ως κρίσιμο «φίλτρο», διασφαλίζοντας ότι η άσκηση διώξεων θα στηρίζεται σε επαρκείς ενδείξεις. Η κατάργησή τους, έχει αφήσει ένα θεσμικό κενό, το οποίο πλέον καλύπτεται άτυπα από τη Βουλή.
Με επακόλουθο να μεταβάλλεται η ισορροπία μεταξύ δικαστικής και νομοθετικής λειτουργίας, μεταφέροντας κρίσιμες αξιολογικές αρμοδιότητες στο πολιτικό πεδίο. Παράλληλα, ασκείται κριτική στον υπουργό ότι δεν έχει προχωρήσει σε εναλλακτικές θεσμικές δικλίδες που να προστατεύουν επαρκώς τα δικαιώματα των ελεγχόμενων προσώπων.
Πέραν τούτων δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψιν και το γεγονός ότι η κατάσταση ενδέχεται να οδηγήσει σε γενικευμένη «ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής» σε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η πολιτική ευθύνη και η ποινική διερεύνηση να καθίσταται όλο και πιο δυσδιάκριτη.
Ο κίνδυνος για την προστασία των δικαιωμάτων είναι ορατός, αγγίζει τη λειτουργία και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς αλλά και την πολιτική σταθερότητα, και υπό αυτήν την έννοια, υποστηρίζουν κάποιοι, θα έπρεπε να επανεξεταστεί το πλαίσιο για τη θεσμική ισορροπία μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εισαγγελικών αρχών.