Ρεπορτάζ libre: Το ΕΠΑΛ Χαλανδρίου κορυφή του παγόβουνου-Η αμφισβητούμενη διαδικασία επιλογής Διευθυντών

 Ρεπορτάζ libre: Το ΕΠΑΛ Χαλανδρίου κορυφή του παγόβουνου-Η αμφισβητούμενη διαδικασία επιλογής Διευθυντών

Στιγμιότυπο από το 6ο ΕΠΑΛ Αθήνας, όπου εντοπίστηκε κρούσμα μηνιγγίτιδας προκαλώντας την αναστολή λειτουργίας πέντε σχολείων για τουλάχιστον δύο ημέρες, Τρίτη 20 Μαΐου 2025. Το σχολικό συγκρότημα που βρίσκεται στην πλατεία Μαβίλη συστεγάζει τις εξής μονάδες 1ο Ε.Κ. – 6ο ΕΠΑ.Λ. – 7ο Εσπ. ΕΠΑ.Λ. Α’ ΑΘΗΝΑΣ – ΙΕΚ Αμπελοκήπων. (ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)

💡 AI Summary by Libre

Περίπου τέσσερα χρόνια μετά τις τελευταίες τοποθετήσεις διευθυντών σχολείων, αυξάνονται οι αμφιβολίες για την καταλληλότητα και τον τρόπο επιλογής των υποψηφίων.

Το πρόσφατο περιστατικό στο ΕΠΑΛ Χαλανδρίου ανέδειξε προβληματική συμπεριφορά της επικεφαλής, που οδήγησε σε ΕΔΕ και τελικά σε απομάκρυνσή της από τη θέση.

Οι εκπαιδευτικοί ζητούν αλλαγή στο σύστημα επιλογής, καθώς η υπερβολική εξουσία των διευθυντών και η υποκειμενική διαδικασία συνέντευξης επηρεάζουν αρνητικά τη διοίκηση των σχολείων.

Παράλληλα, η μείωση των νέων εκπαιδευτικών και ο γηρασμένος πληθυσμός στις τάξεις επιτείνουν την ανάγκη για πιο δίκαιες και αντικειμενικές επιλογές στα σχολικά διευθυντικά πόστα.

Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από τις τελευταίες τοποθετήσεις επικεφαλής στις σχολικές μονάδες και κάθε μέρα οι αμφιβολίες για τον τρόπο που τελικά επιλέχθηκαν οι υποψήφιοι ολοένα και αυξάνονται. Τελευταία αφορμή για την… ένταση της αμφιβολίας στάθηκε η αναστάτωση που καταγράφηκε στο ΕΠΑΛ Χαλανδρίου με τη συμπεριφορά της εκεί επικεφαλής.

Γονείς, εκπαιδευτικοί και μαθητές επιβεβαιώνουν ότι η συμπεριφορά της εν λόγω, που κορυφώθηκε με την εξώθηση μαθητών σε αναγκαστικές χειρονακτικές εργασίες, είναι τουλάχιστον προβληματική, εκτίμηση που έφτασε μέχρι το Υπουργείο Παιδείας (το οποίο διέταξε ΕΔΕ και τελικά απομακρύνθηκε από τη θέση της).

  • Το 2022, επί Υπουργίας Νίκης Κεραμέως, οι επικεφαλής των σχολικών μονάδων επιλέχθηκαν μ’ ένα καινοφανές σύστημα στο οποίο πολύ μεγάλο ρόλο έπαιζε η προσωπική, προφορική συνέντευξη των υποψηφίων.

Τα συνδικάτα ξεσηκώθηκαν, οι σχετικές ανακοινώσεις έβγαιναν σε ρυθμό πολυβόλου, η δημοσιογραφική έρευνα κατέγραφε μία “ασυνήθιστη” κατάσταση με υποψηφίους χωρίς πολλά τυπικά προσόντα να αναλαμβάνουν τελικά τις θέσεις επειδή αρίστευσαν στη συνέντευξη αλλά η κατάσταση έμεινε ως είχε.

Ακόμα και για “ασύλληπτο κομματισμό” κατηγορήθηκε τότε η κυβέρνηση με αφορμή ρεπορτάζ που αποδείκνυαν ότι οι νέοι επικεφαλής είχαν με το έναν ή τον άλλο τρόπο σχέση με το κυβερνών κόμμα και με τη συνδικαλιστική του συνιστώσα αλλά και πάλι τίποτα δεν άλλαξε. Οι αλλαγές έγιναν κανονικά.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, έρχεται ο λογαριασμός. Και δεν αναφερόμαστε προφανώς μόνο στο περιστατικό του Χαλανδρίου αλλά στην εδραιωμένη, πλέον, πεποίθηση ότι οι διευθυντές και οι διευθύντριες που δεν είναι κατάλληλοι/κατάλληλες γι’ αυτή τη δουλειά είναι, πλέον, περισσότεροι/ες από ποτέ.

“Πάντα υπήρχε ένα ποσοστό 2-3% των επικεφαλής των σχολικών μονάδων που παρουσίαζαν περίεργη συμπεριφορά η οποία φανέρωνε την ουσιαστική ανικανότητά τους να διευθύνουν ένα δημόσιο σχολείο, ωστόσο αυτό το ποσοστό δείχνει να αυξάνεται πολύ τα τελευταία χρόνια” τόνισε καλά πληροφορημένη εκπαιδευτική πηγή στο Libre.

H ίδια πηγή αναφέρει ότι σε περιφέρειες της χώρας το σχετικό ποσοστό ανέρχεται πλέον περίπου στο 15% με ότι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα του μάνατζμεντ (ας το πούμε έτσι) στα δημόσια σχολεία στις ημέρες. Και όλα αυτά ενώ ο σχετικός νόμος της κυβέρνησης δίνει υπερεξουσίες στους διευθυντές, χαρίζοντάς τους τη δυνατότητα να αποφασίζουν πρακτικά μόνοι τους για τα πάντα. Ακόμα και χορηγίες μπορεί να φέρει στο δημόσιο σχολείο σήμερα ένας διευθυντής αν το επιθυμήσει (και διαθέτει το σχετικό δίκτυο γνωριμιών).

“Στο δημόσιο σχολείο” τονίζει η εκπαιδευτική πηγή του Libre, “λαμβανόταν πάντα υπόψη η γνώμη των εκπαιδευτικών για τις επιλογές των διευθυντών. Στις τελευταίες επιλογές όμως οι εκπαιδευτικοί εξωβελίστηκαν από τη διαδικασία. Ισως τελικά έπαιξε και αυτό το ρόλο του”.

Το παραπάνω ζήτημα δεν έχει να κάνει μόνο με τη δημοκρατία η οποία προφανώς πρέπει να υπάρχει στο ελληνικό δημόσιο σχολείο του 21ου αιώνα. Σχετίζεται και με κάτι πιο πρακτικό. Αυτοί που συναναστρέφονται κάθε μέρα τους συναδέλφους τους και γνωρίζουν, την ίδια ώρα, τις ανάγκες του σχολείου τους, έχουν καλύτερα τεκμηριωμένη άποψη από αυτούς που λαμβάνουν την προσωπική συνέντευξη των υποψηφίων.

Με το παραπάνω δεδομένο, είναι να απορεί κανείς γιατί ο τρόπος επιλογής άλλαξε τόσο ριζικά (και μάλιστα μετά από μία περίοδο κατά την οποία η εκπαίδευση βρέθηκε στη στενωπό της αντιμετώπισης της πανδημίας, δηλαδή μίας κατάστασης πρωτοφανέρωτης).

Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι τα τελευταία προβληματικά περιστατικά με πρωταγωνιστές διευθυντές σχολείων καταδεικνύουν την ανάγκη να αλλάξει το σύστημα της επιλογής και να γίνει τουλάχιστον περισσότερο αντικειμενικό. 

  • Δεν είναι δυνατόν η προσωπική συνέντευξη, με τον υποκειμενισμό που κρύβει, να θεωρείται το αποφασιστικό κριτήριο για την επιλογή κάποιου ή κάποιας για ένα τόσο νευραλγικό πόστο όπως αυτό του επικεφαλής της κάθε σχολικής μονάδας.

Την τελική απόφαση φυσικά θα την πάρει το Υπουργείο Παιδείας, αρκετά σύντομα μάλιστα. Θα χρειαστεί μάλιστα να έχει κατά νου και ένα σημαντικό στοιχείο. Οι εκπαιδευτικοί λιγοστεύουν μέρα με τη μέρα ενώ η πλειοψηφία όσων βρίσκονται στις αίθουσες είναι από 50 ετών και πάνω.

“Ολοένα και λιγότεροι ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Λογικό. Ποιος θέλει να γυρίσει για δύο-τρία χρόνια όλη την Ελλάδα με μισθό 800 ευρώ ως αναπληρωτής και στη συνέχεια να μονιμοποιηθεί για να φτάσει να παίρνει μετά από 20 χρόνια υπηρεσίας 1200 ευρώ;” αναρωτιέται στο Libre εκπαιδευτικός που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Δύσκολο να αντιτάξει κανείς κάτι ουσιαστικό στο παραπάνω επιχείρημα. Δεν νομίζετε;

Σχετικά Άρθρα