ΗΠΑ-Ιράν: Γιατί χωρίς συμμετοχή των χωρών του Περσικού Κόλπου δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη συμφωνία
✨Οι χώρες του Κόλπου πλήττονται δυσανάλογα από τον πόλεμο ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, χωρίς να συμμετέχουν άμεσα, με το 83% των ιρανικών επιθέσεων να τις στοχεύει.
✨Παρά την καχυποψία τους για τις συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν, στηρίζουν τη διπλωματία, ενισχύουν την άμυνά τους και απαιτούν ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις ασφαλείας.
✨Η συμμετοχή τους θεωρείται κυριαρχικό δικαίωμα, με απαίτηση σαφών εγγυήσεων για ασφάλεια, σταθερότητα και σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας στην περιοχή.
✨Ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου τονίζει ότι καμία γεωπολιτική αναδιάταξη στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη δική τους συναίνεση.
Καθώς ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν εισέρχεται σε παρατεταμένη φάση, οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται στο επίκεντρο μιας κρίσης που δεν ελέγχουν, αλλά πληρώνουν δυσανάλογα. Παρά τη στρατηγική τους επιλογή να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή, έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με την πραγματικότητα των επιθέσεων, των γεωπολιτικών πιέσεων και της αβεβαιότητας για την επόμενη ημέρα. Την ίδια στιγμή, παρακολουθούν στενά τις έμμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, οι οποίες —σύμφωνα με πληροφορίες— διεξάγονται μέσω διαύλων όπως το Πακιστάν, με στόχο να αποτραπεί μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, ο Κόλπος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για ασφάλεια, την επιδίωξη της σταθερότητας και την επιμονή του να έχει λόγο στις αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της περιοχής.
Τα δεδομένα της σύγκρουσης είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που καταγράφονται στον αραβικό Τύπο, περίπου το 83% των ιρανικών επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχει στοχεύσει χώρες του Κόλπου, πλήττοντας ζωτικές υποδομές και πολιτικές εγκαταστάσεις, ενώ μόλις το 17% κατευθύνθηκε προς το Ισραήλ. Η αναλογία αυτή ενισχύει την αίσθηση στις αραβικές πρωτεύουσες ότι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή ενός πολέμου στον οποίο δεν συμμετέχουν άμεσα, αλλά υφίστανται τις συνέπειές του.
- Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αρχίζει να διαμορφώνεται μια πιο σαφής θέση των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου για την επόμενη ημέρα. Ο γενικός γραμματέας του οργανισμού, Τζάσεμ αλ-Μπαντιουί, ξεκαθάρισε ότι τα κράτη-μέλη απαιτούν να έχουν ενεργό ρόλο σε κάθε διαπραγμάτευση ή συμφωνία που θα αφορά την ασφάλεια της περιοχής. Το μήνυμα είναι σαφές: καμία αναδιάταξη του γεωπολιτικού χάρτη της Μέσης Ανατολής δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συμμετοχή τους. Η θέση αυτή αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη ανησυχία ότι οι μεγάλες δυνάμεις ενδέχεται να διαμορφώσουν νέες ισορροπίες ερήμην των άμεσα επηρεαζόμενων κρατών.
Παράλληλα, οι χώρες του Κόλπου επιμένουν ότι η διπλωματία παραμένει η πιο ρεαλιστική και αποτελεσματική επιλογή. Αν και δεν αποκλείουν κανένα εργαλείο που προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο, δίνουν σαφές προβάδισμα σε πολιτικές λύσεις που θα αποτρέψουν μια γενικευμένη ανάφλεξη. Η στάση αυτή αντανακλά όχι μόνο στρατηγική επιλογή, αλλά και πρακτική ανάγκη: μια ευρύτερη σύγκρουση θα είχε καταστροφικές συνέπειες τόσο για τις οικονομίες τους όσο και για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Ωστόσο, η προσέγγιση των χωρών του Κόλπου απέναντι στις συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν χαρακτηρίζεται από έντονη καχυποψία. Όπως επισημαίνουν πολιτικοί αναλυτές, οι χώρες της περιοχής δεν απορρίπτουν τον διάλογο, αλλά ανησυχούν βαθιά για το περιεχόμενό του. Από τη δική τους οπτική, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αλλά επεκτείνεται στα βαλλιστικά πυραυλικά συστήματα και στο δίκτυο περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης σε χώρες όπως η Υεμένη, ο Λίβανος και το Ιράκ.
- Η έλλειψη εμπιστοσύνης αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της εξίσωσης. Δηλώσεις αξιωματούχων της Σαουδικής Αραβίας περί «κατάρρευσης της εμπιστοσύνης» προς το Ιράν αποτυπώνουν το κλίμα που επικρατεί. Την ίδια στιγμή, οι χώρες του Κόλπου δηλώνουν ότι δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τις επιθέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι βρίσκονται στο περιθώριο κρίσιμων αποφάσεων, παρότι υφίστανται μεγάλο μέρος των συνεπειών.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, διαμορφώνεται μια διπλή στρατηγική. Από τη μία πλευρά, οι χώρες του Κόλπου στηρίζουν ενεργά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης και ενθαρρύνουν τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Από την άλλη, ενισχύουν τις αμυντικές τους δυνατότητες και επεκτείνουν τις συμμαχίες ασφαλείας, προετοιμαζόμενες για ένα πιο ασταθές και απρόβλεπτο περιβάλλον.
Η απαίτηση για συμμετοχή στις συνομιλίες δεν είναι απλώς μια πολιτική θέση, αλλά —όπως τονίζει ο ειδικός σε θέματα ασφάλειας Ζάφερ αλ-Ατζμί— ένα κυριαρχικό δικαίωμα. «Δεν μπορούμε να δεχθούμε τη διαμόρφωση του μέλλοντός μας χωρίς εμάς», είναι το βασικό μήνυμα που εκπέμπεται. Η συμμετοχή τους θεωρείται απαραίτητη για την εξασφάλιση δεσμευτικών εγγυήσεων, που θα προστατεύουν τις υποδομές, τις οικονομίες και την εσωτερική σταθερότητα των κρατών τους.
Από την ίδια σκοπιά, αναλυτές όπως ο Ιμπραήμ Ριχάν υπογραμμίζουν ότι οι χώρες του Κόλπου, παρά τη συγκρατημένη και ψύχραιμη στάση που έχουν επιδείξει, δεν είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν ημιτελείς συμφωνίες. Κάθε ενδεχόμενη συμφωνία, τονίζουν, θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς όρους: τερματισμό της κλιμάκωσης, εγγυήσεις ασφάλειας για τις θαλάσσιες και ενεργειακές οδούς και μια ξεκάθαρη δέσμευση σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας.
- Την ίδια στιγμή, η διεθνής διάσταση της κρίσης εντείνεται. Οργανισμοί όπως το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχουν ήδη καταδικάσει τις επιθέσεις κατά χωρών του Κόλπου, ζητώντας αποζημιώσεις και ενισχύοντας το νομικό και πολιτικό βάρος των αιτημάτων τους.
Συνολικά, ο Κόλπος κινείται σε μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία. Από τη μία, επιδιώκει να αποφύγει την άμεση εμπλοκή σε έναν πόλεμο υψηλού ρίσκου. Από την άλλη, αρνείται να παραμείνει παθητικός θεατής σε μια διαδικασία που θα καθορίσει το μέλλον του. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η έκβαση της σύγκρουσης, αλλά και ο ρόλος που θα διαδραματίσουν οι ίδιες οι χώρες της περιοχής στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά τι είδους συμφωνία θα είναι αυτή — και κυρίως αν θα αντανακλά τις πραγματικές ανησυχίες και ανάγκες των χωρών του Κόλπου. Γιατί, όπως δείχνουν τα δεδομένα, χωρίς τη δική τους συμμετοχή και συναίνεση, καμία βιώσιμη ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί στη Μέση Ανατολή.