Το αντίο της “Εφημερίδας των Συντακτών” στον Αριστείδη Μανωλάκο

 Το αντίο της “Εφημερίδας των Συντακτών” στον Αριστείδη Μανωλάκο
💡 AI Summary by Libre

Ο Αριστείδης Μανωλάκος, ακούραστος δημοσιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής, πέθανε σε ηλικία 88 ετών μετά από μάχη με τον καρκίνο το 2023.

Γεννημένος το 1938, εργάστηκε σε σημαντικές εφημερίδες και υπηρέτησε δύο φορές ως πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, προωθώντας τη συσπείρωση και την ανανέωση στον δημοσιογραφικό χώρο.

Συμμετείχε ενεργά στην αριστερή νεολαία, την αντιδικτατορική αντίσταση και την ανανεωτική Αριστερά, διαμορφώνοντας το πολιτικό και συνδικαλιστικό τοπίο της εποχής του.

Η συμβολή του στην ενημέρωση και η οικογένειά του, μαζί με τη «Εφημερίδα των Συντακτών», θρηνούν την απώλειά του με σεβασμό και αγάπη.

Το κλισέ «πλήρης ημερών» κάθε άλλο παρά ταιριάζει στον Αριστείδη Μανωλάκο, τον ακούραστο δημοσιογράφο, συνδικαλιστή, πολιτικό ακτιβιστή, συνεταιριστή της «Εφημερίδας των Συντακτών», που τη νύχτα της περασμένης Πέμπτης έχασε την τελευταία δύσκολη μάχη, αυτήν με έναν οδυνηρό καρκίνο που τον βασάνισε από το 2023. Αν και 88 ετών και ακινητοποιημένος στο κρεββάτι του σπιτιού ή του νοσοκομείου όπου μπαινόβγαινε επί δύο μήνες, μέχρι και πριν από μερικές βδομάδες εξέφραζε την επιθυμία να σηκωθεί και να ψηφίσει στις εκλογές της ΕΣΗΕΑ.

«Μαχητής σε όλα του», ήταν η φράση που μας είπε η κόρη του Κατερίνα, που μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό της έζησε από κοντά όλη τη βασανιστική, αλλά αξιοθαύμαστα αξιοπρεπή πορεία του Αριστείδη προς το τέλος. Κι είχε την έγνοια για τα πάντα, για τα μικρά και καθημερινά του σπιτιού, αλλά και για τα μεγάλα της ενημέρωσης, της καθημαγμένης δημοσιογραφίας και της κατακερματισμένης Αριστεράς, για την οποία πάλεψε από τα εφηβικά χρόνια του.

Η ζωή του

Ο Αριστείδης Μανωλάκος γεννήθηκε στον Ασωπό Λακωνίας το 1938. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Μολάων, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έζησε στην Αθήνα από το 1955. Από το 1963 εργάστηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» και στη συνέχεια στο «Βήμα» και στα «Νέα» στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Μετά την πτώση της χούντας, από το 1974, δούλεψε ως πολιτικός συντάκτης στην «Αυγή», στην οποία διετέλεσε αργότερα διευθυντικό στέλεχος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Στην «Ελευθεροτυπία», καθιερώθηκε ως κορυφαίος αρθρογράφος και πολιτικός αναλυτής. Μετά το κλείσιμο της «Ελευθεροτυπίας», στήριξε από την πρώτη στιγμή τη δημιουργία της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Διετέλεσε, δύο φορές, πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, από το 1995 έως το 1999, και ήταν ο ιθύνων νους της συγκρότησης της παράταξης Συσπείρωση Δημοσιογράφων-Δούρειος Τύπος, συσπειρώνοντας δημοσιογράφους από όλα τα μέσα και από τον ευρύτατο αριστερό και προοδευτικό χώρο, χωρίς κομματικά στεγανά.

Σύμφωνα με το βιογραφικό που συνοδεύει τη «Συλλογή του Αριστείδη Μανωλάκου», στην Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ), με κείμενα και αρχεία από την πολιτική δράση και την προδικτατορική και μεταδικτατορική δραστηριότητα του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος, ο Μανωλάκος, το 1956, με πρόταση του Αντρέα Λεντάκη, οργανώθηκε στην παράνομη ΕΠΟΝ. Το 1958, μετά τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ, συμμετείχε στη Νεολαία ΕΔΑ ως μέλος του Γραφείου Σπουδάζουσας και αργότερα ως γραμματέας του, διαδεχόμενος τον Γρηγόρη Γιάνναρο. Στη συνέχεια, έγινε μέλος του Γραφείου του Κ.Σ. της Ν.ΕΔΑ, και από τον Δεκέμβριο του 1962 τακτικό μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ. Συμμετείχε στο κίνημα του 1-1-4 και του 15% των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’60, ενώ τον Απρίλιο του 1963 εκλέχθηκε από το Δ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο στο Κεντρικό Συμβούλιο της ΕΦΕΕ.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1964, ως εκπρόσωπος της Ν.ΕΔΑ, ανακοίνωσε μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, εκπρόσωπο της Δημοκρατικής Νεολαίας «Γρηγόρης Λαμπράκης», τη συγχώνευση των δύο πολιτικών νεολαιών της Αριστεράς. Εργάστηκε για την προετοιμασία του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και κατά την επεξεργασία των βασικών κειμένων του συνεδρίου διατύπωσε και απόψεις (όπως την περίληψη του σοσιαλισμού στους στρατηγικούς στόχους της οργάνωσης) αποκλίνουσες από την τοποθέτηση της πλειοψηφίας. Εκλέχθηκε μέλος του Κ.Σ. της ΔΝΛ και του Προεδρείου του. Μετά το Συνέδριο συνέχισε την προσφορά του ως υπεύθυνος της διαφώτισης μέχρι τη στράτευσή του τον Ιούνιο του 1965. Από τον Σεπτέμβριο του 1966 ώς την κήρυξη της δικτατορίας ήταν γραμματέας της οργάνωσης Αθήνας της ΔΝΛ.

Στις 21 Απριλίου 1967 πέρασε στην παρανομία. Ηταν ιδρυτικό μέλος της «Επιτροπής του Πάσχα» μαζί με τον Μ. Θεοδωράκη και άλλα στελέχη της ΔΝΛ και του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ), έχοντας –μαζί με άλλα στελέχη του– την ευθύνη της συνεργασίας με τη Δημοκρατική Αμυνα, τις ΔΕΑ (Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης) και άλλες αντιδικτατορικές οργανώσεις. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1967, κρατήθηκε επί μήνες στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ (στρατόπεδο Διονύσου) και τον Μάρτιο του 1968 εκτοπίστηκε στο Παρθένι Λέρου ώς τον Δεκέμβριο του 1970.

Χάραξε πορεία

Το 1968 αντιτάχθηκε στις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ, χωρίς να ταχθεί με τις απόψεις του Γραφείου Εσωτερικού, αλλά μαζί με άλλα στελέχη της Νεολαίας αποτέλεσαν τον πυρήνα του «Χάους». Εκφραση των απόψεών τους αποτέλεσε, εν μέρει, το κείμενο διαμαρτυρίας για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία τον ίδιο χρόνο. Μετά την πτώση της δικτατορίας, δραστηριοποιήθηκε πολιτικά στην ανανεωτική Αριστερά, ενώ έδωσε μεγάλο βάρος στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος στην ενημέρωση. Επί προεδρίας του στην ΕΣΗΕΑ η Ενωση έσπασε τον πρώτο συντεχνιακό φραγμό, εντάσσοντας στις τάξεις της τους δημοσιογράφους των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, ενώ ιδρύθηκε και το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ. Διεισδυτικός στοχαστής, εξαιρετικός γραφιάς, μαχητικός συνδικαλιστής, ήταν παράλληλα ένας «μάστορας» της τακτικής, εξασφαλίζοντας σεβασμό από ιδεολογικούς και πολιτικούς αντιπάλους του, επιτυγχάνοντας συγκλίσεις και εξασφαλίζοντας αποτελέσματα στους συνδικαλιστικούς αγώνες του δημοσιογραφικού κλάδου.

Η οικογένεια της «Εφημερίδας των Συντακτών», της οποίας ο Αριστείδης ήταν μέλος ως συνεταιριστής, συμμετέχει στη θλίψη της οικογένειάς του, της συζύγου του Μαρίας και των δύο παιδιών του, της Κατερίνας και του Κυριάκου, των συγγενών και των συντρόφων του, για την απώλεια του μαχητικού, ασυμβίβαστου, αξιοπρεπή και ευγενούς συναδέλφου, φίλου, δασκάλου.

Η πολιτική κηδεία του θα γίνει την ερχόμενη Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου, στις 11.30, στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Θα ακολουθήσει η καύση της σορού του στη Ριτσώνα.

Σχετικά Άρθρα