Τραμπ και ΟΗΕ: “Απαραίτητος” αλλά υπό όρους

 Τραμπ και ΟΗΕ: “Απαραίτητος” αλλά υπό όρους
💡 AI - Με μια ματιά by Libre

Από τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ εφαρμόζει πολιτική που αποδυναμώνει τον ΟΗΕ μέσω περιορισμού χρηματοδότησης και αναθεώρησης συμμετοχών, με έμφαση στη διμερή διαπραγμάτευση.

Η Ουάσιγκτον καθυστερεί πληρωμές που φτάνουν τα 2,196 δισεκατομμύρια δολάρια, προκαλώντας χρηματοπιστωτική ασφυξία και ανάγκη περικοπών στις λειτουργίες και αποστολές του ΟΗΕ.

Η αμερικανική στρατηγική επιδιώκει να μετατρέψει τον ΟΗΕ σε οργανισμό με αυστηρότερο έλεγχο και ανταποδοτικότητα προς τους μεγάλους χρηματοδότες, χωρίς πλήρη κατάργηση.

Παράλληλα, προωθείται ένα νέο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα, που λειτουργεί ως εναλλακτικός μηχανισμός διαχείρισης και χρηματοδότησης, υπογραμμίζοντας τη μετάβαση σε πιο ελεγχόμενα σχήματα.

Από τη στιγμή που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τον ΟΗΕ όχι ως «ιερό» πυλώνα της διεθνούς τάξης, αλλά ως έναν οργανισμό που –κατά την αντίληψή του– είτε αναδιαμορφώνεται ριζικά είτε παύει να λειτουργεί όπως τον ξέραμε. Δεν μιλά πάντα για «διάλυση», ούτε δηλώνει ευθέως ότι θέλει να τον γκρεμίσει. Ωστόσο, η πρακτική της νέας θητείας του παραπέμπει σε μια πολιτική που αποδυναμώνει τον Οργανισμό: περιορισμός ή πάγωμα χρηματοδότησης, αναθεώρηση συμμετοχών, αποχωρήσεις από επιμέρους δομές και μια γενικότερη στροφή από την πολυμέρεια προς τη διμερή διαπραγμάτευση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η συζήτηση γύρω από τον ΟΗΕ μετατοπίζεται από το «τι πρέπει να κάνει» στο πιο ωμό «ποιος πληρώνει, ποιος αποφασίζει και με ποιους όρους».

Στην καρδιά της σημερινής κρίσης βρίσκεται το χρήμα – και η πολιτική που το συνοδεύει. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, έχει προειδοποιήσει για κίνδυνο άμεσης χρηματοπιστωτικής ασφυξίας της Γραμματείας, καθώς οι καθυστερούμενες εισφορές των κρατών-μελών συσσωρεύονται σε επίπεδα που δυσκολεύουν τη στοιχειώδη λειτουργία.

Η Ουάσιγκτον, ως ο μεγαλύτερος μεμονωμένος χρηματοδότης, βρίσκεται στο επίκεντρο: με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι αμερικανικές οφειλές προς τον τακτικό προϋπολογισμό ανέρχονται σε περίπου 2,196 δισ. δολάρια, ενώ υπάρχουν και σημαντικές εκκρεμότητες σε ειρηνευτικές αποστολές.

Η αμερικανική συνεισφορά αντιστοιχεί παραδοσιακά στο 22% του τακτικού προϋπολογισμού και περίπου στο 25% των επιχειρήσεων διατήρησης της ειρήνης, ενώ σε αρκετά προγράμματα ανθρωπιστικής βοήθειας οι ΗΠΑ αποτελούν κρίσιμο, συχνά καθοριστικό, «αιμοδότη» μέσω εθελοντικών κονδυλίων. Όταν αυτή η ροή περιορίζεται, ο Οργανισμός αναγκάζεται να μπει σε λογική περικοπών, παγώματος προσλήψεων και συρρίκνωσης δράσεων – με άμεση επίπτωση σε επιχειρησιακή ικανότητα, αποστολές και υπηρεσίες.

  • Η πολιτική γραμμή του Τραμπ συνοψίζεται στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική»: χρήματα και θεσμική στήριξη μόνο όταν ο μηχανισμός υπηρετεί, κατά την αμερικανική ανάγνωση, τα εθνικά συμφέροντα και την κυριαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΗΕ παρουσιάζεται από τον ίδιο και το περιβάλλον του ως ένας οργανισμός σπάταλος, αναποτελεσματικός ή ακόμη και επιζήμιος, επηρεασμένος από «παγκοσμιοποιητικές ατζέντες» που συγκρούονται με την αμερικανική εσωτερική πολιτική και στρατηγική. Στην ίδια γραμμή εντάσσονται και αιτιάσεις περί «παρεκκλίσεων» ορισμένων υπηρεσιών από την ιδρυτική αποστολή τους ή περί ανοχής σε συμπεριφορές που η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει ως αντισημιτισμό και εχθρική στάση απέναντι σε συμμάχους της.

Η προσέγγιση αυτή πήρε θεσμική μορφή μέσω εκτελεστικών ενεργειών που ενεργοποίησαν μια ευρεία αναθεώρηση της αμερικανικής συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς και συνθήκες. Προβλέφθηκε μάλιστα μια περίοδος 180 ημερών για έλεγχο της συμμετοχής και των εισφορών, ώστε να κριθεί ποιες δομές θεωρούνται «αντίθετες» προς τα αμερικανικά συμφέροντα ή «μη μεταρρυθμίσιμες». Η αποχώρηση –ή η διακοπή χρηματοδότησης– από δεκάδες οργανισμούς και επιτροπές, ανάμεσά τους και φορείς του συστήματος του ΟΗΕ, στέλνει ένα σαφές μήνυμα: ο Τραμπ χρησιμοποιεί τη χρηματοδότηση ως μοχλό πίεσης για να επιβάλει μια νέα ισορροπία ισχύος μέσα και γύρω από τον Οργανισμό.

Ταυτόχρονα, ο ίδιος κρατά μια διπλή ρητορική. Από τη μία, έχει δηλώσει ότι ο ρόλος του ΟΗΕ είναι «απαραίτητος» – ιδίως ως φόρουμ όπου «κλειδώνουν» διεθνείς συνεννοήσεις και συμβολισμοί. Από την άλλη, εμφανίζεται αποφασισμένος να τον «αναγκάσει» να λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες: λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερος έλεγχος, μεγαλύτερη «ανταποδοτικότητα» προς τους μεγάλους χρηματοδότες. Σε αυτό το σχήμα, ο ΟΗΕ δεν καταργείται θεωρητικά, αλλά μετατρέπεται σε οργανισμό που επιβιώνει μέσω συμφωνιών υπό όρους.

  • Το πιο ενδεικτικό στοιχείο της νέας λογικής είναι η ανάδειξη ενός παράλληλου ή συμπληρωματικού μηχανισμού με επίκεντρο τη Γάζα: ένα «Συμβούλιο Ειρήνης» που παρουσιάζεται ως εργαλείο διαχείρισης και χρηματοδότησης της ανοικοδόμησης και της ασφάλειας. Η ύπαρξη διεθνούς πολιτικής στήριξης μέσω απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας (με αναφορές στην απόφαση 2803) προσδίδει θεσμικό «περίβλημα», όμως η ουσία είναι άλλη: η αμερικανική λογική δείχνει προτίμηση σε σχήματα όπου η διοίκηση και η στρατηγική κατεύθυνση δεν περνούν αποκλειστικά από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς του ΟΗΕ. Για τους επικριτές αυτής της ιδέας, τέτοιες δομές μπορεί να οδηγήσουν σε παραγκωνισμό υπηρεσιών και οργανισμών που ιστορικά έχουν κεντρικό ρόλο στο πεδίο, αλλά και να δημιουργήσουν προηγούμενο «υποκατάστασης» του ΟΗΕ από ad hoc σχήματα ισχυρών κρατών.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική οδηγεί σε μεταρρύθμιση ή σε σταδιακή αποδόμηση. Ο Τραμπ προβάλλει τη λογική ότι μπορεί να «σώσει» τον ΟΗΕ από τη δημοσιονομική του κατάρρευση, πιέζοντας τα κράτη-μέλη να καταβάλουν όσα οφείλουν. Έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μπορεί να «κάνει τους πάντες να πληρώσουν», εφόσον ο ΟΗΕ κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Την ίδια στιγμή, αποφεύγει να δεσμευτεί καθαρά για την άμεση εξόφληση των αμερικανικών οφειλών, κρατώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η αμερικανική πληρωμή να συνδεθεί με όρους και ανταλλάγματα.

Συνολικά, αυτό που «σκέφτεται» ο Τραμπ για τον ΟΗΕ δεν είναι ένα απλό «υπέρ» ή «κατά». Είναι μια αντίληψη συναλλακτική: ο ΟΗΕ έχει αξία όταν υπηρετεί μετρήσιμα την αμερικανική στρατηγική, και «κοστίζει» όταν λειτουργεί ως ανεξάρτητος πολυμερής μηχανισμός που περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της Ουάσιγκτον. Αν αυτή η γραμμή συνεχιστεί, ο ΟΗΕ θα βρεθεί μπροστά σε μια επιλογή με υψηλό πολιτικό κόστος: είτε θα προχωρήσει σε βαθιές δημοσιονομικές και θεσμικές αλλαγές για να επιβιώσει μέσα σε ένα πιο «σκληρό» περιβάλλον χρηματοδότησης, είτε θα δει την ισχύ του να μειώνεται, καθώς παράλληλες δομές –με πρώτη δοκιμή τη Γάζα– θα διεκδικούν ρόλους που μέχρι σήμερα ήταν προνομιακό πεδίο του.

Σχετικά Άρθρα