Το πυραυλικό απόθεμα του Ιράν ίσως αποτελεί μεγαλύτερη απειλή από το πυρηνικό πρόγραμμα

 Το πυραυλικό απόθεμα του Ιράν ίσως αποτελεί μεγαλύτερη απειλή από το πυρηνικό πρόγραμμα
💡 AI Summary by Libre

Η αντιπαράθεση Ιράν-Ισραήλ στη Μέση Ανατολή επικεντρώνεται στο πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, που θεωρείται σοβαρή στρατιωτική απειλή από τη Δύση.

Το ιρανικό πρόγραμμα ξεκίνησε με μυστική συνεργασία Ιράν-Ισραήλ πριν το 1979 και ενισχύθηκε σημαντικά κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ με διεθνή συνεργασία από Βόρεια Κορέα, Κίνα και Ρωσία.

Ο στρατηγός Χασάν Ταχρανί Μογκαντάμ θεωρείται ο «πατέρας των ιρανικών πυραύλων», έχοντας καθοδηγήσει την ανάπτυξη των βασικών πυραυλικών συστημάτων μέχρι τον μυστηριώδη θάνατό του το 2011.

Η ιρανική πυραυλική ισχύς ενίσχυσε την αποτροπή, ενώ το Ισραήλ απάντησε με επένδυση σε προηγμένα αντιπυραυλικά συστήματα για την προστασία του.

Η στρατηγική αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο κρίσιμους άξονες ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Στην καρδιά αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται το πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, το οποίο οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν πλέον έναν από τους σοβαρότερους στρατιωτικούς κινδύνους για την περιοχή. Το παράδοξο, όμως, είναι ότι η ανάπτυξη αυτής της ισχύος δεν ενίσχυσε μόνο την αποτρεπτική ικανότητα του Ιράν, αλλά λειτούργησε ταυτόχρονα και ως βασικός παράγοντας που ώθησε το Ισραήλ να αναπτύξει μερικά από τα πιο προηγμένα αντιπυραυλικά συστήματα στον κόσμο.

Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκεται μια μακρά ιστορία τεχνολογικών συνεργασιών, πολέμων, διεθνών πιέσεων και μυστικών επιχειρήσεων, αλλά και η προσωπικότητα ενός ανθρώπου που στην Τεχεράνη θεωρείται σχεδόν μυθική μορφή: ο στρατηγός Χασάν Ταχρανί Μογκαντάμ, γνωστός ως ο «πατέρας των ιρανικών πυραύλων».

Η απειλή που ανησυχεί περισσότερο τις ΗΠΑ

Η σημασία του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος αναδείχθηκε με σαφήνεια το 2021, όταν ο τότε διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), στρατηγός Κένεθ ΜακΚένζι, δήλωσε ότι η ανάπτυξη των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων συνιστά «την πιο ανησυχητική απειλή» για τις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του αμερικανικού στρατού, το Ιράν διαθέτει περίπου 3.000 πυραύλους διαφόρων βεληνεκών, γεγονός που καθιστά το πυραυλικό του οπλοστάσιο το μεγαλύτερο στη Μέση Ανατολή. Ο ΜακΚένζι είχε μάλιστα επισημάνει ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα ενδέχεται να αποτελεί μεγαλύτερη στρατηγική απειλή ακόμη και από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, επειδή οι πύραυλοι μπορούν να πλήξουν άμεσα στόχους στο Ισραήλ, σε αμερικανικές βάσεις και σε στρατηγικές υποδομές στον Περσικό Κόλπο.

Η δυνατότητα της Τεχεράνης να εξαπολύει μαζικές επιθέσεις με πυραύλους θεωρείται ότι μπορεί να υπερφορτώσει τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας των αντιπάλων της, δημιουργώντας μια νέα μορφή στρατηγικής αποτροπής.

Η απροσδόκητη αρχή: Ιράν και Ισραήλ συνεργάτες

Παρά τη σημερινή ένταση, το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν έχει μια λιγότερο γνωστή ιστορική αφετηρία: την περίοδο πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.

Το 1977, η Τεχεράνη του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί υπέγραψε μυστική συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ, γνωστή ως «Project Flower» (Σχέδιο Άνθος). Στόχος της ήταν η ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς, με τεχνολογία που βασιζόταν σε αμερικανικά συστήματα.

Η συμφωνία αυτή εντασσόταν σε ένα δίκτυο συνεργασιών «πετρέλαιο έναντι όπλων». Η Τεχεράνη πλήρωσε περίπου 260 εκατομμύρια δολάρια σε πετρέλαιο για την ανάπτυξη των πυραύλων, ενώ η τεχνολογία προερχόταν από αμερικανικά και ισραηλινά συστήματα καθοδήγησης.

Η συνεργασία διακόπηκε με την Ισλαμική Επανάσταση, αλλά αποτέλεσε την πρώτη σοβαρή προσπάθεια της χώρας να αποκτήσει πυραυλική τεχνολογία.

Ο πόλεμος με το Ιράκ και η ανάγκη για αποτροπή

Η πραγματική ώθηση στο πρόγραμμα δόθηκε κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ (1980-1988). Η Τεχεράνη βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν στρατό που διέθετε σύγχρονα όπλα από τη Σοβιετική Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαϊκές χώρες.

Οι ιρακινές επιθέσεις με πυραύλους Scud-B εναντίον ιρανικών πόλεων οδήγησαν την Τεχεράνη να αναπτύξει τις δικές της δυνατότητες. Το 1985, το Ιράν εκτόξευσε τον πρώτο του βαλλιστικό πύραυλο εναντίον στόχου κοντά στο Κιρκούκ, χρησιμοποιώντας τροποποιημένο πύραυλο Scud. Μέχρι το τέλος του πολέμου, εκτιμάται ότι είχε εκτοξεύσει περίπου 117 πυραύλους.

Ο πόλεμος αυτός ανέδειξε για την ιρανική ηγεσία μια βασική στρατηγική αρχή: χωρίς εγχώρια αμυντική βιομηχανία, η χώρα θα παρέμενε ευάλωτη.

Διεθνείς συνεργασίες: Βόρεια Κορέα, Κίνα και Ρωσία

Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το Ιράν αξιοποίησε διεθνείς συνεργασίες για να αναπτύξει περαιτέρω το πυραυλικό του πρόγραμμα.

Η Βόρεια Κορέα αποτέλεσε βασικό εταίρο, μεταφέροντας πυραύλους Scud-C και συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του Shahab-3, ενός βαλλιστικού πυραύλου μέσου βεληνεκούς περίπου 2.000 χιλιομέτρων.

Παράλληλα, η Κίνα παρείχε τεχνολογία πυραύλων CSS-8 (M-7), που στο Ιράν είναι γνωστοί ως Tondar-69, ενώ η Ρωσία βοήθησε στην ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών τη δεκαετία του 1990.

Αυτές οι συνεργασίες επέτρεψαν στην Τεχεράνη να εξελίξει τα συστήματά της σε πυραύλους με μεγαλύτερο βεληνεκές, βελτιωμένη ακρίβεια και τεχνολογία στερεού καυσίμου.

Ο «πατέρας των ιρανικών πυραύλων»

Κεντρική μορφή αυτής της εξέλιξης ήταν ο στρατηγός Χασάν Ταχρανί Μογκαντάμ, αξιωματικός των Φρουρών της Επανάστασης.

Γεννημένος το 1959 στην Τεχεράνη, ο Μογκαντάμ εντάχθηκε νωρίς στο επαναστατικό κίνημα και, μετά το 1979, έγινε μέλος των Φρουρών της Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράκ, ανέλαβε την ανάπτυξη πυραυλικών μονάδων και αργότερα ίδρυσε ερευνητικά κέντρα που αποτέλεσαν τη βάση του σημερινού προγράμματος.

Υπό την καθοδήγησή του αναπτύχθηκαν οι πύραυλοι Shahab-1, Shahab-2, Shahab-3 και Zelzal. Οι πύραυλοι αυτοί αποτέλεσαν τη βάση για νεότερα συστήματα όπως οι Sejjil και τα υπερηχητικά μοντέλα Fattah-1 και Fattah-2.

Ο μυστηριώδης θάνατος

Ο Ταχερανί Μογκαντάμ σκοτώθηκε το 2011 σε ισχυρή έκρηξη σε στρατιωτική βάση κοντά στην Τεχεράνη.

Η ιρανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι επρόκειτο για ατύχημα, όμως διεθνή μέσα ενημέρωσης και αναλυτές υπέθεσαν ότι επρόκειτο για μυστική επιχείρηση δολιοφθοράς.

Ορισμένες πηγές συνέδεσαν την έκρηξη με επιχειρήσεις της Μοσάντ, αν και ποτέ δεν υπήρξε επίσημη επιβεβαίωση.

Το στρατηγικό αποτέλεσμα: ένας νέος αγώνας εξοπλισμών

Η ανάπτυξη των ιρανικών πυραύλων οδήγησε το Ισραήλ να επενδύσει τεράστιους πόρους σε συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας.

Σήμερα, το ισραηλινό σύστημα άμυνας περιλαμβάνει το Iron Dome, το David’s Sling και τα Arrow-2 και Arrow-3. Τα συστήματα αυτά συγκαταλέγονται στα πιο προηγμένα στον κόσμο και έχουν αλλάξει τη στρατηγική ισορροπία στη Μέση Ανατολή.

Έτσι, το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα δημιούργησε μια νέα στρατηγική πραγματικότητα: έναν συνεχή αγώνα τεχνολογικής και στρατιωτικής προσαρμογής ανάμεσα σε Ιράν και Ισραήλ, που επηρεάζει όχι μόνο την περιοχή αλλά και τη διεθνή ασφάλεια.

Σχετικά Άρθρα