Η ενεργειακή αυτονομία ως πυλώνας εθνικής και αμυντικής ασφάλειας της χώρας
✨Η Ελλάδα εξαρτάται ενεργειακά σε ποσοστό που φτάνει έως και 80%, αυξάνοντας την ευαλωτότητά της σε γεωπολιτικές πιέσεις, ειδικά από την Τουρκία.
✨Η διακοπή της ενεργειακής ροής μέσω κρίσιμων αγωγών όπως ο TAP μπορεί να υπονομεύσει την οικονομία και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.
✨Η μερική ενεργειακή αυτονομία στρατιωτικών εγκαταστάσεων μέσω εγχώριων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μειώνει την εξάρτηση και ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας σε κρίσεις.
✨Η διαφοροποίηση προμηθευτών και η ενεργειακή αυτάρκεια αποτελούν κρίσιμα στοιχεία εθνικής ασφάλειας και αποτροπής, διασφαλίζοντας την εθνική κυριαρχία σε ασταθές περιβάλλον.
Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας, η οποία σε ορισμένες περιόδους υπερβαίνει το 70–80%, αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την εθνική και αμυντική ασφάλεια της χώρας. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εξάρτηση από ενεργειακές ροές που διέρχονται ή επηρεάζονται άμεσα από την Τουρκία, γεγονός που εντείνει τη γεωπολιτική τρωτότητα της Ελλάδας σε περιόδους έντασης.
Του Μιχάλη Χριστοδουλίδη*

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αγωγός TAP, μέσω του οποίου μεταφέρεται φυσικό αέριο προς την Ελλάδα και την Ευρώπη. Σε ένα σενάριο ελληνοτουρκικής κρίσης ή γενικότερης περιφερειακής αποσταθεροποίησης, η πιθανότητα διακοπής ή περιορισμού της ροής φυσικού αερίου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε άμεσες συνέπειες όχι μόνο στην οικονομία, αλλά κυρίως στη λειτουργία κρίσιμων υποδομών και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξαρτάται ενεργειακά και από χώρες που διατηρούν στενές πολιτικές ή στρατηγικές σχέσεις με την Τουρκία, όπως το Κατάρ, η Λιβύη και η Αλγερία. Η συγκέντρωση ενεργειακών προμηθειών σε κράτη φιλικά προσκείμενα προς έναν ανταγωνιστικό δρώντα περιορίζει τη στρατηγική αυτονομία της Ελλάδας και αυξάνει τον κίνδυνο έμμεσων πιέσεων μέσω της ενεργειακής διπλωματίας.
Η ενέργεια δεν αποτελεί απλώς οικονομικό αγαθό, αλλά κρίσιμο συντελεστή εθνικής ισχύος. Η απρόσκοπτη ενεργειακή τροφοδοσία είναι απαραίτητη για τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων, των δικτύων διοίκησης και ελέγχου, των συστημάτων επικοινωνιών και των κρίσιμων κρατικών υποδομών. Σε συνθήκες κρίσης ή πολεμικής έντασης, η διατάραξη του ενεργειακού εφοδιασμού μπορεί να υπονομεύσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας ακόμη και χωρίς άμεση στρατιωτική σύγκρουση, στο πλαίσιο υβριδικών απειλών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι περίπου το 40% των εισαγόμενων καυσίμων που χρησιμοποιούνται από τις Ένοπλες Δυνάμεις αφορά τη λειτουργία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όπως στρατόπεδα, βάσεις, αεροδρόμια, ναύσταθμοι, κέντρα διοίκησης, συστήματα επιτήρησης, καθώς και ανάγκες θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτροδότησης. Το υπόλοιπο 60% αφορά την επιχειρησιακή κίνηση αρμάτων μάχης, αεροσκαφών και πολεμικών πλοίων, δηλαδή τον πυρήνα της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.
Η διάκριση αυτή είναι στρατηγικά κρίσιμη. Ενώ το επιχειρησιακό σκέλος των καυσίμων είναι δύσκολο να υποκατασταθεί στο άμεσο μέλλον, το ενεργειακό φορτίο των στρατιωτικών εγκαταστάσεων μπορεί σε μεγάλο βαθμό να αυτονομηθεί μέσω εγχώριων πηγών ενέργειας. Η αξιοποίηση της εθνικής βιομάζας (γεωργικά υπολείμματα, δασική βιομάζα, οργανικά απόβλητα), η χρήση γεωθερμίας για θέρμανση και ψύξη στρατιωτικών βάσεων, η ανάπτυξη μικρών υδροηλεκτρικών έργων και η εγκατάσταση συστημάτων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας με αποθήκευση μπορούν να καλύψουν μεγάλο μέρος των σταθερών ενεργειακών αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η κάλυψη αυτού του 40% μέσω εγχώριων και αποκεντρωμένων ενεργειακών πηγών θα είχε πολλαπλά στρατηγικά οφέλη.
●Πρώτον, θα μείωνε άμεσα την εθνική αμυντική ενεργειακή εξάρτηση και την ευαλωτότητα σε διακοπές εισαγωγών.
●Δεύτερον, θα εξασφάλιζε τη βασική λειτουργικότητα στρατιωτικών εγκαταστάσεων ακόμη και σε συνθήκες ενεργειακού αποκλεισμού.
●Τρίτον, θα απελευθέρωνε εισαγόμενα καύσιμα αποκλειστικά για μάχιμες επιχειρήσεις, ενισχύοντας την αντοχή και τη διάρκεια της αποτρεπτικής ισχύος.
Παράλληλα, η συνολική ενεργειακή στρατηγική της χώρας οφείλει να βασίζεται στη διαφοροποίηση προμηθευτών και συμμαχιών, με έμφαση σε συνεργασίες με κράτη όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Νορβηγία, μειώνοντας την εξάρτηση από διαδρομές που μπορούν να εργαλειοποιηθούν γεωπολιτικά.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή αυτονομία δεν αποτελεί δευτερεύον τεχνικό ζήτημα, αλλά κεντρικό στοιχείο εθνικής άμυνας και αποτροπής. Η ενεργειακή αυτονόμηση των στρατιωτικών υποδομών μέσω εγχώριων πηγών ενέργειας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, ενισχύει την ανθεκτικότητα του κράτους και περιορίζει τα περιθώρια στρατηγικού εκβιασμού. Σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, η ενέργεια αποτελεί ισχύ — και η ενεργειακή αυτάρκεια προϋπόθεση εθνικής κυριαρχίας.
*Διπλ Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ Ενεργειακός Αναλυτής