Βιετνάμ 2.0; Η Ιστορία, συχνά επαναφέρει τα ίδια λάθη με διαφορετικό πρόσωπο
✨Η συζήτηση για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναλαμβάνουν τα λάθη του Βιετνάμ αναζωπυρώνεται λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν και της αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
✨Ο Ρώσος αναλυτής Αλεξάντρ Τιμοχίν επισημαίνει ότι η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει νίκη, καθώς το Ιράν ακολουθεί στρατηγική φθοράς και ασύμμετρης πίεσης.
✨Η αμερικανική στρατηγική στηρίζεται στην αεροπορική υπεροχή, όμως η Τεχεράνη διατηρεί επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και ψυχολογική πίεση, δημιουργώντας στρατηγικό αδιέξοδο για τις ΗΠΑ.
✨Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει επιλογή μεταξύ υποχώρησης με γεωπολιτικό κόστος ή κλιμάκωσης που μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένο πόλεμο με παγκόσμιες συνέπειες.
Η συζήτηση για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναλαμβάνουν τα λάθη του Βιετνάμ επιστρέφει με ένταση, αυτή τη φορά με φόντο τη σύγκρουση με το Ιράν και τη γενικευμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνολογική υπεροχή αντιμετωπίζεται σχεδόν ως συνώνυμο της στρατιωτικής κυριαρχίας, δεν λείπουν οι αναλυτές που προειδοποιούν ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο με όπλα, αλλά και με στρατηγική, πολιτική αντοχή και ψυχολογική πίεση. Ο Ρώσος στρατιωτικός αναλυτής Αλεξάντρ Τιμοχίν εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα γνώριμο μοτίβο: να κερδίζει μάχες, αλλά να χάνει τον πόλεμο. Όπως συνέβη στο Βιετνάμ, η υπερδύναμη φαίνεται να βρίσκεται απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν επιδιώκει μια γρήγορη, θεαματική νίκη, αλλά μια μακρά διαδικασία φθοράς, ικανή να καταστήσει τη σύγκρουση πολιτικά, οικονομικά και στρατηγικά ασύμφορη.
Σύμφωνα με τον Τιμοχίν, για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή δυναμική, πρέπει να επιστρέψει στο παρελθόν. Στο Βιετνάμ, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν συντριπτική υπεροχή σε εξοπλισμό, ισχύ πυρός και επιχειρησιακά μέσα, χωρίς όμως να κατορθώσουν να μετατρέψουν αυτή την υπεροχή σε στρατηγική νίκη.
Η βιετναμέζικη πλευρά δεν είχε ως κύριο στόχο να επικρατήσει σε κάθε επιμέρους μάχη. Επιδίωξε, αντίθετα, να εξαντλήσει σταδιακά την αμερικανική πολιτική βούληση. Μέσα από έναν συνδυασμό ανταρτοπολέμου, πολιτικής πίεσης και μακροχρόνιας φθοράς, κατάφερε να επιβάλει ένα κόστος που η Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αντέχει επ’ αόριστον.
Αυτή ακριβώς τη λογική ο Ρώσος αναλυτής βλέπει να επανεμφανίζεται σήμερα στην περίπτωση του Ιράν. Παρά την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή, η Τεχεράνη δεν επιδιώκει μια μετωπική αντιπαράθεση στο επίπεδο των συμβατικών δυνάμεων. Αντιθέτως, επενδύει σε μια στρατηγική ασύμμετρης πίεσης, αξιοποιώντας μέσα όπως οι πύραυλοι και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η ανάπτυξη συστημάτων όπως το drone Σαχέντ-136 δείχνει, κατά την προσέγγιση αυτή, ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της Δύσης, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε αποτελεσματικό εργαλείο πίεσης ακόμη και από περιφερειακές δυνάμεις.
- Κεντρικό πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, είναι η απουσία μιας συνεκτικής στρατηγικής. Όπως και στο Βιετνάμ, η Ουάσιγκτον μοιάζει να εισέρχεται στη σύγκρουση χωρίς σαφές σχέδιο για την τελική της έκβαση. Η προσδοκία ότι εσωτερικοί παράγοντες ή σύμμαχοι εντός του Ιράν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μοχλός ανατροπής δεν επιβεβαιώθηκε. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική που φαίνεται να βασίζεται περισσότερο σε υποθέσεις και επιθυμίες, παρά σε ψυχρές και ρεαλιστικές εκτιμήσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, η έμφαση στην αεροπορική υπεροχή συνιστά ένα ακόμη στοιχείο που παραπέμπει στο παρελθόν. Η αμερικανική στρατηγική δείχνει να στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αεροπορική ισχύς μπορεί να κάμψει τη βούληση του αντιπάλου και να επιβάλει μια γρήγορη μεταβολή των συσχετισμών. Ωστόσο, όπως συνέβη και στο Βιετνάμ, οι βομβαρδισμοί δεν φαίνεται να οδηγούν σε καθοριστική ανατροπή. Αντίθετα, το Ιράν συνεχίζει να ανταποκρίνεται, διατηρώντας την επιχειρησιακή του δυνατότητα και ενισχύοντας παράλληλα την εικόνα ανθεκτικότητας που επιδιώκει να εκπέμψει.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο στρατηγικό αδιέξοδο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να καταγράφουν επιμέρους επιτυχίες —καταστροφή στόχων, πλήγματα σε στρατιωτικές υποδομές, προσωρινό περιορισμό επιχειρησιακών δυνατοτήτων— δεν πετυχαίνουν όμως τον βασικό πολιτικό στόχο: την επιβολή μιας λύσης με όρους που να τις ευνοούν. Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη καταφέρνει να διατηρεί την πίεση, ακόμη και μέσω περιορισμένων αλλά συνεχών επιθέσεων, οι οποίες έχουν δυσανάλογο ψυχολογικό και οικονομικό αντίκτυπο.
- Η διάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση του Ισραήλ, όπου, όπως σημειώνει ο Τιμοχίν, ακόμη και περιορισμένα πλήγματα αρκούν για να διαταράξουν την καθημερινότητα και να ενισχύσουν το αίσθημα ανασφάλειας. Η στρατηγική δεν αποσκοπεί κατ’ ανάγκην στη μαζική καταστροφή, αλλά στη διαρκή υπενθύμιση της απειλής. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια μορφή πολέμου φθοράς, που δοκιμάζει τα όρια όχι μόνο των στρατών, αλλά και των κοινωνιών και των πολιτικών συστημάτων.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει δύο βασικές επιλογές: είτε να αποδεχθεί μια μορφή υποχώρησης, είτε να προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση. Καμία από τις δύο δεν είναι χωρίς κόστος. Η πρώτη θα μπορούσε να εκληφθεί ως ήττα, με σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες και πλήγμα στο κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δεύτερη, αντίθετα, ενδέχεται να οδηγήσει σε έναν πιο εκτεταμένο και ακριβό πόλεμο, με ευρύτερες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, την ενέργεια και τη διεθνή ασφάλεια.
Το βασικό δίδαγμα από το Βιετνάμ παραμένει, έτσι, εξαιρετικά επίκαιρο: η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν εγγυάται τη νίκη, όταν απουσιάζει μια σαφής, ρεαλιστική και πολιτικά βιώσιμη στρατηγική. Σήμερα, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να κερδίσουν επιμέρους μάχες, αλλά αν μπορούν να αποφύγουν μια μακρά φθορά που θα υπονομεύσει τη θέση τους στο διεθνές σύστημα.
Η Ιστορία, άλλωστε, δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Συχνά όμως επαναφέρει τα ίδια λάθη με διαφορετικό πρόσωπο. Και το αν η Ουάσιγκτον θα κατορθώσει αυτή τη φορά να τα αποφύγει, ίσως αποδειχθεί ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της εποχής.