Συνάντηση Τραμπ-Νετανιάχου: Απόφαση συντεταγμένης πίεσης για συμφωνία με το Ιράν ή αναμέτρηση με απρόβλεπτες συνέπειες
✨Η συνάντηση Τραμπ-Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον λαμβάνει χώρα σε κρίσιμη στιγμή γεωπολιτικής ρευστότητας στη Μέση Ανατολή, με το Ιράν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων.
✨Ο Νετανιάχου επιδιώκει να περιοριστεί αυστηρά το ιρανικό πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα, ενώ οι ΗΠΑ ζυγίζουν μεταξύ στρατιωτικής πίεσης και αποφυγής κλιμάκωσης.
✨Η αμερικανοϊσραηλινή σχέση παραμένει στρατηγική, αλλά η αμερικανική πολιτική προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε σκληρή στάση και πιθανή διπλωματική λύση.
✨Η επόμενη κίνηση θα καθορίσει αν η περιοχή θα οδηγηθεί σε αποκλιμάκωση ή σε νέα φάση έντασης και αστάθειας με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς ακόμη ένα διμερές τετ α τετ ανάμεσα σε δύο ηγέτες με μακρά πολιτική διαδρομή και σχέση αμοιβαίας εξάρτησης. Έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ρευστότητα, το Ιράν παραμένει στο επίκεντρο των γεωπολιτικών ζυμώσεων και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη ρητορική ισχύος και στην αποφυγή μιας νέας παρατεταμένης σύγκρουσης. Η χρονική συγκυρία —λίγο πριν από νέους κύκλους διαβουλεύσεων για το ιρανικό ζήτημα και με αυξημένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή— προσδίδει στη συνάντηση χαρακτηριστικά στρατηγικής καμπής. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα ειπωθεί πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά ποια γραμμή θα υπερισχύσει: η επιδίωξη συμφωνίας ή η κλιμάκωση.
Η άφιξη του Ισραηλινού πρωθυπουργού στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιείται σε περιβάλλον έντονης πίεσης. Ο Νετανιάχου, με ανοιχτό το μέτωπο της Γάζας και με διεθνείς νομικές εκκρεμότητες να βαραίνουν το πολιτικό του προφίλ, επιδιώκει να επαναφέρει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα στο επίκεντρο της αμερικανικής ατζέντας.
Στόχος του είναι να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε αμερικανική κίνηση θα αποκλείει τη δυνατότητα συνέχισης του εμπλουτισμού ουρανίου από την Τεχεράνη και θα συνοδεύεται από αυστηρούς περιορισμούς στο βαλλιστικό πρόγραμμα.
- Από την πλευρά του, ο Τραμπ έχει υιοθετήσει μια σύνθετη ρητορική. Ενώ έχει δηλώσει ότι οι ηγέτες της Τεχεράνης «υπερβαίνουν την κόκκινη γραμμή», ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν επιθυμεί συνομιλίες. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι διττό: διατήρηση της πίεσης, αλλά χωρίς άμεση δέσμευση για στρατιωτική σύγκρουση.
Η παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης αεροπλανοφόρου δύναμης κρούσης, ενισχύει την εικόνα αποτροπής. Ωστόσο, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η συζήτηση παραμένει σύνθετη. Ο Τραμπ, αν και δεν έχει μπροστά του προσωπική εκλογική δοκιμασία, χρειάζεται μια ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να στηρίξει την ατζέντα του στις ενδιάμεσες εκλογές. Η στήριξη κύκλων που παραδοσιακά τάσσονται υπέρ του Ισραήλ αποτελεί σημαντικό παράγοντα, χωρίς όμως να αναιρεί τις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες που καλείται να λάβει υπόψη.
Η σχέση Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ χαρακτηρίζεται από στρατηγική σύμπλευση, αλλά δεν είναι απαλλαγμένη από διαφορές τακτικής. Το Ισραήλ θεωρεί ότι μια περίοδος εσωτερικής αναταραχής στο Ιράν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την άσκηση αυξημένης πίεσης.
Στην αμερικανική πλευρά, ωστόσο, κυριαρχεί η ανησυχία για το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης που θα μπορούσε να εμπλέξει άμεσα τις ΗΠΑ σε μια παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή.
- Στο παρασκήνιο, η συζήτηση αφορά όχι μόνο το αν θα υπάρξει νέα συμφωνία με την Τεχεράνη, αλλά και το εύρος της. Θα πρόκειται για μια περιορισμένη ρύθμιση που θα επικεντρώνεται αποκλειστικά στο πυρηνικό σκέλος ή για ένα ευρύτερο πακέτο που θα περιλαμβάνει το πυραυλικό πρόγραμμα και τη στήριξη περιφερειακών συμμάχων του Ιράν; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ενδέχεται να καθορίσει τη δυναμική της επόμενης περιόδου.
Παράλληλα, η ισορροπία επιρροής μεταξύ των δύο ηγετών παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ο Τραμπ διαθέτει το πλεονέκτημα της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος των ΗΠΑ: η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και η διπλωματική στήριξη παραμένουν καθοριστικές για την ισραηλινή ασφάλεια. Από την άλλη, ο Νετανιάχου γνωρίζει ότι η εσωτερική πολιτική δυναμική στις Ηνωμένες Πολιτείες καθιστά τη σχέση με το Ισραήλ ιδιαίτερα ευαίσθητη και πολιτικά φορτισμένη — άρα και δύσκολα διαχειρίσιμη σε όρους καθαρών «εντολών».
Η ίντριγκα της συνάντησης έγκειται ακριβώς σε αυτή τη λεπτή ισορροπία. Θα επιχειρήσει ο Νετανιάχου να πείσει τον Τραμπ ότι μια αποφασιστική στρατιωτική κίνηση θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον περιφερειακό συσχετισμό; Ή θα επικρατήσει η λογική μιας ελεγχόμενης πίεσης που θα αφήνει ανοιχτό το κανάλι διαπραγμάτευσης; Το ενδεχόμενο νέων αεροπορικών πληγμάτων δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά η αποτελεσματικότητά τους ως μέσο πολιτικής ανατροπής παραμένει αμφίβολη — και το κόστος κλιμάκωσης δύσκολα προδιαγράφεται με ασφάλεια.
- Σε κάθε περίπτωση, η συνάντηση στην Ουάσιγκτον αναμένεται να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για τις επόμενες κινήσεις. Αν ο Λευκός Οίκος επιλέξει να δώσει έμφαση στη διπλωματία, θα πρόκειται για μήνυμα αποκλιμάκωσης προς την περιοχή. Αν, αντιθέτως, υιοθετηθεί σκληρότερη γραμμή, το ρίσκο μιας νέας φάσης αστάθειας θα αυξηθεί.
Το βέβαιο είναι ότι η αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία παραμένει κεντρικός άξονας της περιφερειακής στρατηγικής. Το ερώτημα είναι αν αυτή η συνεργασία θα οδηγήσει σε συντεταγμένη πίεση για μια συμφωνία ή σε μια νέα αναμέτρηση με απρόβλεπτες συνέπειες. Στη σκακιέρα της Μέσης Ανατολής, η επόμενη κίνηση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική — όχι μόνο για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, αλλά για ολόκληρη την περιοχή.