Τα πολλαπλά μηνύματα Τραμπ σε Τεχεράνη και Ιερουσαλήμ

Τα πολλαπλά μηνύματα Τραμπ σε Τεχεράνη και Ιερουσαλήμ
💡 AI Summary by Libre

Η συνάντηση Τραμπ-Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο ήταν στρατηγική, με στόχο πίεση σε Ιράν και διαχείριση εσωτερικών και διεθνών ισορροπιών χωρίς άμεση δημοσιότητα.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει διαπραγμάτευση με το Ιράν, αλλά διατηρεί στρατιωτική ετοιμότητα, στέλνοντας μήνυμα περιορισμένου χρόνου και αποφασιστικότητας για αποτροπή πυρηνικής απειλής.

Ο Νετανιάχου ζητά αυστηρούς περιορισμούς στο ιρανικό πρόγραμμα και δράση κατά των πληρεξούσιων, ενώ εξετάζει στρατιωτική επιλογή με αμερικανική υποστήριξη σε περίπτωση αποτυχίας.

Η Τεχεράνη παραμένει αμετακίνητη, υποστηρίζοντας διάλογο χωρίς υποχωρήσεις, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται σε αχαρτογράφητα νερά με ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.

Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο δεν ήταν μία ακόμη διπλωματική εθιμοτυπία. Ήταν μια προσεκτικά σκηνοθετημένη αλλά και ουσιαστική πολιτική κίνηση με πολλαπλούς αποδέκτες: την Τεχεράνη, την Ιερουσαλήμ, τις αραβικές πρωτεύουσες του Κόλπου, αλλά και το εσωτερικό ακροατήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ένταση γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα κλιμακώνεται, η επιλογή του Αμερικανού προέδρου να «δώσει χρόνο» στη διπλωματία, κρατώντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, αποτυπώνει μια στρατηγική διπλής πίεσης: καρότο και μαστίγιο.

Ο Τραμπ, πιστός στο επικοινωνιακό του στυλ, επέλεξε να συνοψίσει το αποτέλεσμα της συνάντησης μέσω ανάρτησης στο Truth Social. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν συνεχίζονται, αλλά όχι επ’ αόριστον.

Υπενθύμισε μάλιστα την αμερικανική επίθεση κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Φορντό, στη Νατάνζ και στην Ισφαχάν τον περασμένο Ιούνιο, κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «πολέμου των 12 ημερών», προειδοποιώντας ότι εάν η Τεχεράνη επιλέξει και πάλι την αδιαλλαξία, οι συνέπειες θα είναι βαρύτερες.

  • Το σήμα προς την ιρανική ηγεσία ήταν διπλό. Από τη μία, η Ουάσιγκτον επιθυμεί μια συμφωνία, εφόσον αυτή θεωρηθεί «δίκαιη και ισορροπημένη». Από την άλλη, το Πεντάγωνο εμφανίζεται να ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, με πληροφορίες για πιθανή αποστολή δεύτερου αεροπλανοφόρου στον Περσικό Κόλπο. Το μήνυμα προς την Τεχεράνη: ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος και η «υπομονή» έχει ορίζοντα.

Ωστόσο, το ίδιο σαφές ήταν και το μήνυμα προς τον Νετανιάχου. Ο Τραμπ δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ως πρόεδρος που ενεργεί κατ’ εντολήν του Ισραήλ. Η επιλογή του να κρατήσει χαμηλό επικοινωνιακό προφίλ στη συνάντηση –χωρίς κάμερες και δηλώσεις στο Οβάλ Γραφείο– υποδηλώνει ότι θέλει να διατηρήσει περιθώρια ελιγμών.

Παρά τη στενή σχέση των δύο ανδρών, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να κρατήσει τον έλεγχο της ατζέντας και να αποφύγει την εικόνα μιας πολιτικής που «σέρνεται» από τις ισραηλινές προτεραιότητες.

  • Η τρίωρη σχεδόν συζήτηση στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου δείχνει ότι οι δύο ηγέτες εισήλθαν σε βάθος στα σενάρια «τι θα συμβεί αν». Ο Νετανιάχου, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, παρουσίασε τις «κόκκινες γραμμές» του Ισραήλ: περιορισμό των βαλλιστικών πυραύλων, αναχαίτιση της δράσης των ιρανικών πληρεξουσίων σε Λίβανο, Συρία και Υεμένη, καθώς και σαφείς δεσμεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα. Παράλληλα, φέρεται να τόνισε ότι ακόμη και χωρίς διηπειρωτικούς πυραύλους, το Ιράν διαθέτει ήδη επαρκείς δυνατότητες πλήγματος κατά ισραηλινών και ευρωπαϊκών στόχων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός σε μια αμερικανική γραμμή που δίνει έμφαση στη διαπραγμάτευση πριν από τη σύγκρουση. Στην Ιερουσαλήμ επικρατεί η εκτίμηση ότι μια στρατιωτική αναμέτρηση με το Ιράν είναι ζήτημα «πότε» και όχι «αν».

Ο Νετανιάχου έχει επανειλημμένα εκφράσει δυσπιστία απέναντι σε συμφωνίες που αφήνουν «γκρίζες ζώνες» εφαρμογής, έχοντας ως προηγούμενο τη συμφωνία της εποχής Ομπάμα. Ωστόσο, γνωρίζει επίσης ότι μια μονομερής ισραηλινή επίθεση χωρίς αμερικανική στήριξη θα ενείχε τεράστιο στρατηγικό κόστος: από το επιχειρησιακό σκέλος έως τη διεθνή νομιμοποίηση και τις πιθανές αλυσιδωτές αντιδράσεις.

  • Η στάση της Τεχεράνης παραμένει σκληρή. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί δήλωσε ότι η χώρα του επιδιώκει «διάλογο αντί πολέμου», αλλά δεν θα δεχθεί όρους που εκλαμβάνονται ως παράδοση. Ταυτόχρονα, οι εικόνες από τις επετειακές εκδηλώσεις για τα 47 χρόνια της Ισλαμικής Επανάστασης –με καύσεις αμερικανικών και ισραηλινών σημαιών και συμβολικές απεικονίσεις φερόμενων αμερικανικών απωλειών– λειτουργούν ως υπενθύμιση της εσωτερικής πίεσης που δέχεται το καθεστώς να μη φανεί υποχωρητικό.

Στο παρασκήνιο, χώρες όπως το Ομάν και το Κατάρ επιχειρούν να διαμεσολαβήσουν, προωθώντας τη διπλωματική λύση και επιχειρώντας να «κλειδώσουν» ένα παράθυρο αποκλιμάκωσης. Η παρουσία του διοικητή της CENTCOM, ναυάρχου Μπραντ Κούπερ, σε επαφές που σχετίζονται με τις διαπραγματεύσεις ερμηνεύτηκε στην Τεχεράνη ως έμμεση στρατιωτική προειδοποίηση: η διπλωματία τρέχει, αλλά τρέχει δίπλα σε προετοιμασία ισχύος.

Η ουσία, όμως, βρίσκεται στη στρατηγική εξίσωση του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα του ηγέτη που μπορεί να κλείσει «σκληρές συμφωνίες» χωρίς να σύρει τη χώρα του σε μακροχρόνιο πόλεμο. Παράλληλα, ενόψει εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών, δεν μπορεί να εμφανιστεί αδύναμος απέναντι στο Ιράν. Έτσι, επιλέγει μια τακτική κλιμακούμενης πίεσης: ενίσχυση στρατιωτικής παρουσίας, ρητορική αποφασιστικότητας, αλλά και παράθυρο συμβιβασμού.

  • Για τον Νετανιάχου, το διακύβευμα είναι διαφορετικό: να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν θα περιορίσει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ – είτε πριν είτε μετά την υπογραφή της. Εάν οι συνομιλίες καταρρεύσουν, θα επιδιώξει στενό συντονισμό με την Ουάσιγκτον, ώστε η στρατιωτική επιλογή –εάν ενεργοποιηθεί– να έχει τη μέγιστη επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και να μην αφήσει «κενά» που θα πληρωθούν πολιτικά και στρατηγικά.

Η συνάντηση στον Λευκό Οίκο δεν παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα, αλλά χάραξε το πλαίσιο. Όλες οι επιλογές παραμένουν ανοιχτές. Ο χρόνος που δίνεται στη διαπραγμάτευση είναι περιορισμένος και συνοδεύεται από σαφή στρατιωτική προετοιμασία.

Η επόμενη κίνηση ανήκει στην Τεχεράνη – αλλά το τελικό σενάριο θα καθοριστεί από το πόσο μακριά είναι διατεθειμένοι να φθάσουν τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Ιερουσαλήμ για να επιβάλουν τις κόκκινες γραμμές τους.

Σχετικά Άρθρα