Επένδυση στην κλινική έρευνα: Το στοίχημα της ΕΕ για 35.000 επιπλέον ασθενείς και 4 δισ. ευρώ ετησίως
✨Η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει τις κλινικές μελέτες για να βελτιώσει την καινοτομία στην υγεία και να ενισχύσει την οικονομία και τα συστήματα περίθαλψης.
✨Η πτώση του ευρωπαϊκού μεριδίου σε παγκόσμιες κλινικές μελέτες από 22% σε 12% τα τελευταία δέκα χρόνια ενισχύει τον ανταγωνισμό με την Κίνα και τις ΗΠΑ.
✨Η αύξηση της δραστηριότητας κατά 11% έως 50% θα φέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη, νέες θέσεις εργασίας και καλύτερη πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες για τους ασθενείς.
✨Πρωτοβουλίες όπως το EU Biotech Act στοχεύουν στη δημιουργία ευέλικτου πλαισίου για την κλινική έρευνα, προωθώντας την επιστημονική πρόοδο και τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όσον αφορά την ιατρική καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα της στον παγκόσμιο χάρτη της υγείας. Σύμφωνα με νέα αποκαλυπτική έρευνα της Frontier Economics, η οποία δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων (EFPIA), η επίτευξη των νέων στόχων της ΕΕ για την προσέλκυση κλινικών μελετών μπορεί να μεταμορφώσει ριζικά το τοπίο της περίθαλψης και της οικονομίας.
Συγκεκριμένα, εάν η Ευρώπη καταφέρει να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, 35.000 επιπλέον Ευρωπαίοι ασθενείς θα αποκτήσουν πρόσβαση σε πρωτοποριακές και δυνητικά σωτήριες θεραπείες, ενώ τα συστήματα υγείας θα ενισχυθούν με 4 δισ. ευρώ ετήσια χρηματοδότηση.
Οι στόχοι της ΕΕ και το όραμα για το μέλλον
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) και τους Επικεφαλής των Οργανισμών Φαρμάκων (HMA), έθεσαν ως βασικό στόχο την αύξηση των κλινικών μελετών κατά 11%. Η κίνηση αυτή δεν είναι απλώς μια στατιστική επιδίωξη, αλλά μια στρατηγική ανάγκη για την αναχαίτιση μιας δεκαετούς φθίνουσας πορείας.
Η ανάλυση της Frontier Economics προχωρά πέρα από τους υφιστάμενους στόχους, εξετάζοντας δύο ακόμη πιο φιλόδοξα σενάρια:
- Ανάκτηση «χαμένων» μελετών: Η επιστροφή των κλινικών δοκιμών που μετακινήθηκαν εκτός Ευρώπης από το 2013 θα απαιτούσε αύξηση δραστηριότητας κατά 25%. Αυτό θα απέφερε 8,9 δισ. ευρώ στην ευρωπαϊκή οικονομία και 79.000 επιπλέον θέσεις σε μελέτες για ασθενείς.
- Παγκόσμια Πρωτοπορία: Για να κλείσει το χάσμα με τις ΗΠΑ και την Κίνα, η Ευρώπη χρειάζεται αύξηση 50% στη δραστηριότητα. Ένα τέτοιο σενάριο θα «ξεκλείδωνε» 17,9 δισ. ευρώ για την οικονομία και 158.000 νέες θέσεις σε κλινικές δοκιμές.
Η υφιστάμενη οικονομική και κοινωνική αξία της έρευνας
Σήμερα, οι κλινικές μελέτες που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία αποτελούν ήδη έναν ισχυρό πυλώνα για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), παράγοντας αξία ύψους 35,7 δισ. ευρώ ετησίως. Η αξία αυτή αναλύεται ως εξής:
- 21,7 δισ. ευρώ από την άμεση δραστηριότητα των μελετών.
- 3,6 δισ. ευρώ από οφέλη στον τομέα της Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D).
- 10,4 δισ. ευρώ από τη βελτίωση της παραγωγικότητας, μέσω της αποτροπής 26,9 εκατομμυρίων ημερών ασθενείας των εργαζομένων.
Σε επίπεδο απασχόλησης, ο κλάδος στηρίζει 165.000 θέσεις εργασίας συνολικά, εκ των οποίων οι 45.000 αφορούν άμεσα την κλινική έρευνα.

Η απώλεια μεριδίου και ο ανταγωνισμός από την Κίνα
Η αναγκαιότητα για δράση υπογραμμίζεται από τα ανησυχητικά στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας. Το μερίδιο της Ευρώπης στις παγκόσμιες κλινικές μελέτες κατέγραψε ελεύθερη πτώση, από 22% το 2013 σε μόλις 12% το 2023. Την ίδια στιγμή, η Κίνα υπερδιπλασίασε τη δύναμή της, ανεβαίνοντας από το 8% στο 18% μέσα στην ίδια περίοδο.
Στην ευρωπαϊκή επικράτεια, η Γερμανία παραμένει ηγέτιδα δύναμη σε οικονομική αξία (άνω των 3 δισ. ευρώ), ακολουθούμενη από τη Γαλλία και το Βέλγιο. Ωστόσο, η Ισπανία παρουσιάζει εντυπωσιακή δυναμική, έχοντας ξεπεράσει τη Γερμανία στον αριθμό έναρξης νέων κλινικών μελετών.
Γιατί οι κλινικές μελέτες είναι ζήτημα πολιτικής υγείας;
Η σημασία των κλινικών δοκιμών υπερβαίνει τα οικονομικά μεγέθη. Για έναν ασθενή, η συμμετοχή σε μια μελέτη σημαίνει πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες 10 έως 15 χρόνια προτού αυτές καταστούν ευρέως διαθέσιμες στην αγορά.
Επιπλέον, η ενσωμάτωση της έρευνας στην καθημερινή ιατρική πρακτική:
- Βελτιώνει τις θεραπευτικές αποφάσεις των ιατρών.
- Επιταχύνει την υιοθέτηση καινοτομιών από τα εθνικά συστήματα υγείας.
- Αναβαθμίζει τη φροντίδα ακόμα και για ασθενείς που δεν συμμετέχουν άμεσα στις μελέτες, λόγω της μεταφοράς τεχνογνωσίας.
Η ανάγκη για ένα ευέλικτο οικοσύστημα
Πρωτοβουλίες όπως το EU Biotech Act και το ACT EU αποτελούν τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία ενός πιο εναρμονισμένου και ευέλικτου πλαισίου. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Nathalie Moll, Γενική Διευθύντρια της EFPIA:
«Δεν υπάρχει κανένα μειονέκτημα στη φιλοξενία κλινικών μελετών στην Ευρώπη, μόνο οφέλη για την υγεία και την οικονομία. Η επίτευξη των στόχων της ΕΕ πρέπει να είναι το απόλυτο ελάχιστο. Είναι καιρός η Ευρώπη να επιλέξει να δράσει, όπως έχουν ήδη κάνει άλλες χώρες».
Η επένδυση στην κλινική έρευνα είναι, σε τελική ανάλυση, μια επένδυση στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας, διασφαλίζοντας ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν θα είναι οι τελευταίοι που θα επωφελούνται από τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης.