Φωτογραφίες Καισαριανής: Πέντε ειδικοί μιλούν στο libre για το χρέος της Πολιτείας στην ιστορική μνήμη

✨Το φωτογραφικό αρχείο με την εκτέλεση 200 Ελλήνων κομμουνιστών στην Καισαριανή το 1944 αποτελεί ζωντανό τεκμήριο ενός εγκλήματος που πολλοί προσπάθησαν να αποκρύψουν.
✨Πέντε ειδικοί τονίζουν την ανάγκη μνήμης και αναστοχασμού, επισημαίνοντας την απουσία κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα και τις διχαστικές πληγές του Εμφυλίου.
✨Η σπανιότητα του αρχειακού υλικού οφείλεται στην προσπάθεια των εκτελεστών να μην αφήσουν αποδείξεις και στις πολιτικές συγκρούσεις μετά τον πόλεμο.
✨Η διαφύλαξη και δημοσίευση αυτού του υλικού υπενθυμίζει τη θυσία των αγωνιστών και αναδεικνύει την ανάγκη για ανοιχτά αρχεία και ιστορική ευθύνη.
Το φωτογραφικό αρχείο, το οποίο αποκτήθηκε από το ελληνικό δημόσιο, με την εκτέλεση των 200 Ελλήνων κομμουνιστών στην Καισαριανή, την 1η Μαΐου 1944 δεν αποτελεί απλώς ιστορικό τεκμήριο, αλλά λειτουργεί ως ζωντανό πειστήριο ενός εγκλήματος που πολλοί επιδίωξαν στο παρελθόν να αποσιωπήσουν ή να διστρεβλώσουν, είτε για να καλύψουν τα ίχνη των εκτελεστών είτε λόγω των επώδυνων διχασμών που ακολούθησαν τη λήξη του πολέμου.
Μέσα από διαφορετικές προσεγγίσεις πέντε ειδικοί αναδεικνύουν το κρίσιμο ζήτημα της μνήμης έναντι της λήθης και την επιτακτική ανάγκη για έναν ειλικρινή αναστοχασμό. Κεντρικός άξονας του προβληματισμού είναι η απουσία ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα, ένα κενό που διαφοροποιεί την Ελλάδα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Οι πέντε επιστήμονες αναλύουν πως οι πληγές του Εμφυλίου Πολέμου, η μετεμφυλιακή κυριαρχία των νικητών και η δυσκολία της πολιτείας να αναγνωρίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Αριστεράς στην Αντίσταση, εμπόδισαν τη δημιουργία μιας ενιαίας εθνικής αφήγησης.
Παράλληλα, τίθενται σοβαρά ζητήματα για τη νομική φύση των ναζιστικών εγκλημάτων ως εγκλημάτων πολέμου και τη διαρκή εκκρεμότητα των γερμανικών αποζημιώσεων. Συνολικά, οι αναλύσεις αυτές υπογραμμίζουν ότι η Ιστορία δεν είναι ένα ουδέτερο πεδίο, αλλά ένας χώρος ευθύνης που απαιτεί την τεκμηρίωση της αλήθειας και την απόδοση τιμής σε όσους θυσιάστηκαν για την ελευθερία.
- Ειδικότερα, ο Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ Γιώργος Μαργαρίτης εστιάζει στην πολιτική ευθύνη του μετεμφυλιακού κράτους για την αποσιώπηση της ταυτότητας των εκτελεσμένων και την έλλειψη μνημείων.
- Η ιστορικός Μαρία Ρεπούση αναδεικνύει τις αντιφάσεις της επίσημης εθνικής αφήγησης και το πώς ο Εμφύλιος εμπόδισε τη δημιουργία μιας ενιαίας μνήμης για την Αντίσταση και τον δοσιλογισμό.
- Ο Ομοτ. Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεσμών Στέλιος Περράκης αναλύει το γεγονός από τη νομική σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου, χαρακτηρίζοντας την εκτέλεση ως έγκλημα πολέμου και συνδέοντάς τη με τις γερμανικές επανορθώσεις.
- Ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης προτείνει την ίδρυση ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα ως φορέα τεκμηρίωσης και ανάδειξης της ιστορικής αλήθειας.
- Ο ιστορικός Στάθης Κουτρουβίδης προσεγγίζει το θέμα μέσα από τη σπανιότητα του αρχειακού υλικού και την ανάγκη του πολίτη να θυμάται για να κρίνει ελεύθερα.

Στάθης Κουτρουβίδης: Να θυμόμαστε και να μην ξεχάσουμε ποτέ

Οι φωτογραφίες, ιδίως αυτής της περιόδου, 1941-1944, της κατοχής δηλαδή, αποτελούν σπάνιο αρχειακό υλικό, δύσκολα εντοπίσιμο και πολύ πιο δύσκολα τεκμηριωμένο. Οπότε η εύρεση αρχειακού – φωτογραφικού υλικού ακόμα και μέσω δημοπρασίας στο eBay, μας οδηγεί σε ορισμένες βαθύτερες σκέψεις. Η σπανιότητα του υλικού δυσκολεύει πολλές φορές τη δουλειά μας. Ας επιμείνουμε λίγο περισσότερο στο γιατί συμβαίνει αυτό. Πρώτον, διότι οι εκτελέσεις γίνονταν με συνοπτικές διαδικασίες, οι εκτελεστές, ακόμα και όσοι έδιναν τις εντολές δεν ήθελαν να αφήνουν αποτυπώματα. Δεύτερον, διότι αποτελούν ενδεχόμενα πειστήριο ενός εγκλήματος – εάν είσαι και ο ηττημένος του πολέμου – όπως συνέβη με τις γερμανικές δυνάμεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, εάν ήταν δυνατόν, όλες τις αποδείξεις των εγκλημάτων τους θα ήθελαν, να τις καταχωνιάσουν, να τις σβήσουν δια παντός. Υπάρχει όμως και ένας τρίτος λόγος που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το τι ακολούθησε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη χώρα. Οι αντίπαλες πτέρυγες στη χώρα μας έφτασαν στα άκρα, στην εμφύλια σύρραξη, οπότε, όλες οι πλευρές ήθελαν να ξεχάσουν, ή καλύτερα να μην θυμούνται το τόσο επώδυνο παρελθόν. Άλλωστε δεν λείπουν οι πληροφορίες σχετικά με την προσπάθεια πολλών αριστερών να κρύψουν στοιχεία και να καταστρέψουν μέρος του υλικού που διέθεταν, διότι στην περίπτωση που συλληφθούν ήταν πολύ πιθανόν η ύπαρξή του υλικού αυτού να τους ενοχοποιούσε. Στο ερώτημα τώρα εάν αυτό το υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον αγώνα που καταβάλλει η χώρα για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων, θα έλεγα ότι περισσότερο εμπίπτει μια τέτοια σκέψη στη σφαίρα της πολιτικής και των διεθνών σχέσεων, παρά στην οπτική ενός ιστορικού.
Το υλικό αυτό όμως που εντοπίστηκε και προφανώς είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου μας επαναφέρει σε ορισμένες γενικού χαρακτήρα σκέψεις και προβληματισμούς σε σχέση με τη σημασία του και την αναγκαιότητα διάσωσής του. Μας κάνει να σκεφτούμε πολύ πιο απτά, πολύ πιο ζωντανά, ποιοι ήταν τελικά αυτοί που έδωσαν και τη ζωή τους ακόμα ενάντια στον κατακτητή και στους συνεργάτες τους, όπως και κάτω από ποιες συνθήκες αυτοί οι άνθρωποι οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, εκείνη την αποφράδα μέρα της 1ης Μαΐου 1944. Παρόμοιες σκέψεις μας οδηγούν στο πιο προσφιλές πεδίο για εμάς τους ιστορικούς, αυτό των εννοιών της λήθης και της μνήμης, και κατά συνέπεια της μνημειακής χρήσης αυτού του σπουδαίου από όλες τις απόψεις τεκμηριωτικού υλικού που απεικονίζει ανθρώπους να κατευθύνονται με απαράμιλλο θάρρος, έχοντας πλήρως τη συναίσθηση το τις ακριβώς τους περιμένει, σε μια αργή πορεία προς το θάνατο. Και στο σημείο αυτό ας μιλήσουμε για ένα άλλο μεγάλο θέμα, αυτό της ύπαρξης ή μη κλειστών αρχείων γύρω από την περίοδο. Η λογική αυτή μας θέτει ένα παράλληλο προβληματισμό που σχετίζεται με τα λεγόμενα «κλειστά αρχεία» και εάν πρέπει αυτά να ανοίξουν. Σε μια τέτοια σκέψη, θα έλεγα ότι εάν υπάρχουν, προφανώς χρειάζεται να ανοίξουν, αλλά δεν γνωρίζω εάν υπάρχουν. Περισσότερο στη χώρα πάσχουμε από την έλλειψη αρχείων της περιόδου, ή και αυτά που υπάρχουν είναι μερικά, αποσπασματικά παρά ότι υπάρχουν τεκμήρια και συλλογές που αποκρύπτονται σήμερα για πολιτικούς ή άλλους λόγους.
Η εμφάνιση επομένως ακόμα και με αυτόν τον παράδοξο σχετικά τρόπο αυτών των δώδεκα φωτογραφιών μας θυμίζει στιγμές από το παρελθόν για τις οποίες όλο και περισσότερο ακούγονται σήμερα φωνές και απόψεις ότι πρέπει να ξεχάσουμε, να μην θυμόμαστε. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια γενικά προσέγγιση, αντιθέτως καλό είναι να θυμόμαστε και να μην ξεχάσουμε ποτέ, γιατί με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο υπό την ιδιότητα του ιστορικού, αλλά και υπό την ιδιότητα του πολίτη, χάνουμε την ευκαιρία να κρίνουμε ελεύθερα και σε βάθος, να κατανοούμε τι συμβαίνει γύρω μας και γιατί.
Γιώργος Μαργαρίτης: Με αφορμή τις φωτογραφίες

Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ
Στην Γαλλία υπάρχει το Mont Valerien. Ένα παλιό φρούριο με μεσαιωνικές ρίζες που, στην διάρκεια του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου, ήταν ο τόπος όπου οι Γερμανοί εκτελούσαν μαχητές της Αντίστασης και «ομήρους». Μετά τον πόλεμο έγινε μνημείο. Ο «Άγνωστος Στρατιώτης» της Αντίστασης. Η Γαλλία δεν ξέχασε όσους πολέμησαν τον Ναζισμό.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιο μνημείο. Θα μπορούσε να είναι το Σκοπευτήριο στην Καισαριανή… Δεν είναι! Το γιατί το ξέρουν όλοι. Αυτό το κράτος, το αστικό κράτος που σήμερα κυβερνά, δημιουργήθηκε από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου. Ποιοι ήταν αυτοί οι νικητές; Μα όσοι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς στην Κατοχή, όσοι στρατεύθηκαν με τους Βρετανούς τον Δεκέμβρη του ’44, όσοι προσκύνησαν τους Αμερικανούς στην συνέχεια. Ποιον εχθρό είχαν αυτοί; Μόνο έναν: τον ελληνικό λαό, αυτόν πολέμησαν λυσσαλέα στο πλευρό και στην υπηρεσία κάθε κατακτητή και δυνάστη.
Από αυτό το κράτος, από τις κυβερνήσεις αυτού του κράτους, ας μην περιμένουμε μνημεία της Αντίστασης, χώρους μνήμης και τα τοιαύτα. Στον Άγνωστο Στρατιώτη δεν μνημονεύεται καμία μάχη του ΕΛΑΣ ενάντια στους κατακτητές. Το είδαμε και με αφορμή τις φωτογραφίες που βρέθηκαν. Κομπιάζουν και μασάνε τα λόγια τους επίσημοι και ημιεπίσημοι όταν χρειάζεται να αναφερθούν στην πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα των εκτελεσμένων. Πώς να ομολογήσουν ότι οι κομμουνιστές, ουσιαστικά μόνοι τους, πολεμούσαν και θυσιάζονταν για την ελευθερία, κοινωνική και εθνική – μαζί πάνε αυτά- του ελληνικού λαού, όταν οι αστοί στο Κολωνάκι έκαναν επικερδείς «δουλειές» με Ιταλούς και Γερμανούς και όταν καλούσαν τους Εγγλέζους να τους γλυτώσουν από την οργή του κόσμου στο τέλος του πολέμου.
Να πούμε ονόματα; Δεν χρειάζεται. Τα ξέρουν οι παλιοί και μπορούν εύκολα να τα βρουν, λίγο να ψάξουν, οι νέοι.
Και ξαφνικά! Μα τι έκπληξη ήταν αυτή! Από παντού ξεχύθηκαν οι πάντες να διεκδικούν Μουσεία Εθνικής Αντίστασης, ιδρύματα μελέτης, έρευνας και διδαχής για τον ηρωϊσμό των Ελλήνων. Των Ελλήνων γενικώς και αορίστως. Λες και δεν γνωρίζουν ότι στην Κατοχή Έλληνες λέγονταν όσοι δούλευαν με Γερμανούς και Ιταλούς και Έλληνες ήταν, αληθινοί γιατί με τον δικό τους μόχθο κτίστηκε αυτό που λέμε Ελλάδα, αυτοί που πολεμούσαν, μάτωναν και πέθαιναν στα πεδία των μαχών και στα κάτεργα-σφαγεία των Γερμανο-ιταλών.
Όλοι ετούτοι οι όψιμοι υμνητές των διακοσίων της Καισαριανής ουδέποτε ως τώρα -ογδόντα χρόνια έχουν περάσει- ανησύχησαν που δεν είδαν μνημείο της Αντίστασης στην Αθήνα. Και που πασχίζουν ακόμα και το άγαλμα του Άρη Βελουχιώτη να εξαφανίσουν στην γενέτειρα πόλη του.
Ένα και μόνο πρόβλημα έχουν όλοι αυτοί. Να μην βρεθούν οι φωτογραφίες στα χέρια του ΚΚΕ. Να τις κλείσουν σε ένα δικό τους ίδρυμα δίπλα στους αντιστασιακούς της «Χ» -εκείνους με τις γερμανικές άδειες οπλοφορίας-, τον ΕΔΕΣ -και με τους Γερμανούς και με τους Βρετανούς- και όλων των ανάλογων σχημάτων που τίμησε και παλιότερα το ίδιο κράτος για τις υπηρεσίες τους στον αγώνα κατά του κομμουνισμού. Α ναι! Και τα «κλειστά» αρχεία. Όπως εκείνα του ΓΕΣ, των Ταγμάτων Ασφαλείας ή όπως τα άλλα, τα κρατικά, ελεύθερης πρόσβασης μεν αλλά να μην θιγούν τα «προσωπικά δεδομένα» – όχι ονόματα δηλαδή….. Αλλά ξεχάστηκα… Επισήμως μόνο το ΚΚΕ έχει κλειστά τα Αρχεία του. Λες και πήγαν ποτέ να τα δουν…. Σε ετούτη την χώρα, σε ετούτο το καθεστώς, τίποτε καλύτερο δεν περιμένουμε.
Στέλιος Περράκης: Μια νέα ευκαιρία για αναστοχασμό και ενδοσκόπηση

Δεν είναι σύνηθες στην Ελλάδα, αλλά η δημοσιοποίηση είδησης για φωτογραφίες από την εκτέλεση των «200» πατριωτών στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944, κινητοποίησε πολλαπλές αντιδράσεις, ιστορική μνήμη, συναισθήματα. Στις σχετικές εξελίξεις καταγράφηκε η άμεση κινητοποίηση αρμόδιων Αρχών (Υπουργείο Πολιτισμού, Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων, Δημοτικό Συμβούλιο Καισαριανής κλπ) και, βέβαια, η αξιοσημείωτη διάθεση του Δημοσίου να αποκτήσει τα πολύτιμα τεκμήρια-φωτογραφίες· όχι μόνο ως πειστήριο, αλλά και κληροδότημα στην ιστορική διαχρονία του εθνικού φρονήματος/ήθους.
Πέραν, όμως, της συγκίνησης που προκαλεί η απεικόνιση τελευταίων στιγμών των Ελλήνων πατριωτών, η αντιμετώπιση της περήφανης στάσης, με ανθρώπινη αξιοπρέπεια, απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού, τα συνεπακόλουθα μηνύματα από το χθες στο σήμερα και επέκεινα, επιβάλλουν ένα γενικότερο αναστοχασμό για το διδακτικό χθες της Ιστορίας. Ακριβώς αυτή η μοναδική τεκμηρίωση -που ήδη αναγνωρίζεται από την Πολιτεία ως Μνημείο- για αυτά τα πρόσωπα, που βρέθηκαν σε ομηρία, φυλακισμένοι για χρόνια και χωρίς δικαστική απόφαση, πριν την εκτέλεσή τους, και για τα οποία επιχειρείται πλέον η «ταυτοποίησή» τους. Τούτο επαναφέρει, περισσότερο ζωντανεύει, την ηθική υποχρέωση/χρέος μας ως λαού και κράτους, στη Μνήμη αυτών των πατριωτών και όλων των άλλων που έπεσαν για την Πατρίδα, να ξαναδούμε ζητήματα της Κατοχής και τα εγκλήματα που τελέστηκαν τότε, χωρίς την αναγκαία/απαραίτητη κάθαρση στην μεταπολεμική Ελλάδα.
Η εκτέλεση των «200» στην Καισαριανή -τιμωρητική «απάντηση» στην επίθεση του ΕΛΑΣ και στον φόνο του υποστράτηγου Κρεχ στους Μολάους της Λακωνίας– συνιστά έγκλημα πολέμου, ακόμα και πριν από το καθεστώς του σύγχρονου Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου -που οριοθετούν οι Συμβάσεις της Γενεύης του 1949– υπό το «παλαιό» Δίκαιο του πολέμου, την τέταρτη Σύμβαση της Χάγης του 1907 και τον Κανονισμό της. Τα διεθνή κείμενα απαγορεύουν την ομηρία αμάχων, τα μαζικά αντίποινα, τη λογική δηλαδή της συλλογικής ευθύνης, που ακολούθησαν οι Ναζί συστηματικά στην κατεχόμενη Ελλάδα. Μάλιστα, και με χαρακτηρισμό ως εθιμικών κανόνων, βρήκαν, στην Νυρεμβέργη, θέση στο κατηγορητήριο και σε ποινές που επιβλήθηκαν για ανάλογες μαζικές εκτελέσεις ομήρων. Τούτο αναδεικνύει και τη νομική ευθύνη για εθνική δίωξη των υπευθύνων τέτοιων σοβαρών εγκλημάτων. Και είναι θλιβερή αλήθεια ότι εγκλήματα πολέμου και δίωξη δωσιλόγων -πλην κάποιων εξαιρέσεων- δεν βρήκαν την πρέπουσα νομική/ηθική κάθαρση στη χώρα.
Η διαπίστωση αυτής της ατιμωρησίας και απονομής δικαιοσύνης συνειρμικά οδηγεί και στο ζήτημα της ανεκπλήρωτης νομικής διεκδίκησης των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων, ενώ διεξάγεται σήμερα, ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων, η υπόθεση της «σφαγής» στο Δομένικο. Η διαδρομή, με ποικίλες εξελίξεις και εντάσεις κινήσεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ενώπιον ποικίλων -κυρίως- δικαιοδοτικών οργάνων, εθνικών και διεθνών, θέτει πάντα -ως πρόκληση- το ζήτημα της υποχρέωσης αποκατάστασης της βλάβης κράτους/πολιτών. Η αρχή της δικαστικής ασυλίας του κράτους απέναντι στη βάναυση παραβίαση κανόνων «αναγκαστικού» χαρακτήρα στο πεδίο του Ανθρωπιστικού δικαίου και των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν μπορεί να διατηρεί ακόμα την «ισχύ» της και η εξελισσόμενη διεθνής πρακτική μαρτυρεί την τάση.
Η παρούσα συνθήκη προσφέρει μια νέα ευκαιρία για αναστοχασμό, ενδοσκόπηση. Στο ισοζύγιο των Αξιών, που δοκιμάζονται σήμερα στην ανθρωπότητα, πρέπει να μπει και αυτή η διάσταση. Εξάλλου, η διεθνής κατάσταση το υπογραμμίζει αβίαστα.
Μαρία Ρεπούση: Γιατί άραγε δεν υπάρχει στην Ελλάδα εθνικής εμβέλειας μουσείο εθνικής αντίστασης κατά της γερμανικής κατοχής;

Είναι ένα ερώτημα που μου δημιουργήθηκε με αφορμή τα φωτογραφικά ντοκουμέντα που είδαν πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας, με εικόνες από την εκτέλεση αντιστασιακών την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Πού θα έπρεπε να είναι ο χώρος της έκθεσής τους; Ο χώρος όπου το κοινό θα μπορούσε να δει τι σήμαινε να ζεις την Κατοχή, να αντιστέκεσαι στους κατακτητές και να πεθαίνεις για την ελευθερία της πατρίδας σου; Ή ακόμα και να έρχεσαι σε επαφή όχι μόνο με τον ηρωισμό της Αντίστασης αλλά και με το αντίπαλο δέος της, τον δωσιλογισμό; Να φεύγεις με ερωτήματα από τη συνάντησή σου με ένα παρελθόν που δεν έχει μόνο φωτεινές ζώνες αλλά και γκρίζες;
Μα φυσικά σε ένα Εθνικό Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, όπως αυτά που υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες — ακόμα και σε χώρες που δεν συνδέθηκαν με τόσο καθοριστικό τρόπο με τη μαζικότητα της αντίστασης όσο η Ελλάδα, ή ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία, που επιλέγει να προβάλλει τις εστίες αντίστασης στον εθνικοσοσιαλισμό ως μέρος της ιστορικής της αυτογνωσίας.
Στην Ελλάδα όμως, της μαζικής —και με διεθνή αναγνώριση— αντίστασης στη ναζιστική κατοχή και στα παρακλάδια της, δεν υπάρχει ανάλογο μουσείο εθνικής εμβέλειας. Η μνήμη της Αντίστασης οργανώθηκε κυρίως μέσα από τοπικούς χώρους μνήμης, δημοτικά μουσεία και ιστορικά μνημεία: την Καισαριανή, τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, τις Κορυσχάδες. Ο εμφύλιος πόλεμος και τα πέτρινα χρόνια που τον ακολούθησαν δεν ευνόησαν την εθνική συμφιλίωση που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα για να σταθεί. Πράγματι, η δεκαετία του ’40 άφησε πληγές δύσκολα διαχειρίσιμες στο πλαίσιο μιας ενιαίας, εθνικού χαρακτήρα μουσειακής αφήγησης. Αυτή είναι η μία αλήθεια — αλλά όχι η μοναδική.
Η άλλη είναι ότι ένα τέτοιο μουσείο δεν θα μπορούσε να αποκρύψει πως τον κύριο όγκο της Αντίστασης τον σήκωσαν δυνάμεις της Αριστεράς· οι ίδιοι άνθρωποι που, στη μετεμφυλιακή επίσημη εθνική αφήγηση, παρουσιάζονταν ως «συμμορίτες» και «εχθροί του έθνους». Πως θα μπορούσε άραγε ένα εθνικό μουσείο να χειριστεί αυτήν την αντίφαση; Οι «προδότες» ήρωες; Δεν γίνονται αυτά. Ταυτόχρονα, δεν θα μπορούσε να προστατεύσει τη σιωπή γύρω από τους δωσίλογους, τους συνεργάτες των Γερμανών, τους μαυραγορίτες που πέρασαν με την πλευρά των νικητών του εμφυλίου και συνέχισαν την πλούσια πια ζωή τους αναβαθμισμένοι πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά. Ένα εθνικό μουσείο θα έπρεπε να μπορεί να αφηγηθεί όχι μόνο τον ηρωισμό, αλλά και τις σκοτεινές όψεις: την πείνα, τον φόβο, τις επιλογές συνεργασίας, την κοινωνική κινητικότητα μέσα από τον πόλεμο.
Η απουσία ενός Εθνικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης δεν είναι ένα ουδέτερο κενό στην ιστορική μας μνήμη. Είναι ένδειξη των αντιφάσεων της επίσημης ιστορικής αφήγησης με την ιστορική πραγματικότητα που αναδεικνύεται μέσα από τα ιστορικά ντοκουμέντα όπως οι φωτογραφίες της Καισαριανής. Η Ιστορία δεν είναι ουδέτερη· είναι πεδίο σύγκρουσης, μνήμης και ευθύνης. Και ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί δεν υπάρχει ένα τέτοιο μουσείο, αλλά γιατί δεν είμαστε έτοιμοι — ως κοινωνία — να το απαιτήσουμε.
Μενέλαος Χαραλαμπίδης: Να δημιουργηθεί επιτέλους ένα κεντρικό Μουσείο Εθνικής Αντίστασης

Το άνοιγμα των κλειστών αρχείων της κατοχής και η δημιουργία ενός Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, είναι αλληλένδετα ζητήματα. Πρέπει να δημιουργηθεί επιτέλους ένα κεντρικό Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στον Δήμο της Αθήνας. Και δεν θα έχει βέβαια να κάνει μόνο με το αντιστασιακό κίνημα που αναπτύχθηκε ή με όσα γίνονταν κατά την περίοδο της κατοχής στενά στην πόλη της Αθήνας.
Για να καλύψουμε ένα έλλειμμα που έχουμε σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες – καθώς κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα διαθέτει ένα αντίστοιχο Μουσείο – μόνο στην Αθήνα δεν υπάρχει. Και παράλληλα, αυτό το Μουσείο θα μπορούσε να αναλάβει να αναζητά, να εντοπίζει και να αποκτά κρίσιμα τεκμήρια. Όπως, για παράδειγμα, αυτές τις φωτογραφίες που είδαμε, με πρόσωπα από τους κομουνιστές της Καισαριανής. Κρίσιμα τεκμήρια για τον αγώνα του ελληνικού λαού κατά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία – τεκμηρίωσης, αναζήτησης αρχειακού υλικού, ερευνητικών προγραμμάτων που θα τρέχει το Μουσείο – ο φορέας, γιατί σήμερα δεν έχουμε φορέα γι’ αυτά τα πράγματα, θα μπορούσε να είναι αυτό το Μουσείο. Μέσω των ερευνητικών προγραμμάτων θα μπορούσαμε να τεκμηριώσουμε τις απώλειες, ανθρώπινες απώλειες, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και με αυτόν τον τρόπο θα ενισχύαμε τα επιχειρήματά μας απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή διεκδίκησης από το γερμανικό κράτος.
Έτσι, με τη δημιουργία ενός φορέα, ενός μουσείου, μπορούμε να καλύψουμε όλες αυτές τις συνθήκες, όλα τα μεγάλα ζητήματα.
Επίσης, είναι πολύ σημαντικό να μπορέσουμε να μιλήσουμε τεκμηριωμένα για αυτή τη δύσκολη περίοδο, που ακόμη κάποιοι θεωρούν ότι διχάζει τον ελληνικό λαό. Να μιλήσουμε λοιπόν για αυτά τα πράγματα και όχι να τα αφήσουμε κάτω από το χαλί. Γιατί αυτό δεν είναι η λύση.