Ανάλυση: Γιατί ο θάνατος Λαριτζανί ενισχύει τις δυνάμεις που ευνοούν την κλιμάκωση
✨Ο θάνατος του Αλί Λαριτζανί σηματοδοτεί μια βαθιά πολιτική αλλαγή στο Ιράν, που μπορεί να ενισχύσει τις σκληροπυρηνικές δυνάμεις αντί να το αποδυναμώσει.
✨Ο Λαριτζανί εκπροσωπούσε έναν πραγματιστικό συντηρητισμό που διαχειριζόταν κρίσεις χωρίς ρήξεις, γεφυρώνοντας κρατική λογική και ιδεολογική σταθερότητα στο καθεστώς.
✨Η απουσία του δημιουργεί κενό που πιθανόν θα καλυφθεί από πιο αδιάλλακτους πολιτικούς, όπως ο Σαΐντ Τζαλιλί, ενισχύοντας την αντιπαράθεση και τον ρόλο των στρατιωτικών.
✨Έτσι, η δολοφονία του Λαριτζανί μπορεί να οδηγήσει σε ένα πιο κλειστό και απρόβλεπτο Ιράν, επηρεάζοντας αρνητικά τη γεωπολιτική ισορροπία στη Μέση Ανατολή.
Ο θάνατος του Αλί Λαριτζανί, όπως επιβεβαιώθηκε από το ίδιο το Ιράν, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην αλυσίδα των στοχευμένων χτυπημάτων στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, συνιστά μια βαθιά πολιτική καμπή, που θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη στρατηγική λογική πίσω από τέτοιες επιχειρήσεις. Σε κλειστά και σύνθετα πολιτικά συστήματα όπως αυτό της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, η απομάκρυνση ισχυρών προσώπων δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε αποδυνάμωση, αλλά συχνά σε αναδιάταξη ισχύος προς πιο σκληρές και ιδεολογικά αδιάλλακτες κατευθύνσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος φεύγει από το πολιτικό σκηνικό, αλλά κυρίως ποιος –και με ποια λογική– παίρνει τη θέση του.
Η πρώτη, επιφανειακή ανάγνωση θα υπέθετε ότι κάθε απώλεια κορυφαίου αξιωματούχου αποδυναμώνει το Ιράν. Ωστόσο, η εσωτερική δυναμική της Τεχεράνης λειτουργεί με διαφορετικούς όρους. Η έννοια της «σκληρότητας» δεν μετριέται απλώς με την ένταση της ρητορικής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ, αλλά κυρίως με το πώς διαχειρίζεται το κράτος τη σύγκρουση: ως μια ρεαλιστική διαπραγμάτευση ισχύος ή ως μια ιδεολογική αναμέτρηση χωρίς περιθώρια συμβιβασμού.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η ιδιαίτερη σημασία του Αλί Λαριτζανί. Δεν ήταν «μετριοπαθής» με δυτικά κριτήρια, αλλά εκπροσωπούσε έναν πραγματιστικό συντηρητισμό εντός του καθεστώτος. Είχε διατελέσει επικεφαλής κρίσιμων θεσμών, είχε διαχειριστεί το πυρηνικό πρόγραμμα σε κρίσιμες περιόδους και επέστρεψε το 2025 στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, μετά τον λεγόμενο «πόλεμο των 12 ημερών». Η αξία του δεν βρισκόταν μόνο στη θέση του, αλλά στην ικανότητά του να γεφυρώνει την κρατική λογική με την ιδεολογική σταθερότητα.
- Ο Λαριτζανί υπήρξε για χρόνια ένας «πειθαρχημένος νους» μέσα στο ιρανικό σύστημα. Διατηρούσε σχέσεις με διαφορετικά κέντρα εξουσίας, ακόμη και σε περιόδους έντονων εσωτερικών συγκρούσεων. Είχε επαφές τόσο με τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ όσο και με τον πρώην πρόεδρο Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί, διατηρώντας ισορροπίες σε ένα σύστημα που βασίζεται στις λεπτές εσωτερικές συναινέσεις.
Ακόμη και όταν συγκρούστηκε θεσμικά –όπως όταν απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του για την προεδρία– δεν επέλεξε την αποσταθεροποίηση. Αντιθέτως, αντέδρασε με θεσμική επιχειρηματολογία, επιδιώκοντας διόρθωση της πορείας χωρίς ρήξη με το καθεστώς. Αυτό ακριβώς τον καθιστούσε έναν κρίσιμο παράγοντα: έναν πολιτικό που μπορούσε να διαχειριστεί κρίσεις χωρίς να τις μετατρέπει σε υπαρξιακές συγκρούσεις.
Η απουσία του, πλέον, δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό. Και αυτό το κενό δεν είναι ουδέτερο. Αντί να ανοίγει τον δρόμο για πιο «φιλοδυτικές» φωνές, ενδέχεται να ενισχύσει τον χώρο των σκληροπυρηνικών. Σε αυτό το πλαίσιο, το όνομα του Σαΐντ Τζαλιλί επανέρχεται στο προσκήνιο. Πρόκειται για έναν πολιτικό στενά συνδεδεμένο με την πιο ιδεολογικά αδιάλλακτη γραμμή, ο οποίος αντιμετωπίζει τη διαπραγμάτευση όχι ως εργαλείο ισορροπίας, αλλά ως επικίνδυνη υποχώρηση.
- Η άνοδος τέτοιων προσώπων δεν σημαίνει απλώς αλλαγή προσώπων στην εξουσία. Σημαίνει μετατόπιση του ίδιου του κέντρου βάρους του ιρανικού συστήματος: από τον πραγματισμό προς τη δογματική σύγκρουση. Και εδώ εντοπίζεται η μεγάλη ειρωνεία. Ο πόλεμος, που θεωρητικά αποδυναμώνει το Ιράν, μπορεί στην πράξη να ενισχύσει εκείνες τις δυνάμεις που ευνοούν την κλιμάκωση.
Οι συγκρούσεις, άλλωστε, δεν ευνοούν όσους αναζητούν ισορροπίες. Αντιθέτως, επιβραβεύουν όσους ανεβάζουν το κόστος της υποχώρησης και παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως μονόδρομο. Στην περίπτωση του Ιράν, όσο ενισχύεται το κλίμα αντιπαράθεσης, τόσο μεγαλύτερο ρόλο αποκτούν οι στρατιωτικοί και οι μηχανισμοί ασφαλείας, περιορίζοντας τον χώρο των πολιτικών που επιδιώκουν συνθέσεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιδέα ότι τέτοιες δολοφονίες οδηγούν σε ένα «πιο αδύναμο» ή «πιο διαλλακτικό» Ιράν αποδεικνύεται αμφίβολη. Αντίθετα, μπορεί να οδηγήσει σε ένα κράτος πιο κλειστό, πιο καχύποπτο απέναντι στη Δύση και περισσότερο εξαρτημένο από στρατιωτικά εργαλεία για τη διαχείριση κρίσεων.
- Η περίπτωση Λαριτζανί φωτίζει ακριβώς αυτό το σημείο. Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη αξιωματούχος, αλλά μέρος ενός εύθραυστου ισοζυγίου που εμπόδιζε την πλήρη επικράτηση της σκληρής γραμμής. Η απομάκρυνσή του στέλνει ένα σαφές μήνυμα στο εσωτερικό του καθεστώτος: σε συνθήκες πολέμου, η πραγματιστική σκέψη δεν επιβιώνει εύκολα.
Έτσι, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η επιχείρηση πέτυχε τακτικά, αλλά ποιο θα είναι το στρατηγικό της αποτύπωμα. Αν το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση των πιο αδιάλλακτων δυνάμεων, τότε η διεθνής κοινότητα θα βρεθεί απέναντι όχι σε ένα αποδυναμωμένο Ιράν, αλλά σε ένα πιο απρόβλεπτο και σκληρό καθεστώς.
Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αντίφαση: μια επιτυχία στο πεδίο των επιχειρήσεων μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική ήττα. Διότι όταν αποδυναμώνεται ο χώρος του συμβιβασμού, δεν ανοίγει ο δρόμος για λύσεις· αντιθέτως, κλείνει ένας από τους τελευταίους διαύλους επικοινωνίας.
Και ίσως αυτό είναι το πιο κρίσιμο συμπέρασμα: ο θάνατος του Λαριτζανί δεν αφορά μόνο το παρόν της ιρανικής πολιτικής, αλλά και το μέλλον της ίδιας της γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή.